Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) πραγματοποίησε το 20ό Εθνικό Συνέδριό του στις 16-22 Οκτωβρίου. Ενώ το συνέδριο αυτό, που πραγματοποιείται κάθε πέντε χρόνια, συνήθως χαρακτηρίζεται από την αγωνία για το ποιος θα βρεθεί στα υψηλά κλιμάκια – στη Διαρκή Επιτροπή του Πολιτικού Γραφείου -, αυτή τη φορά ήταν βέβαιο ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα παρέμενε για μια άνευ προηγουμένου τρίτη θητεία.

Οποιες και αν θα ήταν οι αλλαγές στα υπόλοιπα έξι μέλη της Διαρκούς Επιτροπής, αντικατοπτρίζουν διαφορές στο στυλ και όχι στην ουσία. Το ΚΚΚ είναι πλέον το κόμμα του Σι και όλοι οι υπόλοιποι απλώς υπάρχουν. Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τις ευρύτερες δυνάμεις που μπορεί να διαταράξουν την Κίνα ως το τέλος της δεκαετίας του 2020 και μετά.

Εξουσία του ενός

Αν και εσωτερικά ο Σι έχει ισχυροποιηθεί αφότου ανέβηκε στην εξουσία το 2012, παραμένει ένας από τους λιγότερο κατανοητούς ηγέτες μεγάλης δύναμης. Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ακόμη και ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε περιορισμένη αίσθηση του τι μπορούσε να συζητήσει μαζί του και πού μπορούσε να του αντιταχθεί.

Ωστόσο ύστερα από μια δεκαετία του Σι στην εξουσία έχουμε ορισμένους έμπιστους παρατηρητές. Ο Κέρι Μπράουν από το King’s College στο Λονδίνο θεωρείται ο καλύτερος δυτικός ερμηνευτής της ζωής και της ιδεολογίας του Σι και έχει γράψει αρκετά βιβλία γι’ αυτόν. Το τελευταίο, «Xi: A Study in Power», περιγράφει εκτενώς την κοσμοθεωρία του Σι και υποστηρίζει ότι ο Σι πρέπει «να μην υποσχεθεί υπερβολικά πολλά, να μην επιχειρήσει υπερβολικά πολλά και να μην εξιδανικεύσει υπερβολικά». Συγκεντρώνοντας τόσο πολλή εξουσία στα χέρια του, ο Σι κινδυνεύει να είναι ο μοναδικός υπεύθυνος όταν τα πράγματα στραβώσουν.

Ενα άλλο αξιόλογο νέο βιβλίο είναι το «Xi Jinping: The Most Powerful Man in the World», των γερμανών δημοσιογράφων Στέφαν Αουστ και Αντριαν Γκάιγκες. Παρά τον τίτλο του, αναφέρεται περισσότερο στην Κίνα του Σι παρά στον ίδιο. Αλλά οι συγγραφείς παραδέχονται ότι ο Σι επιθυμεί πάνω απ’ όλα «να βάλει τη σφραγίδα του στην Κίνα – και στον κόσμο» και το βιβλίο τους είναι πολύτιμο για όσους δεν γνωρίζουν πολλά για τη σημερινή Κίνα και τον ηγέτη της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αυταρχικό, τεχνοκρατικό και εθνικιστικό όραμα του Σι για την Κίνα είναι στενά συνδεδεμένο με την προσωπικότητά του. Ομως ως «μαρξιστής του 21ου αιώνα», όπως αυτοπεριγράφεται, ο Σι ενδέχεται να γίνει ο πρώτος που θα δείξει ότι οι ευρείες κοινωνικές και ιστορικές δυνάμεις θα έχουν μεγαλύτερη επίδραση στην Κίνα τα επόμενα δέκα χρόνια απ’ όση οι αποφάσεις ακόμη και των ισχυρότερων πολιτικών.

 

«Η οικονομία, ηλίθιε»

Το πιο επείγον για τον Σι και το ΚΚΚ είναι να αποκαταστήσουν την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Αλλά το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ανάκαμψη, η πολιτική μηδενικής COVID, δεν μπορεί να συζητηθεί ανοιχτά διότι είναι πολύ στενά συνδεδεμένη με τον ίδιο τον Σι. Από τις αρχές του 2022, έχει περιοριστεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών ενώ μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις παραπαίουν στη Σανγκάη, στο Τσενγκντού και σε άλλες μεγάλες πόλεις, λόγω της αβεβαιότητας για το αν και πότε θα αναγκαστούν ξαφνικά να ξανακλείσουν (συνήθως κατόπιν ολιγόωρης προειδοποίησης).

