Η Εμμα Ρέγες (1919-2003) υπήρξε ένας μύθος. Εζησε μια απίστευτη ζωή, μια αδιανόητα σκληρή παιδική ηλικία, αλλά και έναν κοσμοπολίτικο ενήλικο βίο τον οποίο διήγε ως καλλιτέχνις. Και το πιο πιθανό θα ήταν να παρέμενε εκεί, στη σφαίρα του φανταστικού, με την ιστορία της να είναι γνωστή μόνο στη χώρα καταγωγής της, Κολομβία, και τον διακοσμητικό πριμιτιβισμό των πινάκων της να έχει παραμείνει αγαπητός μόνο στη χώρα όπου έζησε περισσότερο από πενήντα χρόνια, τη Γαλλία.
Ομως η κυκλοφορία ενός βιβλίου, του «Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος σε μετάφραση Μαρίας Παλαιολόγου), όπου αφηγείται τα φρικτά παιδικά της χρόνια στην Κολομβία της δεκαετίας του 1920, που περιελάμβαναν μεταξύ άλλων την εγκατάλειψή της στα πέντε της χρόνια και την εισαγωγή της σε ένα μοναστήρι, την έκαναν διεθνώς γνωστή. Εστω και μετά θάνατον, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά με τους μύθους. Αν και στην περίπτωσή της αυτή ήταν μια προϋπόθεση που είχε θέσει η ίδια όσο ήταν ακόμη εν ζωή. Η, ας την πούμε επιστολική, αυτοβιογραφία της, που προέκυψε από την αλληλογραφία της με τον ιστορικό Χερμάν Αρσινιέγιας από το 1969 ως το 1997, θα μπορούσε να δει το φως της δημοσιότητας μόνο αφότου εκείνη θα είχε πεθάνει. Μιλάμε για είκοσι τρεις επιστολές που γράφτηκαν αυτή την περίοδο, με την εξαίρεση ενός διαστήματος σχεδόν δύο δεκαετιών όπου η Ρέγες σταμάτησε να γράφει στον Αρσινέγιας όταν έμαθε ότι εκείνος είχε δείξει τα κείμενά της στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Τι κι αν ο «Γκάμπο» είχε δηλώσει καταγοητευμένος με την ανεπιτήδευτη και θαρραλέα γραφή της και της είχε τηλεφωνήσει μάλιστα στο Παρίσι για να εκφράσει τον θαυμασμό του. Για τη Ρέγες αυτό που προείχε ήταν η διασφάλιση της ιδιωτικότητάς της στη δεύτερή της ζωή στη Γαλλία, οπότε είχε εκλάβει την καλοπροαίρετη κίνηση του φίλου της ως προδοσία.
Ωστόσο, όταν πέθανε το 2003, στα 84 της χρόνια, στο Μπορντό εξαιτίας «ενός ιού χωρίς όνομα» οι «Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας» ήταν πλέον ελεύθερες να κυκλοφορήσουν. Εκδόθηκαν στην Κολομβία το 2012 από τον εκδοτικό οίκο Laguna Libros και έγιναν το βιβλίο της χρονιάς. Είναι αδύνατον να μείνεις ασυγκίνητος από την ψύχραιμη εξιστόρηση της Ρέγες, αυτού του «θηλυκού Ολιβερ Τουίστ», όπως χαρακτηρίστηκε, η οποία κατάφερε τελικά να δραπετεύσει από το κλειστοφοβικό μοναστήρι στα 19 της για να κατακτήσει τον κόσμο. Επιβίωσε πουλώντας μουρουνέλαιο ή καθαρίζοντας ξενοδοχεία και κατάφερε να ταξιδέψει με χίλιους τρόπους και τεχνάσματα, ακόμα και με οτοστόπ, αρχικά στη Λατινική Αμερική και αργότερα στην Ευρώπη όπου έγινε ζωγράφος αλλά και προστάτιδα των κολομβιανών ζωγράφων στη Γαλλία. Στο μεταξύ είχε αφήσει πίσω της έναν σύζυγο, τον γλύπτη Γκιγέρμο Μποτέρο Γκουτιέρες (1917-1999), και ένα νεκρό βρέφος, παράπλευρη απώλεια του Πολέμου των Τσάκος (1932-1935) στην Παραγουάη, όπου επίσης έζησε για ένα διάστημα. Κανείς δεν έμαθε ποτέ με σιγουριά αν ήταν όντως εγγονή του Ραφαέλ Ρέγες, προέδρου της Κολομβίας την περίοδο 1904-1909, όπως φημολογούνταν. Αυτή η ασάφεια μάλλον ενισχύει τον μύθο της.
