Η κουβέντα μας με τον Δημήτρη Τηλιακό την περασμένη Δευτέρα το βράδυ ήταν αρκούντως επεισοδιακή. Ο διεθνής βαρύτονος είχε μόλις πριν από λίγες ώρες επιστρέψει από την Ιταλία όπου ερμήνευσε έναν ακόμη Ντον Τζιοβάνι και μου περιέγραφε την περιπέτεια του γυρισμού λόγω των προγραμματισμένων, εκείνη την ημέρα, απεργιών. Μισή ώρα αργότερα, και ενώ μου μιλούσε με ενθουσιασμό για τα μελλοντικά του σχέδια, ήρθε ο σεισμός που ταρακούνησε την Αττική να… αποπροσανατολίσει τη συζήτηση! Στο μεταξύ, ευτυχώς, είχαμε προλάβει να πούμε αρκετά, αρχής γενομένης, ασφαλώς, από το επικείμενο ντεμπούτο του στον ρόλο του Σκάρπια στην «Τόσκα» του Πουτσίνι, την οποία αναβιώνει η Εθνική Λυρική Σκηνή στη δημοφιλή παραγωγή του Νίκου Σ. Πετρόπουλου, στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Η πρόκληση του Σκάρπια


«Για να είμαι ακριβής, είναι η πρώτη φορά που δέχομαι να ερμηνεύσω τον ρόλο» λέει ο Δημήτρης Τηλιακός εξηγώντας ότι στο παρελθόν τού είχαν γίνει σχετικές προτάσεις αλλά τις είχε αρνηθεί. «Δεν αισθανόμουν έτοιμος. Τώρα νιώθω πολύ μεγάλη χαρά που γίνεται τη σωστή στιγμή. Ο Σκάρπια είναι πολύ σημαντικός χαρακτήρας, τεράστια πρόκληση για τον ερμηνευτή ο οποίος καλείται να ανακαλύψει τις διαφορετικές διαστάσεις της προσωπικότητας του ήρωα. Δεν είναι απλώς ένας βίαιος άνθρωπος, όπως συνηθίζει κανείς να τον βλέπει. Είναι ένας ευγενής, έχει κουλτούρα, γνωρίζει τους ανθρώπους της τέχνης. Οφείλουμε, λοιπόν, να φωτίσουμε και αυτή την πτυχή. Κάποια στιγμή φέρνει ο ίδιος ως παράδειγμα τον Ιάγο και είναι σαφές ότι κατά κάποιον τρόπο καθοδηγείται από τον ήρωα αυτόν. Είμαι πραγματικά πολύ ευτυχής. Εχω τη διάθεση, τη φαντασία και την τρέλα να μπω στο παιχνίδι».
Μένουμε ιδιαίτερα στην τελευταία λέξη. «Η τρέλα είναι απαραίτητο εργαλείο» μου εξηγεί. «Το ίδιο και η φαντασία του καλλιτέχνη, η οποία πρέπει να οργιάζει». Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο στη σημερινή εποχή γιατί ο ρυθμός της σύγχρονης ζωής είναι πολύ στείρος, σε προσανατολίζει σε πιο πρακτικά πράγματα. «Ισως στο παρελθόν οι συνάδελφοι διέθεταν τα στοιχεία αυτά περισσότερο. Προσωπικά το αναζητώ, αλλά ομολογώ πως δεν είναι τόσο εύκολο να το βρω. Κι όταν δεν το βρίσκω, πληγώνομαι».
Είναι η πρώτη φορά που συμμετέχει στη συγκεκριμένη παραγωγή, αλλά την έχει δει στο παρελθόν, ως θεατής στο «Ολύμπια». Λέει ότι του αρέσει η μεταφορά στον χρόνο που έχει κάνει ο σκηνοθέτης που τοποθετεί τη δράση της «Τόσκα» στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Ρώμη. «Δεν μου χαλάει τον κόσμο μου, αντιθέτως, φέρνει το έργο πιο κοντά σε εμένα» λέει ο Δημήτρης Τηλιακός. Και προσθέτει: «Για τους τραγουδιστές θα έλεγα πως είναι και πιο άνετο να φοράς κοστούμια πιο σημερινά. Και αισθητικά, όμως, μου αρέσει αυτός ο αέρας κινηματογραφικής ταινίας».

«Λέω «ναι» στην τρέλα»

