Η συνάντηση με έναν άνθρωπο που το περιοδικό «TIME» έχει συμπεριλάβει στην περίφημη λίστα με τις «100 πιο επιδραστικές προσωπικότητες στον κόσμο» περιμένεις a priori να έχει κάτι το υπερβατικό.
Αλλωστε ο Κωνσταντίνος Καρνάζης, κατά κόσμον Dean Karnazes, δεν είναι απλώς ένας δρομέας-φαινόμενο. Το περιοδικό «Men’s Fitness» τον έχει ανακηρύξει έναν από τους πιο fit ανθρώπους στον πλανήτη, ενώ το «GQ» τον χαρακτήρισε κάποτε ως τον «Τέλειο Ανθρωπο».
Είναι ο αθλητής που κέρδισε τον πιο σκληρό αγώνα δρόμου στον κόσμο, το Badwater Ultramarathon, τρέχοντας 135 μίλια (217 χλμ.) χωρίς στάση μέσα στην Κοιλάδα του Θανάτου της Καλιφόρνιας στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι εκείνος που διέσχισε τρέχοντας τη Σαχάρα και αυτός που ολοκλήρωσε έναν μαραθώνιο – τον πρώτο στην Ιστορία – στον Νότιο Πόλο.

© Γιώργος Βελλής
Για πολλούς βέβαια το απόλυτο ορόσημο ήρθε το 2006, όταν ο Καρνάζης έτρεξε 50 μαραθωνίους, σε 50 διαφορετικές Πολιτείες των ΗΠΑ, σε 50 συνεχόμενες ημέρες. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, έχει αγωνιστεί και στις επτά ηπείρους – όχι μία αλλά δύο φορές.
Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό, αν όχι παράξενο, ότι αυτός ο θρύλος των υπεραποστάσεων, που μάλιστα την Κυριακή αγωνίστηκε για πρώτη φορά στη ζωή του στον 20ό επετειακό Μαραθώνιο «Μέγας Αλέξανδρος» της Θεσσαλονίκης, αποφάσισε να ρίξει άγκυρα στην Ελλάδα.
Τουλάχιστον έτσι το αντιλαμβάνεσαι πριν τον ακούσεις να μιλάει για την καταλυτική επιρροή που είχαν οι αφηγήσεις για την Ελλάδα – από τους μετανάστες παππούδες του – στην ανατροφή του και την αγάπη που ο ίδιος σφυρηλάτησε για τη χώρα των προγόνων του μέσα από τα αναγνώσματά του ήδη από την παιδική ηλικία του.
«Το τρέξιμο σου δίνει μια τεράστια αίσθηση ελευθερίας. Δεν έχεις τίποτα. Μόνο τα ρούχα σου, ίσως λίγο νερό και τα παπούτσια σου»
«Εχω διαβάσει μάλλον δέκα διαφορετικές μεταφράσεις της Οδύσσειας» λέει. «Ξέρετε, ο μεταφραστής έχει τεράστια σημασία, γιατί οι λέξεις στα ελληνικά είναι πολύ πιο εκφραστικές και δυνατές σε σχέση με τα αγγλικά. Είναι δύσκολο να συλλάβεις το πραγματικό, το βαθύ τους νόημα σε άλλη γλώσσα».
Η εμμονή του Καρνάζη με την ελληνικότητα κάθε άλλο παρά όψιμη είναι. Γεννημένος και μεγαλωμένος στις ΗΠΑ, γνώρισε την Ελλάδα μέσα από το πρίσμα της ομογένειας: «Πρέπει να θυμάστε πάντα κάτι για τη διασπορά: ότι οι μετανάστες αγαπούν την Ελλάδα ίσως περισσότερο και από τους ίδιους τους Ελληνες. Την πήραν και την έφεραν μαζί τους στην Αμερική.