Αλλά το να μπει απλώς τέλος στην πολιτική μηδενικής COVID δεν είναι αρκετό, διότι η Κίνα αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει ξένα εμβόλια mRNA και διότι πολλοί από τους ηλικιωμένους δεν έχουν καν λάβει κάποιο από τα λιγότερο αποτελεσματικά εγχώρια εμβόλια. Το αν θα ξανανοίξει η οικονομία με ασφάλεια μάλλον εξαρτάται από το αν η Κίνα θα μπορέσει να αναπτύξει ένα καλύτερης ποιότητας εμβόλιο και να το χορηγήσει στους πιο ευάλωτους από τον πληθυσμό της (το οποίο θα χρειαστεί μάλλον ακόμη εντονότερο εξαναγκασμό).

Τα αποτελέσματα της οικονομικής επιβράδυνσης της Κίνας είναι ήδη ορατά. Η πρωτοβουλία Μια Ζώνη, Ενας Δρόμος, το θεμέλιο της προσπάθειας της Κίνας να αποκτήσει γεωπολιτική ισχύ την τελευταία δεκαετία, προσαρμόζεται σιωπηρά. Εχουν λιγοστέψει τα μεγάλα δάνεια προς κυβερνήσεις για μη βιώσιμα οικονομικά προγράμματα στον Παγκόσμιο Νότο (όπως υπερταχεία τρένα στην υποσαχάρια Αφρική) και δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο να συμβάλει ο κινεζικός ιδιωτικός τομέας, το οποίο μεταφράζεται σε περισσότερα έργα που να μπορούν να παράσχουν γρήγορα κέρδη στους μετόχους.

Ενώ η κινεζική Πρωτοβουλία για την Παγκόσμια Ασφάλεια παραμένει ακόμη υπό διαμόρφωση, είναι σαφές ότι προσπαθεί να επηρεάσει τους παγκόσμιους και περιφερειακούς θεσμούς ώστε να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Κίνας – για παράδειγμα, ζητώντας περισσότερη κρατική παρέμβαση στο Internet. Αλλά μένει να φανεί η ελκυστικότητα μιας παγκόσμιας ιδεολογίας που δεν συνοδεύεται από την ανάλογη χρηματοδότηση.

Προς τα πού πάει η αγορά;

Η Κίνα έχει ευκαιρίες για να σχεδιάσει ένα αποτελεσματικό μοντέλο για την επόμενη φάση της οικονομικής της ανάπτυξης, αλλά μένει να δούμε αν οι ηγέτες της θα τις αδράξουν. Το τεχνολογικό της περιβάλλον παραμένει εξαιρετικό σε παγκόσμιο επίπεδο και εταιρείες όπως οι Bytedance, Huawei και Tencent μπορούν να παράσχουν μια ισχυρή βάση για μια οικονομία υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και υψηλότερων εισοδημάτων.

Επιπλέον, η ένταξη του Χονγκ Κονγκ στην Ευρύτερη Περιοχή του Κόλπου (σ.τ.μ. μια «μεγαπόλη» εννέα πόλεων που προορίζεται για ηγετικό οικονομικό παγκόσμιο ρόλο ως το 2035) καθιστά δυνατό ένα νέο εμπορικό και τεχνολογικό δίκτυο στη Νότια Κίνα. Οι βαθιές δεξαμενές κεφαλαίου του Χονγκ Κονγκ μπορούν να κατευθυνθούν στην άλλη πλευρά των συνόρων, στο Σεντζέν, για να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή μπαταριών για ηλεκτρικά αυτοκίνητα και άλλες βιομηχανίες αιχμής του μέλλοντος. Την ίδια στιγμή, νέες υπερταχείες σιδηροδρομικές συνδέσεις ανάμεσα στη Νότια Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία θα μπορούσαν να συνδέσουν τη χώρα με μία από τις πιο δυναμικές οικονομικά περιοχές του κόσμου.

Αλλά για να λειτουργήσει το μοντέλο αυτό η Κίνα πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση σε διάφορα μέτωπα. Αν και οι αυταρχικές πολιτικές δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατες με τις επιστημονικές καινοτομίες (πολλά καταπιεστικά κράτη έχουν γερές επιστημονικές βάσεις), στους ταλαντούχους επιστήμονες, τεχνολόγους και επιχειρηματίες δεν αρέσει να τους λένε τι να κάνουν και στον σημερινό κόσμο μπορούν εύκολα να ψηφίσουν με τα πόδια τους. Οι επιχειρηματίες της τεχνολογίας που πετάγονται στην Κίνα για μια δίωρη επαγγελματική συνάντηση δεν θέλουν να μπουν προηγουμένως σε δεκαπενθήμερη καραντίνα, ούτε θέλουν να ρισκάρουν τον εγκλεισμό τους σε νοσοκομείο επί εβδομάδες αν τυχόν βρεθούν θετικοί στον κορωνοϊό.