Κουβεντιάζουμε γενικότερα για την αισθητική στις σύγχρονες παραστάσεις όπερας. Θεωρεί το θέμα πολύ σημαντικό και πιστεύει ότι η σκηνοθεσία του λυρικού θεάτρου στην εποχή μας έχει «χτυπήσει όρια». Λέει με χιούμορ πως «όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν την πυρίτιδα», και αυτό αναγνωρίζει ότι έχει κινδύνους. Προσωπικά λέω «ναι» στην τρέλα, αρκεί πάντα να πατά σε στέρεη πλατφόρμα, η οποία δεν είναι άλλη από τη μουσική».
Μιλάμε για τη δυσκολία του ήρωα που ενσαρκώνει στην «Τόσκα». Λέει ότι τόσο ο ρόλος του τίτλου –τον οποίο ερμηνεύει η σοπράνο Τσέλια Κοστέα – όσο και ο Σκάρπια είναι πολύ δύσκολοι, δοκιμάζουν τις φωνητικές δυνάμεις των λυρικών τραγουδιστών, γι’ αυτό και παλαιότερα είχε αρνηθεί τις προτάσεις που του είχαν γίνει. «Ο βερισμός δεν έχει σχέση με τον Μότσαρτ, το μπελκάντο ή τον Βέρντι. Είναι ακραίος, πολύ θεατρικός, γι’ αυτό και οφείλεις να μένεις πολύ πιο πιστός στο μουσικό κείμενο» εξηγεί.
Η κουβέντα στρέφεται στον χαρακτήρα του Σκάρπια. Τον επηρεάζει, άραγε, το γεγονός ότι εν προκειμένω είναι ο «κακός» τής ιστορίας; «Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για δαίμονα. Χρησιμοποιεί την εξουσία του για να πετύχει τους σκοπούς του. Από την άλλη πλευρά, στη ζωή οι άνθρωποι που είναι μισητοί στους άλλους είτε δεν το συνειδητοποιούν, είτε δεν το παραδέχονται. Μπορεί μάλιστα να θεωρούν ότι είναι και αγαπητοί. Αυτό που θα πω τώρα δεν είναι δικό μου, αλλά πράγματι μερικά έργα της όπερας χρειάζονται ταλαντούχο κοινό. Τέτοιο κοινό θέλει και η «Τόσκα». Κοινό που μπορεί να διεισδύσει σε άλλα επίπεδα ερμηνείας».
Το ελληνικό κοινό είναι, κατά τη γνώμη του, ταλαντούχο; Απαντά αμέσως καταφατικά. Λέει ότι ο έλληνας θεατής διαθέτει επιθυμία, φαντασία αλλά και παιδικότητα, στοιχείο εξαιρετικά χρήσιμο, αφού κατά τη γνώμη του η τέχνη έχει σαφώς να κάνει με το παιχνίδι. «Το ελληνικό κοινό έχει έντονο το στοιχείο της περιέργειας, αφήνεται πολύ εύκολα να εκπλαγεί, ακόμη κι όταν γνωρίζει τι θα συμβεί».

Δύσκολα τα «ναι» και τα «όχι»

Του ζητώ να μου περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει έναν καινούργιο ρόλο και μου απαντά ότι δεν ακολουθεί κάποια συγκεκριμένη οδό, εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων. Καθώς ακολουθεί αξιόλογη διεθνή διαδρομή, κατά πόσο είναι εύκολο, άραγε, να μπαίνει από τον έναν ρόλο στον άλλον μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Από τις παραστάσεις του «Ντον Τζιοβάνι», ας πούμε, στις πρόβες για την «Τόσκα»; «Δεν είναι καθόλου εύκολο. Ευτυχώς, εν προκειμένω, πάω από Ντον Τζιοβάνι σε Σκάρπια και όχι το αντίθετο, το οποίο δεν ξέρω κι αν θα ήταν δυνατό… Φωνητικά είναι πιο φυσιολογική η μετάβαση από Μότσαρτ σε Πουτσίνι παρά το αντίθετο. Η διαδρομή είναι φυσιολογική. Σε κάθε περίπτωση όμως η μετάβαση απαιτεί συγκέντρωση και μια ακρίβεια, θα έλεγα, χειρουργική προκειμένου να διατηρείς τη φρεσκάδα της φωνής σου και να είσαι στις πρόβες όπως πρέπει. Από την άλλη πλευρά, προσωπικά θα βαριόμουν να ερμηνεύω τα έργα ενός μόνο συνθέτη, όσο ενδιαφέρων κι αν είναι αυτός».
Επιστρέφουμε στο παρελθόν, τον καιρό που αρνιόταν τον ρόλο του Σκάρπια. Κατά πόσο εύκολα είναι, άραγε, τα «όχι» σε μια ανάλογη καριέρα; «Σίγουρα δεν είναι εύκολα. Και τα «όχι» όμως και τα «ναι» τα πληρώνεις. Απλώς, πρέπει να διαλέξεις τίμημα. Προσωπικά, πριν από δέκα χρόνια δεν χρειάστηκε καν να σκεφτώ την απάντηση. Ας μη δίνουμε όμως στα πράγματα μυθικές διαστάσεις, ότι δηλαδή χρειάζεται ηρωισμός… Αυτό που χρειάζεται είναι εξυπνάδα, υπευθυνότητα, ευελιξία. Εχει να κάνει με το πρόταγμα. Υπάρχουν συνάδελφοι οι οποίοι δεν θέλουν να χάσουν καμιά ευκαιρία, κυρίως για οικονομικούς λόγους. Υπάρχουν άλλοι, πάλι, που το κοσκινίζουν απίστευτα. Ούτε κι αυτό είναι κατά τη γνώμη μου σωστό. Χρειάζεται και λίγη τόλμη».

Οι αλλαγές

Η «Τόσκα» του Πουτσίνι σε μουσική διεύθυνση Λουκά Καρυτινού και σκηνοθεσία – σκηνικά – κοστούμια Νίκου Σ. Πετρόπουλου παρουσιάζεται από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 26, 28, 31/1 και στις 4, 6, 9/2 στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Στο πλαίσιο του αφιερώματος στον Στέφανο Λαζαρίδη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