Οταν ήμουν μικρός στο Λος Αντζελες, πηγαίναμε στην ελληνική εκκλησία, την Αγία Σοφία – εκεί βαφτίστηκα κι εγώ. Τότε άρχισα να γοητεύομαι από την Ελλάδα, ταυτόχρονα ξεκίνησα να μαθαίνω για το τρέξιμο, τον κλασικό αθλητισμό και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Συνειδητοποίησα ότι προερχόμαστε από κάτι σπουδαίο και αυτό μου τροφοδότησε τεράστια περηφάνια».
Σήμερα, αυτό ακριβώς είναι το αίσθημα που προσπαθεί να μεταδώσει στους ανθρώπους οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους τις τύχες του παγκόσμιου αθλητισμού. Ο Καρνάζης δηλώνει πανέτοιμος να συνεργαστεί με την οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Αντζελες 2028, με έναν ξεκάθαρο σκοπό: να φέρει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου στην Αρχαία Ολυμπία, στη γενέτειρα των Αγώνων.
Παράλληλα, προσκαλεί VIP δρομείς από την Αμερική στην Αθήνα, οργανώνοντας πεζοπορίες και ξεναγήσεις στον Μαραθώνα, τους Δελφούς, το Σούνιο: «Οταν φεύγουν, μου λένε: “Αυτό είναι το καλύτερο ταξίδι της ζωής μου. Εχω τρέξει 100 μαραθωνίους, αλλά τώρα που ξέρω την ιστορία, αυτό που κάνω αποκτά πολύ μεγαλύτερο νόημα”».
Η επανεκκίνηση των 30ων γενεθλίων
Για τον Καρνάζη, το τρέξιμο δεν ξεκίνησε ως άθλημα ή ανταγωνισμός, αλλά ως ένστικτο. Από την ηλικία των πέντε ετών πήγαινε και επέστρεφε από το σχολείο τρέχοντας. «Δεν ήξερα γιατί, απλά το λάτρευα. Οι φίλοι μου νόμιζαν ότι ήμουν τρελός – έκαναν ποδήλατο δίπλα μου κι εγώ έτρεχα.

Θυμάμαι έναν ηλικιωμένο να μου λέει: “Μην τρέχεις, ο μαραθωνοδρόμος πέθανε!”. Δεν ήξερα τότε την πραγματική ιστορία του Φειδιππίδη, νόμιζα απλώς ότι πέθανε από το πολύ τρέξιμο» θυμάται με ένα πλατύ χαμόγελο.
Ετρεξε ανταγωνιστικά μέχρι τα 14 του, κατακτώντας το πρωτάθλημα με την ομάδα του σχολείου του. Και μετά, απλώς σταμάτησε. «Σκέφτηκα: “Αυτό ήταν, κέρδισες, σταμάτα τώρα που είσαι στην κορυφή”».
Η ζωή του πήρε τον τυπικό δρόμο της επιτυχίας: αποφοίτησε από τη McLaren School of Business & Management του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο και διέγραψε μια αξιοσημείωτη επαγγελματική πορεία δουλεύοντας σε αρκετές εταιρείες της λίστας Fortune 500.
«Μέσα από το τρέξιμο έμαθα ότι είσαι καλύτερος από όσο νομίζεις. Οτι μπορείς να πας πολύ πιο μακριά από όσο πιστεύεις ότι αντέχεις».
Ολα έδειχναν τέλεια, μέχρι που έφθασε η νύχτα των 30ών γενεθλίων των. Μια βραδιά που έχει περάσει πλέον στη σφαίρα του αθλητικού μύθου. Βρισκόταν σε ένα μπαρ στο Σαν Φρανσίσκο, πίνοντας με φίλους για να γιορτάσει. Τα μεσάνυχτα τους ανακοίνωσε ότι φεύγει.
Οταν του πρότειναν άλλη μια γύρα τεκίλες, η απάντησή του ήταν αναπάντεχη και κάθετη: «Οχι, θα πάω να τρέξω 30 μίλια (48 χλμ.) για να γιορτάσω τα 30 μου χρόνια».

