Αν τοποθετηθούν ο ένας πάνω στον άλλον οι φάκελοι με τα έγγραφα και τις φωτογραφίες της υπόθεσης Έπσταϊν, ξεπερνούν δύο φορές το ύψος του Πύργου του Αϊφελ. Τρία εκατομμύρια έγγραφα, 180.000 φωτογραφίες, πάνω από 2.000 βίντεο δόθηκαν στη δημοσιότητα από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, βάσει του νόμου που ψήφισε το Κογκρέσο με διακομματική συναίνεση. Δημοσιογράφοι και ερευνητές ψάχνουν τις διασυνδέσεις του Τζέφρι Έπσταϊν με πολιτικούς, εστεμμένους, επιχειρηματίες, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, μέλη της αμερικανικής και παγκόσμιας ελίτ που φωτογραφήθηκαν, αλληλογραφούσαν μαζί του ή κατονομάζονται στα έγγραφα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διέπραξαν ποινικά αδικήματα.
Ανάμεσα τους ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Μπιλ Κλίντον, ο πρώην υπουργός Οικονομικών και πρόεδρος του Χάρβαρντ Λάρι Σάμερς, ο Ιλον Μασκ, ο Μπιλ Γκέιτς, ο Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο πρώην πρίγκιπας Αντριου και η σύζυγός του Σάρα Φέργκιουσον, ο γκουρού της Ακροδεξιάς Στιβ Μπάνον, ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ, ο αριστερός διανοούμενος Νόαμ Τσόμσκι, η σύζυγος του διαδόχου του νορβηγικού θρόνου Μέτε Μαρίτ κ.ά. Δεν έχουν όλοι τον ίδιο βαθμό εμπλοκής, οι περισσότεροι κάνουν λόγο για περιστασιακή γνωριμία με τον Έπσταϊν, ενώ όλοι τονίζουν πως δεν έκαναν κάτι παράνομο.
Από τον κυκεώνα των εγγράφων αναδύεται ένα παράλληλο σύμπαν επιδραστικών ανθρώπων που ανταλλάσσουν ιδέες, εμπιστευτικές πληροφορίες για χρηματιστηριακές κινήσεις και για πολιτικές αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Προκύπτει, επίσης, ότι ενώ κάποια μέλη της ελίτ διέκοψαν κάθε επαφή με τον Έπσταϊν μετά την καταδίκη του το 2008 για εξώθηση ανήλικης στην πορνεία και δήλωσαν άγνοια για αυτές τις δραστηριότητες του χρηματιστή, κάποιοι άλλοι διατήρησαν την επαφή μαζί του ποντάροντας στις γνωριμίες και στις συμβουλές του για να αποκομίσουν οικονομικά ή άλλα οφέλη. Ανθρωποι με χρήμα, αξιώματα και επιρροή εντός και εκτός ΗΠΑ επικοινωνούσαν με τον Έπσταϊνμέχρι που εκείνος συνελήφθη το 2019 με ακόμα βαρύτερες κατηγορίες και έναν μήνα αργότερα βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί του. Οι Αρχές λένε ότι αυτοκτόνησε.
Ομως εκείνοι που ακόμα και σήμερα επιμένουν πως «δεν είδαν, δεν άκουσαν, δεν γνώριζαν» για τον βίο του Έπσταϊν είναι απίθανο να μην είχαν μάθει για την καταδίκη του στη Φλόριντα, σε μια υπόθεση που ξεκίνησε το 2005, μετά από καταγγελία γονέα για τον βιασμό ενός 14χρονου κοριτσιού.
Η αμφιλεγόμενη συμφωνία
Οι Αρχές συγκέντρωσαν καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση συνολικά 36 κοριτσιών, όμως σε μια αμφιλεγόμενη συμφωνία με την Εισαγγελία ο Έπσταϊν ομολόγησε μόνο για το 14χρονο κορίτσι και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 13 μηνών. Κάνοντας χρήση ειδικού προγράμματος, περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας εκτός φυλακής, ενώ εξασφάλισε ασυλία για τις υπόλοιπες κατηγορίες, που μπήκαν στο αρχείο. Επικεφαλής της Εισαγγελίας ήταν ο Αλεξάντερ Ακόστα, ο οποίος διορίστηκε υπουργός Εργασίας από τον πρόεδρο Τραμπ το 2017 και παραιτήθηκε το 2019, στη σκιά του σκανδάλου που ξέσπασε με τη δεύτερη σύλληψη του Έπσταϊν.
