από metereologos.gr
Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018
 
 

Πολ Οστερ: Στην καρδιά της αμερικανικής κοινωνίας

Ενα μεγάλο επίτευγμα του αμερικανού συγγραφέα. Ενα μυθιστόρημα 1.200 σελίδων που μας οδηγεί στην καρδιά της αμερικανικής κοινωνίας των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Η στέρεη παράδοση του αμερικανικού ρεαλισμού αλλά και η ευρωπαϊκή επιρροή
Πολ Οστερ: Στην καρδιά της αμερικανικής κοινωνίας
Ο αμερικανός συγγραφέας Πολ Οστερ
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Paul Auster
4 3 2 1

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018
σελ. 1.217, τιμή 32,20 ευρώ

Ελάχιστοι θα φαντάζονταν πως ο Πολ Οστερ, που μας είχε συνηθίσει σε ευσύνοπτα, για τα αμερικανικά δεδομένα, μυθιστορήματα, θα εξέδιδε στα 70 χρόνια του αυτό το θηριώδες βιβλίο, ένα bildungsroman, ένα μυθιστόρημα της ενηλικίωσης τόσο φιλόδοξο και πρωτότυπο ως σύνθεση και κατασκευή, το οποίο ωστόσο το αρχίζεις και δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Κι όπως συμβαίνει με όλα τα πεζογραφήματα πρώτης γραμμής, ο φανατικός αναγνώστης θα θυμηθεί κι άλλα μυθιστορήματα αιχμής, όπως τον Δαβίδ Κόπερφιλντ του Ντίκενς ή (αργότερα) τον Υπόγειο κόσμο του Ντε Λίλο. Αλλά εδώ έχουμε βέβαια ένα έργο εντελώς διαφορετικό.


Το μυθιστόρημα ανοίγει με μια σκηνή στο Ελις Αϊλαντ, το νησάκι στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης, όπου έχει φτάσει την πρώτη μέρα του 20ού αιώνα ο ρωσοεβραίος Ισαάκ Ρέτζνικοφ, που η μόνη γλώσσα την οποία μιλά είναι τα γίντις. Στην ερώτηση ενός υπαλλήλου της υπηρεσίας μετανάστευσης πώς τον λένε, απαντά: «Ικ χαμπ φαργκέσεν» (το ξέχασα). Ετσι, ο Ισαάκ Ρέτζνικοφ γίνεται Ικαμποντ Φέργκιουσον. Από ένας λάθος ή από μια σύμπτωση - και η αναφορά δεν είναι διόλου τυχαία, αφού η σύμπτωση ή αλλιώς η μοίρα ορίζει τη ζωή τόσο του κεντρικού ήρωα Αρτσιμπαλντ Φέργκιουσον, εγγονού του Ρέτζνικοφ, όπως και των προσώπων που παρελαύνουν στο βιβλίο.

Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα

Ο Αρτσιμπαλντ Φέργκιουσον, μοναχογιός της Ρόουζ και του Στάνλεϊ Φέργκιουσον, γεννιέται το 1947, τη χρονιά που γεννήθηκε κι ο Πολ Οστερ. Αλλά όσο κι αν το βιβλίο περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, δεν είναι χρονικό υπό μορφή μυθοπλασίας, δεν είναι roman a clef.
 
Ο Οστερ δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα χτίζοντας έναν κεντρικό χαρακτήρα σε τέσσερις εκδοχές, που διαφέρουν μεταξύ τους. Ο Αρτσιμπαλντ Φέργκιουσον άλλοτε χάνει δύο δάχτυλα σε αυτοκινητικό ατύχημα, ή πέφτει από ένα δέντρο και σπάζει το χέρι του, ή πηγαίνει σε δημόσιο σχολείο στο Νιου Τζέρσι, ή μετακομίζει με τους γονείς του στο Μανχάταν, όπου το περιβάλλον είναι τελείως διαφορετικό, η μουσική που ακούει είναι κλασική και τζαζ, ενώ ο κόσμος των μουσείων και των γκαλερί απέχει παρασάγγας από το επαρχιώτικο Νιου Τζέρσι, ή ή...