© Γιώργος Βελλής
Είχε πιει πολύ, αλλά κυρίως βρισκόταν σε βαθιά αμηχανία με τη ζωή του: «Τους είπα: “Δεν μου αρέσει να είμαι επιχειρηματίας. Το μισώ. Ναι, είμαι επιτυχημένος, έχω μετοχές, έχω όλα όσα υποτίθεται ότι θα μου έφερναν την ευτυχία, αλλά νιώθω τόσο άδειος μέσα μου”».
Εκείνη τη νύχτα, βγήκε από το μπαρ, έβγαλε το παντελόνι του, το πέταξε σε ένα στενό, έμεινε με το εσώρουχό του και ξεκίνησε να τρέχει προς το Half Moon Bay.
Η επιφοίτηση του δρομέα
«Στην αρχή ένιωθα τέλεια, γιατί ήμουν μεθυσμένος. Οταν όμως το αλκοόλ άρχισε να ξεθυμαίνει, ξεκίνησα να πονάω πολύ. Σκέφτηκα: “Κακή ιδέα, ηλίθιε, γιατί το κάνεις αυτό;”. Αλλά θυμάμαι να κοιτάζω ψηλά – ήταν ίσως 3 τα ξημερώματα, στη μέση του πουθενά –, είδα τα αστέρια και τον ουρανό και ένιωσα κάτι σαν επιφοίτηση.
Ηταν σαν να μου είπε ο Θεός: “Κωνσταντίνε, είσαι δρομέας. Κάνε αυτό που αγαπάς. Γιατί πιέζεις τον εαυτό σου να γίνεις επιχειρηματίας αφού δεν σου αρέσει;”. Συνέχισα να τρέχω. Εφθασα περίπου την ώρα που ανέτειλε ο ήλιος και είπα: “Παραιτούμαι από τη δουλειά μου και γίνομαι δρομέας”».

Οι γύρω του τον πέρασαν – μάλλον εύλογα τότε – για τρελό. Εκείνος, πάνω από τρεις δεκαετίες μετά, εξακολουθεί να τρέχει. Τι είναι όμως αυτό που τον ωθεί να αφήνει τη βολή του και να υποβάλλει το σώμα του σε ακραίες δοκιμασίες; «Το τρέξιμο σου δίνει μια τεράστια αίσθηση ελευθερίας.
Δεν έχεις τίποτα. Μόνο τα ρούχα σου, ίσως λίγο νερό, τα παπούτσια σου. Προτιμώ απλά να τρέχω παρά να ανταγωνίζομαι. Πολλές φορές τρέχω από το σπίτι μου μέχρι τον Μαραθώνα, περίπου 40 χιλιόμετρα. Ανεβαίνω την Πεντέλη, κατεβαίνω στη λίμνη του Μαραθώνα και πραγματικά το απολαμβάνω.
«Οταν έφθασα στον 19ο μαραθώνιο, σκέφτηκα: “Δεν πρόκειται να τον τελειώσω”. Και μετά αναλογίστηκα ότι έπρεπε να κάνω το ίδιο πράγμα για άλλες 31 ημέρες σερί»
Οταν φτάνω στον μαραθώνα, τρώω ένα σουβλάκι. Πίνω και λίγο ούζο και γυρίζω σπίτι με Uber. Το αγαπώ αυτό. Νιώθω απελευθερωμένος. Ολα τα άσχημα εξαφανίζονται για λίγο όταν τρέχεις. Αν δεν είναι πανέμορφο αυτό, τότε τι είναι;».
Ναι, αλλά δεν είναι άλλο πράγμα το τρέξιμο 10, 20, 30 ή έστω 40 χιλιομέτρων και διαφορετικό να υποβάλλει κανείς τον εαυτό του στη βάσανο υπερμαραθώνιων αποστάσεων που θέτουν σώμα και νου στα όριά του;

Για τον Καρνάζη, εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία: «Υπάρχει μαγεία στην καταπόνηση. Οι πιο δυνατές μας στιγμές είναι όταν πονάμε. Είναι αστείο, γιατί κανείς μας δεν θέλει να πονάει, αλλά αυτές τις στιγμές θυμόμαστε τελικά.
Στον υπερμαραθώνιο, ξεκινάς και βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει. Τρέχεις όλη μέρα, παρακολουθείς τον ήλιο στον ουρανό, βλέπεις το ηλιοβασίλεμα. Μετά βλέπεις το φεγγάρι να βγαίνει και τρέχεις όλη τη νύχτα, χωρίς σταματημό. Και μετά βλέπεις πάλι την ανατολή. Είναι κάτι πρωτόγονο.
Ετσι ζήσαμε για αιώνες οι άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη. Πόσοι πιστεύεις ότι έχουν περάσει ένα ολόκληρο 24ωρο έξω στη φύση σε όλη τους τη ζωή; Νιώθεις μια βαθύτερη σύνδεση με το Σύμπαν. Αποκτάς μια πνευματικότητα. Είναι σαν το σώμα να μην αποτελεί καν μέρος της διαδικασίας.