Πριν από δύο δεκαετίες ο Έπσταϊν ήταν ένας επιτυχημένος χρηματιστής με ευρύ κύκλο γνωριμιών στη Γουόλ Στριτ, στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή. Ανήκε στον κύκλο των πλουσίων και διασήμων, έκανε δουλειές εκατομμυρίων δολαρίων με κερδοσκοπικά κεφάλαια, μεσολαβούσε μεταξύ επιχειρηματιών και πολιτικών, δρούσε σαν να ήταν υπεράνω του νόμου. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι ήταν διπλός ή τριπλός πράκτορας που δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, της Βρετανίας, της Ρωσίας, των ΗΠΑ. Η σύντροφός του Γκιλέιν Μάξγουελ, κόρη του πρώην μεγιστάνα του Τύπου Ρόμπερτ Μάξγουελ, η οποία του άνοιξε την πόρτα στους κοσμικούς κύκλους του Λονδίνου και εκτίει ποινή 20ετούς κάθειρξης για εμπορία ανηλίκων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση, κρατά το στόμα της κλειστό. Ουδείς άλλος έχει καταδικαστεί για την υπόθεση.
Ο Έπσταϊν είχε έπαυλη στη Φλόριντα, σπίτια στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι, ράντσο στο Νέο Μεξικό, όμως η κορωνίδα των ακινήτων του ήταν το νησί Μικρό Σεντ Τζέιμς της Καραϊβικής, το οποίο αγόρασε το 1998. Στις καμπάνες του νησιού φιλοξενήθηκαν πρώην αρχηγοί κρατών, πρίγκιπες, επιχειρηματίες και άλλοι φίλοι του χρηματιστή. Οι φίλοι του «έπεσαν από τα σύννεφα» το 2008, όμως αρκετοί στάθηκαν στο πλευρό του, όπως φαίνεται στα email που ήλθαν στο φως της δημοσιότητας. Αλλοι επέλεξαν να σιωπήσουν μετά από λακωνικές δηλώσεις αποδοκιμασίας του Επστιν, ελπίζοντας ότι έτσι θα ξεχαστεί η όποια σχέση μαζί του.
Τώρα το ζεύγος Κλίντον αναγκάζεται να καταθέσει σε επιτροπή της Βουλής προκειμένου να μην αντιμετωπίσει κυρώσεις για προσβολή του Κογκρέσου, ενώ ο Τραμπ δηλώνει ότι αποδείχθηκε περίτρανα η αθωότητά του παρά τις προσπάθειες των Δημοκρατικών να τον εμπλέξουν στο σκάνδαλο. «Αν υπήρχε το παραμικρό σε βάρος μου θα το είχαν βγάλει στη φόρα όταν κυβερνούσαν» δήλωσε ο Τραμπ, που έλεγε προεκλογικά ότι η υπόθεση Έπσταϊν είναι ένα σκάνδαλο της ελίτ του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν για συγκάλυψη, ενώ στην εκλογική βάση του κάνουν θραύση τα λαϊκιστικά αφηγήματα καθώς και οι θεωρίες συνωμοσίας για μια παγκόσμια μυστική κυβέρνηση παιδοβιαστών, για ανθρωποθυσίες κ.λπ.
Οι «καμένοι»
Οπως ήταν αναμενόμενο, οι παρίες της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, ο πρίγκιπας Αντριου και η σύζυγός του, «κάηκαν» πρώτοι από τις νέες αποκαλύψεις. «Καίγεται» επίσης ο πρώην υπουργός Επιχειρηματικότητας της Βρετανίας και πρώην επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ Πίτερ Μάντελσον, ο οποίος παραιτήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων, ενώ διεξάγεται σε βάρος του ποινική έρευνα επειδή εν μέσω της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2009 ενημέρωνε τον Έπσταϊν για τη στρατηγική της κυβέρνησης του Γκόρντον Μπράουν. Ο Μάντελσον φέρεται να έλαβε δεκάδες χιλιάδες στερλίνες από τον Έπσταϊν και ότι είχε ζητήσει από τον χρηματιστή να μεσολαβήσει ώστε να αναλάβει θέση σε μεγάλη ευρωπαϊκή τράπεζα με ετήσιες απολαβές 4-5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Αυτή ήταν η κανονικότητα στις σχέσεις του Έπσταϊν, εξήγησε ο Νταν Νιντλ, νομικός και ιδρυτής της ΜΚΟ, Tax Policy Associates μιλώντας στο Channel 4: «Στην παμπ κερνάω μπίρες τους φίλους μου, με κερνούν και εκείνοι. Δεν υπάρχει κάποια γραπτή συμφωνία, είναι αυτονόητο και κοινωνικά αποδεκτό, έτσι γίνεται στις παμπ. Πιστεύω ότι ήταν κοινωνικά αποδεκτό για τον Έπσταϊν και τους ανθρώπους με τους οποίους επικοινωνούσε, συμπεριλαμβανομένου του Πίτερ Μάντελσον, ότι παίρνεις κάτι για κάτι που δίνεις. Από τη μια πλευρά η πρόσβαση, από την άλλη το χρήμα».