Τέσσερις Φέργκιουσον σε έναν

Αν δεχτούμε ότι το 4 3 2 1 είναι μυθιστόρημα της ενηλικίωσης (που κατά τη γνώμη μου είναι) τότε αναπόφευκτα η σχέση του κεντρικού ήρωα θα είναι με τους φίλους, την οικογένεια, την πολιτική και τον στενό του περίγυρο. Τα έχουμε όλα αυτά εδώ. Εχουμε όμως τέσσερις Φέργκιουσον σε έναν ή έναν σε τέσσερις (το ίδιο κάνει) - κι αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Για τούτο και κλείνοντας το μυθιστόρημα ο αναγνώστης δεν θυμάται σε ποια από τις τέσσερις εκδοχές του θα πρέπει να αποδώσει το άλφα ή το βήτα γνώρισμα. Και αυτό οφείλεται στην ιδιοφυή σύνθεση και το εξίσου ιδιοφυές μοντάζ. Ο Οστερ παρακολουθεί τη ζωή των τεσσάρων Φέργκιουσον ταυτοχρόνως, όπως υποδεικνύει και ο τίτλος: (το 1 χωρίζεται σε 1.1., 1.2., 1.3, 1.4., το 2 σε 2.1., 2.2., 2.3., 2.4. κ.ο.κ.).

Οι τέσσερις Φέργκιουσον έχουν τους ίδιους γονείς αλλά κι εκείνοι παρουσιάζονται σε τέσσερις διαφορετικές εκδοχές. Αλλοτε έχουν οικονομικά προβλήματα, άλλοτε είναι τυπικοί αμερικανοί μεσοαστοί κι άλλοτε πολύ πλούσιοι.

Το ιστορικό αποτύπωμα


Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο συγγραφέας μέσα από τις διαφορετικές εκδοχές των προσώπων μάς δίνει και το πορτρέτο της αμερικανικής κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στα τέλη, περίπου, της δεκαετίας του 1960, αφού το μυθιστόρημα τελειώνει όταν ο Φέργκιουσον - ή τουλάχιστον ο ένας από τους Φέργκιουσον - γίνεται 21 ετών.
Και βέβαια δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τη σημασία αφενός του περιβάλλοντος (όπου συμβαίνουν πολλά) και των δευτερευόντων χαρακτήρων, που χωρίς την αδρή αποτύπωσή τους το μυθιστόρημα αυτό, λόγω του όγκου του, θα ήταν πολύ δύσκολο να διαβαστεί.

Οσο για το ιστορικό αποτύπωμα, αυτό περιλαμβάνει, ανάμεσα σε άλλα, το ψυχροπολεμικό κλίμα, την εκτέλεση των Ρόζενμπερκ ως κατασκόπων των Σοβιετικών, τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις επιπτώσεις του στον ψυχισμό και τη ζωή των Αμερικανών, τη σφαγή στο Μάι Λάι, την εξέγερση των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια (για την οποία ο Οστερ αφιερώνει αρκετές σελίδες), το κίνημα για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ κ.ά., όπου συχνά η ευρηματικότητα είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακή. Λ.χ. όταν ένας από τους Φέργκιουσον έχει την ημέρα της δολοφονίας του προέδρου Κένεντι την πρώτη σεξουαλική του εμπειρία.

Ολα τούτα με εντυπωσιακή ακρίβεια και κατά κανόνα λεπτομερέστατα. Υπάρχουν, για παράδειγμα, περιγραφές του μπέιζμπολ με τέτοιες λεπτομέρειες που θα περίμενε κανείς να μην ενδιαφέρουν τους έλληνες αναγνώστες, οι περισσότεροι από τους οποίους αγνοούν το άθλημα. Και όμως διαβάζονται με μεγάλη ευχέρεια.

Αυτό το πανόραμα εποχής από μόνο του δεν θα έλεγε τίποτε σε ένα τόσο φιλόδοξο μυθιστόρημα. Αλλωστε έχει παρουσιαστεί σε πλείστες εκδοχές του στα βιβλία σύγχρονης Ιστορίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι το πώς διαμορφώνει τον χαρακτήρα των προσώπων, το πώς περιγράφοντας αυτό το κλίμα ο Οστερ εστιάζει στη συμπεριφορά και την ψυχολογία των προσώπων του, και σε συνδυασμό με τις παράλληλες ζωές του Φέργκιουσον που μας αφηγείται μας προσφέρει μια έξοχη αίσθηση του περάσματος του χρόνου.