Ναι, περνάς κύκλους όπου πονάς αφόρητα, που δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι άλλο πέρα από τον πόνο, όμως μετά αυτός εξαφανίζεται και δεν νιώθεις απολύτως τίποτα».
50 μαραθώνιοι σε 50 ημέρες
Από όλους τους (πολλούς) αγώνες που έχει τρέξει ανά τον πλανήτη, ο Καρνάζης ξεχωρίζει έναν αγώνα 100 μιλίων (160 χλμ.) στην Παταγονία. Τη μέρα είχε ζέστη, το βράδυ ξεσπούσε χιονοθύελλα: «Ημουν στο βουνό, σε μια κορυφογραμμή, με τον φακό κεφαλής.
Ηταν θεοσκότεινα. Δεν μπορούσες να δεις ούτε στο μισό μέτρο. Θυμάμαι ότι κοίταξα κάτω, είδα έναν γκρεμό και σκέφτηκα: “Αν κάνω ένα λάθος βήμα, πέθανα”. Ηταν απίστευτο, όμως δεν φοβήθηκα».

Αυτή η απουσία φόβου (για κάποιους άγνοια κινδύνου) ήταν που τον οδήγησε να τρέξει έναν ακόμα πιο απαιτητικό αγώνα, 200 μιλίων σκυταλοδρομίας, εντελώς μόνος του, και μάλιστα δέκα διαφορετικές φορές, συναγωνιζόμενος ομάδες των δώδεκα ατόμων.
Αλλά το εγχείρημα ή καλύτερα το ανδραγάθημα που τράβηξε τα βλέμματα όλου του κόσμου ήταν το project των 50 μαραθωνίων σε 50 συνεχόμενες ημέρες που ολοκλήρωσε το 2006. «Οταν έφθασα στον 19ο μαραθώνιο, σκέφτηκα: “Δεν πρόκειται να τον τελειώσω”. Και μετά αναλογίστηκα ότι έπρεπε να κάνω το ίδιο πράγμα για άλλες 31 ημέρες σερί.
«Οταν ήμουν νεότερος, γελούσα με αυτούς που έκαναν πάνω από τέσσερις ώρες στον μαραθώνιο. Τώρα πρέπει να δουλέψω πολύ σκληρά για να τρέξω κάτω από τις τέσσερις ώρες»
Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα κατάφερα. Το ανθρώπινο σώμα είναι τόσο ανθεκτικό. Μάλιστα ο τελευταίος μαραθώνιος, στη Νέα Υόρκη, ήταν και ο πιο γρήγορός μου. Τον έτρεξα σε 3 ώρες και 30 δευτερόλεπτα».
Σήμερα, στα 63 του χρόνια, παρά τα όσα εντυπωσιακά έχει επιτύχει διανύοντας χιλιάδες χιλιόμετρα, η πειθαρχία του είναι απαράμιλλη και αδιαπραγμάτευτη: «Οταν ήμουν νεότερος, γελούσα με αυτούς που έκαναν πάνω από τέσσερις ώρες στον μαραθώνιο. Τώρα πρέπει να δουλέψω πολύ σκληρά για να τρέξω κάτω από τις τέσσερις ώρες.