Επίσης, επί χρόνια οι κινέζοι φοιτητές ενθαρρύνονταν να μάθουν αγγλικά και να σπουδάσουν στο εξωτερικό προκειμένου να φέρουν κάποτε στη χώρα τη γνώση που απέκτησαν. Σήμερα όμως όσοι επιστρέφουν πρέπει να περάσουν ένα μεγάλο διάστημα σε καραντίνα και υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση ότι η μετάβασή τους στο εξωτερικό υποβάθμισε το εθνικό έργο αντί να συμβάλει σε αυτό – πράγμα κακό για την οικονομία. Η ενθάρρυνση περισσότερων Κινέζων να παραμείνουν στην Κίνα για σπουδές ενισχύει την εθνική υπερηφάνεια αλλά απομονώνει τη χώρα από τις διεθνείς επιστημονικές τάσεις και την ευρύτερη ανταλλαγή γνώσης.

Ενα ακόμη πρόβλημα αποτελεί η αυξανόμενη αίσθηση στην Κίνα ότι η επιχειρηματικότητα προσελκύει υπερβολική προσοχή για να αξίζει το ρίσκο. Η σαρωτική καταστολή της κυβέρνησης κατά μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών το 2020-21 έγινε πρωτοσέλιδο σε όλο τον κόσμο, ιδίως όταν ο ιδρυτής της Alibaba Τζακ Μα εξαφανίστηκε από την κοινή θέα επειδή τόλμησε να επικρίνει τις χρηματοπιστωτικές ρυθμιστικές αρχές.

Παρότι ανώτατοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι, όπως ο αναπληρωτής πρωθυπουργός Λιου Χε, έχουν δηλώσει δημοσίως ότι ο τομέας της υψηλής τεχνολογίας είναι κρίσιμος για την ανάπτυξη, εγχώριοι και διεθνείς επενδυτές είναι επιφυλακτικοί ως προς τις αιφνίδιες, μη αναμενόμενες αλλαγές πολιτικής. Η πολιτική μπορεί να έχει το πρόσταγμα, αλλά οι αγορές ακολουθούν τη δική τους λογική.

Μεγάλοι πειρασμοί

Η Κίνα πρέπει επίσης να χειριστεί τη δημογραφική της κρίση. Τέσσερις δεκαετίες πολιτικής τού ενός παιδιού άφησαν τη χώρα με έναν γρήγορα γηράσκοντα πληθυσμό και όλα τα προβλήματα που αυτό προκαλεί. Την επόμενη δεκαετία η κυβέρνηση θα κληθεί να βρει πώς θα πληρώνει τα κοινωνικά προγράμματα και την περίθαλψη σε μακροχρόνιο επίπεδο, παίρνοντας μέτρα όπως η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης για να μην καταρρεύσει το εύθραυστο συνταξιοδοτικό σύστημα. Θα απαιτηθούν υψηλές δαπάνες, οι οποίες με τη σειρά τους απαιτούν σταθερή οικονομική ανάπτυξη που εξαρτάται από τη διατήρηση της σταθερότητας.

Κάθε λάθος υπονομεύει τη σταθερότητα. Ιδιαίτερα άσχημες επιπτώσεις θα είχε η προσπάθεια ενσωμάτωσης της Ταϊβάν. Την τελευταία πεντηκονταετία διατηρούνταν μια δύσκολη ισορροπία: οι περισσότερες χώρες δεν είχαν αναγνωρίσει την Ταϊβάν, η Κίνα τη θεωρούσε μέρος της αλλά δεν επενέβαινε στις περισσότερες εγχώριες ή μη δραστηριότητες του νησιού και οι ψηφοφόροι στην Ταϊβάν (από τη δεκαετία του ’90) εκλέγουν κόμματα που στην πράξη διατηρούν το στάτους κβο, αν και όχι πάντα και στη ρητορική τους.