Πάντως στην Ελλάδα εκτός από την κυκλοφορία του βιβλίου η ηθοποιός Μαρία Πρωτόπαππα αναλαμβάνει να δημιουργήσει τον θεατρικό κόσμο της «Εμμα», με μια διασκευή βασισμένη στις «Αναμνήσεις» που παρουσιάζεται στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας. Σε αυτή την παράσταση στήνει έναν πίνακα τρισδιάστατο ή ένα τραγούδι με πρόζα για να εξυμνήσει αυτό το τραγικό, υπέροχο ταξίδι ζωής. Μιας ζωής που συνήθως λειτουργούσε εις βάρος της τέχνης της Ρέγες. «Υπάρχουν ζωγράφοι μυθικοί, θρυλικοί για τους οποίους μιλάει όλος ο κόσμος, που γύρω τους υφαίνονται και εξυφαίνονται ιστορίες, των οποίων όμως η ζωγραφική αγνοείται. Η Εμμα είναι μία από αυτούς. Η τεράστια προσωπικότητά της εμποδίζει το έργο της να φανεί, δυστυχώς για κείνους που αγαπούν τη ζωγραφική» έγραφε ο κολομβιανός ζωγράφος Λουίς Καμπαγέρο. Το γνώριζε πολύ καλά και η ίδια. Αλλωστε, στη δική της περίπτωση καμία τέχνη δεν ήταν ικανή να αναπαραστήσει επάξια τη ζωή της. Γιατί μιλάμε για μια καλλιτέχνιδα που ήταν αναλφάβητη μέχρι τα 19 της και που σύμφωνα με τις διάσπαρτες σχετικές πληροφορίες έμαθε να γράφει και να διαβάζει χάρη σε διπλωμάτες που διέμεναν σε ένα ξενοδοχείο στην Μπογκοτά. Μια δεινή κεντήστρα –η προίκα της από τη θητεία της ως «θυγατέρας της Παναγίας της Βοήθειας» –που άρχισε να ζωγραφίζει ναΐφ λουλούδια προκαλώντας τη θυμηδία των φίλων του πρώτου συζύγου της. Κι όμως, η Ρέγες με την αφελή ζωγραφική της που ήθελε να μάθει να αναπαριστά τα ζωντανά μοντέλα στον καμβά κέρδισε τελικά μια υποτροφία στο Μπουένος Αϊρες για την Ακαδημία Τέχνης του Αντρέ Λοτ (1885-1962) στο Παρίσι. Εκεί δεν διέφυγε της προσοχής του γάλλου γλύπτη και ζωγράφου, αλλά όχι χάρη στο σχεδιαστικό ταλέντο της. Γιατί μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν τη δουλειά, «αλλά άνθρωποι που έχουν κάτι να πουν δεν υπάρχουν πολλοί. Ταξίδεψε στις χώρες του κόσμου και γνώρισε από κοντά τους σημαντικότερους καλλιτέχνες τους. Στο Μεξικό όπου είχε βρεθεί το ’51 για μια συνεργασία με την UNESCO συνάντησε τον Ντιέγκο Ριβέρα, συμμετείχε μάλιστα σε μια έκθεση μαζί με τον σύντροφο της Φρίντα Κάλο, τον Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο και τον Ρουφίνο Ταμάγιο στην γκαλερί της Λόλα Αλβάρεζ-Μπράβο, το στυλ της εξάλλου εκείνης της περιόδου ταίριαζε πολύ με εκείνο των μεξικάνων μουραλίστας.
Ζωγράφισε «Τέρατα», πορτρέτα φανταστικών όντων, πέρασε στην αφαίρεση, ενώ κάποια στιγμή ανακάλεσε τη γοητεία και την επιρροή που της είχαν ασκήσει τα λουλούδια του Ριβέρα. Τα μετέτρεψε σε τριαντάφυλλα, κρίνα, ανανάδες πολλών μέτρων τα οποία φιλοτεχνούσε με την ακρίβεια που είχε μάθει να ράβει στο ορφανοτροφείο. Στα δημόσια κτίρια και στα προαύλια του Λυκείου στο Περιγκέ όπου έζησε εκτός από το Παρίσι βρίσκονται μερικές δικές της τοιχογραφίες. Η εμπειρία του κεντήματος με τις μοναχές αποδείχθηκε τελικά σημαντικό εφόδιο, μια κάποιου είδους αποζημίωση για τις κακοδαιμονίες που όχι μόνο δεν την τσάκισαν αλλά τελικά τις εξιστόρησε με τη μεγαλύτερη χάρη που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