Μοντάζ υψηλού επιπέδου


Αν οι διαφορετικές αφηγήσεις δεν συνδέονταν μεταξύ τους, θα είχαμε ένα κατακερματισμένο βιβλίο. Αλλά εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα μοντάζ υψηλού επιπέδου που δεν παραβιάζει τη γραμμικότητα της αφήγησης, κατορθώνοντας αξιοθαύμαστα να συνδυάζει το πριν και το μετά τόσο στο υποκειμενικό όσο και στο αντικειμενικό πεδίο. Αξιοθαύμαστη είναι και η συνύπαρξη, με όλες τις διαφορές τους, του επαρχιακού Νιου Τζέρσι και της κοσμοπολίτικης Νέας Υόρκης και του Παρισιού. (Δεν είναι τυχαίες οι συχνές αναφορές στον κινηματογράφο και στις γαλλικές ταινίες που παρακολουθεί στο Μανχάταν ο Φέργκιουσον.)

Για όσους είναι κάπως εξοικειωμένοι με την τοπογραφία της κοσμοπολίτικης Νέας Υόρκης και του επαρχιώτικου Νιου Τζέρσι η συνύπαρξή τους συνιστά μεγάλο μέρος της γοητείας της Αμερικής. Και η γοητεία αυτή είναι εμφανέστατη στο βιβλίο του Οστερ, βιβλίο αμερικανικό χωρίς αμφιβολία, γραμμένο όμως από έναν συγγραφέα που γνώριζε καλά την Ευρώπη, αφού έζησε για ένα διάστημα στη Γαλλία. (Θυμίζω πως ο Οστερ ξεκίνησε ως ποιητής και μάλιστα εξέδωσε μια από τις καλύτερες ανθολογίες γαλλικής ποίησης όπου περιλαμβάνονται και πολλές δικές του μεταφράσεις.)

Η μνήμη και η φαντασία


Εντυπωσιακό είναι το ότι οι τέσσερις ζωές του Φέργκιουσον, όπως και οι αντίστοιχες των γονέων του, ενώ είναι διαφορετικές, στην πραγματικότητα λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία και κατά κάποιον τρόπο αντανακλούν η μία την άλλη, κυρίως στον τρόπο με τον οποίον οι βασικοί χαρακτήρες αντιλαμβάνονται το πώς αλλάζει η ζωή τους. Κι ενώ η αφήγηση είναι ρεαλιστική, δύο βασικοί παράγοντες την απογειώνουν: η μνήμη και η φαντασία, χωρίς τις οποίες δεν μπορούμε να καταλάβουμε ποιο είναι το νόημα της ζωής.

Αυτή η κατανόηση εκ μέρους των πρωταγωνιστών τούς καθιστά αλησμόνητους σε ένα πρώτης κατηγορίας μυθιστόρημα, όπως αυτό, όπου το αφηγηματικό τέμπο είναι σχεδόν αλάνθαστο. Ετσι λοιπόν η δυνατότητα να κάνουμε εκείνο ή το άλλο, όσο σημαντική κι αν τη θεωρούμε, δεν είναι προσδιοριστική του βίου στον οποίο βασικό ρόλο παίζει η σύμπτωση. Επομένως, το τι έχουμε κάνει μπορεί μεν να ορίζει το πώς μας βλέπουν ή πώς μας κρίνουν οι άλλοι, όμως εξίσου σημαντικό είναι και το ποιοι νομίζουμε εμείς πως ήμασταν, ποια ιδέα είχαμε για τον εαυτό μας και πώς αντιλαμβανόμασταν τις αλλαγές σε σχέση με αυτά που πιστεύαμε ή που ζούσαμε. Αυτό προκύπτει από τις τέσσερις ζωές του Φέργκιουσον.

Το υπαρξιακό στοιχείο, ευρωπαϊκό καθαρά, αναδύεται στο 4 3 2 1, ένα αυθεντικά αμερικανικό, ωστόσο, μυθιστόρημα, με το οποίο ο Πολ Οστερ ξεπερνά κατά πολύ κι εκείνη την εμβληματική του Τριλογία της Νέας Υόρκης. Οι θαυμαστές του στη χώρα μας δεν θα απογοητευθούν με το νέο του κατόρθωμα. Και για τον πρόσθετο λόγο ότι η μεταφράστριά του Μαρία Ξυλούρη το μετέφερε θαυμάσια στη γλώσσα μας και της αξίζει κάθε έπαινος.


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.