Επί Σι όμως υπάρχει μεγαλύτερη πίεση για να τερματιστεί αυτή η αμφισημία. Ενώ η νέα πολιτική της Κίνας για την Ταϊβάν ορίζει ότι ένα πλαίσιο «μίας χώρας, δύο συστημάτων», όπως στο Χονγκ Κονγκ, θα επιβληθεί στο νησί μετά την επανένωση, ο δρακόντειος κινεζικός Νόμος για την Εθνική Ασφάλεια του 2020 που επιβλήθηκε στο Χονγκ Κονγκ έστειλε το μήνυμα στην Ταϊβάν ότι η δημοκρατία της θα περιοριστεί με μια τέτοια διευθέτηση.

Κανένας εκτός από τους ανώτατους ηγέτες της Κίνας δεν γνωρίζει αν η προσπάθεια για τον έλεγχο της Ταϊβάν θα πραγματοποιηθεί εντός της δεκαετίας του 2020 ή αργότερα. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε κυρώσεις από τη Δύση. Αυτό αναμφίβολα θα πλήξει την παγκόσμια οικονομία αλλά θα κοστίσει πάρα πολλά και στην Κίνα. Η διατάραξη ή ακόμη και καταστροφή των εργοστασίων ημιαγωγών της Ταϊβάν, για παράδειγμα, θα έχει τεράστιες επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα του τεχνολογικού τομέα της Κίνας.

Παγκόσμια Κίνα

Αντίθετα αν ο Σι χαμηλώσει τη θερμοκρασία στην Ταϊβάν, θα μπορέσει να επικεντρωθεί στην άλλη μεγάλη του προτεραιότητα για την επόμενη πενταετία: να ενισχύσει την επιρροή της Κίνας στις περιοχές του κόσμου όπου ο έλεγχος παραμένει ρευστός.

Εντός του ΟΗΕ η Κίνα δεν σκοπεύει να ανατρέψει τις υπάρχουσες νόρμες, όπως έκανε η Ρωσία, αλλά να τις επανεφεύρει και να τις αναδιαμορφώσει προκειμένου να βολεύουν τη δική της κοσμοθεωρία. Το Πεκίνο επιθυμεί, για παράδειγμα, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να δίνει προτεραιότητα στα συλλογικά δικαιώματα (όπως στην εγγύηση για οικονομική επιβίωση) και όχι στις ατομικές ελευθερίες, όπως η ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι.

Η Κίνα θα διεκδικήσει μεγαλύτερο ρόλο σε περιοχές όπως ο Ινδικός και ο Αρκτικός Ωκεανός, όπου οι νόρμες είναι πιο αδύναμες και παραμένουν ευκολότερα διαμορφώσιμες από εκείνες στον Ατλαντικό ή στον Ειρηνικό. Το ίδιο ισχύει για το Διάστημα και τον κυβερνοχώρο, όπου η τεχνολογία αλλάζει πολύ πιο γρήγορα από τον νόμο. Ο αγώνας για τον έλεγχο των κανόνων που διέπουν την τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχιστεί και στη δεκαετία του 2030. Η Κίνα ήδη προσπαθεί να γίνει ο κυρίαρχος ηγέτης στον κρίσιμο αυτόν τομέα.

Σε ζητήματα που κυμαίνονται από τον μηδενική COVID ως την Ταϊβάν, η διακυβέρνηση και οι προσωπικές προτιμήσεις του Σι θα βαρύνουν στα επόμενα χρόνια. Ομως η μακροχρόνια ισχύς της Κίνας θα πηγάσει επίσης από την τεράστια οικονομία της, τις μεγάλες και ενισχυόμενες ένοπλες δυνάμεις της και την ικανότητά της για τεχνολογικές καινοτομίες. Απομένει να δούμε πόσο θα περιορίσει τις εγχώριες και προσωπικές ελευθερίες, ενώ θα παρουσιάζεται παράλληλα ως υπόδειγμα παγκόσμια ηγεσίας: οι παγκόσμιες δυνάμεις πρέπει όχι μόνο να αναμένουν κριτική και επαίνους από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και να τα καλωσορίζουν. Ασχέτως του ποιοι ηγέτες θα προκύψουν από το συνέδριο του ΚΚΚ, τα ουσιώδη αυτά ζητήματα θα παραμείνουν στο επίκεντρο των συζητήσεων για το μέλλον της Κίνας και τη θέση της στον κόσμο.

Ο κ. Ράνα Μίτερ είναι καθηγητής Ιστορίας και Πολιτικής της Σύγχρονης Κίνας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το τελευταίο του βιβλίο είναι το «China’s Good War: How World War II Is Shaping a New Nationalism» (Belknap Press, 2020).