© Γιώργος Βελλής
Αλλά δεν κάθομαι ποτέ. Ακόμα και όταν δουλεύω στο γραφείο μου στο σπίτι. Κάνω push-ups, pull-ups και burpees όλη μέρα. Κάνω διαλειμματική προπόνηση υψηλής έντασης (HIIT) με το βάρος του σώματος τέσσερις με πέντε φορές καθημερινά.
Οπως οι Αρχαίοι Ελληνες που πήγαιναν στο γυμνάσιο, που περπατούσαν στην Αθήνα, βρίσκονταν σε διαρκή κίνηση». Οσο για τον ύπνο του; Ποτέ πάνω από 6-7 ώρες και κυρίως, ποτέ με ξυπνητήρι: «Εχω την πολυτέλεια να μην ξυπνάω με ξυπνητήρι. Αν ξυπνήσεις φυσικά, το σώμα αποδίδει πολύ καλύτερα την επόμενη ημέρα».
Ένας Καλιφορνέζος στην Αθήνα
Τα τελευταία δύο χρόνια ο Καρνάζης δηλώνει μόνιμος κάτοικος Αθηνών και εκτός των άλλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων του ανήκει στο ρόστερ των πρεσβευτών της ena Athletics, του πρώτου premium αθλητικού brand στην Ελλάδα.

Δεν ήταν εύκολη ή ανέξοδη η απόφαση της μετεγκατάστασης στην πατρίδα των προγόνων του. Ειδικά με δεδομένο ότι μια ζωή άκουγε τη γιαγιά του, που καταγόταν από την Ικαρία, να του λέει πως η Ελλάδα «είναι βρώμικη και όλοι είναι φτωχοί».
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο διάσημος υπερμαραθωνοδρόμος άργησε να έρθει πρώτη φορά στη χώρα μας. Από φόβο μήπως καταστραφεί η ιδεατή εικόνα που είχε σχηματίσει στο μυαλό του από τα βιβλία.
«Η Ελλάδα είναι λίγο “fucked up”, κι εγώ είμαι λίγο “fucked up” ως άνθρωπος. Δεν είμαι φυσιολογικός τύπος. Εδώ νιώθω πιο φυσικά, πιο αληθινά»
Οταν τελικά πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Αθήνα το 2013, κάτι μετατοπίστηκε μέσα του οριστικά. Θυμάται ότι είχε φθάσει πραγματικά κουρασμένος από το πολύωρο αεροπορικό ταξίδι και ήθελε απλώς να κοιμηθεί.
Ομως ανοίγοντας τις κουρτίνες στο ξενοδοχείο όπου είχε καταλύσει, είδε τον Παρθενώνα και ένιωσε μια ακατανίκητη παρόρμηση. Φόρεσε τα αθλητικά του παπούτσια και έτρεξε ως την Ακρόπολη. Λίγες ημέρες αργότερα, βλέποντας το ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο, ήξερε πως είχε επιστρέψει σπίτι.
Η απόφαση να αφήσει το Σαν Φρανσίσκο – «το πιο ωραίο μέρος στη Γη, όπου όλα λειτουργούν τέλεια» – για να ζήσει μόνιμα στην Ελλάδα παραξενεύει πολλούς:

© Γιώργος Βελλής
«Η Ελλάδα είναι λίγο “fucked up”, κι εγώ είμαι λίγο “fucked up” ως άνθρωπος. Δεν είμαι φυσιολογικός τύπος. Εδώ νιώθω πιο φυσικά, πιο αληθινά. Είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση μας, που δεν είναι πάντα τέλεια».
Αν μη τι άλλο, ο Καρνάζης κάτι παραπάνω ξέρει για τη φύση μας. Μιλάμε άλλωστε για τον άνθρωπο που υπερέβη πολλές φορές τα όριά του μέσω και για χάρη του τρεξίματος: «Τι είναι για εμένα το τρέξιμο; Μια μορφή παιχνιδιού. Ενας τρόπος να περνάω καλά, ακόμη και όταν πονάω. Μέσα από το τρέξιμο έμαθα ότι είσαι καλύτερος από όσο νομίζεις. Οτι μπορείς να πας πολύ πιο μακριά από όσο πιστεύεις ότι αντέχεις.
Τα όριά μας είναι δικές μας κατασκευές, εμείς τα επινοούμε. Οταν τρέχεις 100 μίλια, αποδεικνύεις στον εαυτό σου ότι έκανες κάτι που θεωρούσες αδύνατο. Με υπομονή, μπορείς να πας πολύ πιο μακριά από όσο νομίζεις».
Ευχαριστούμε το Best Friends, Πλατεία Καραμανλή, Πολιτεία για την ευγενική φιλοξενία της φωτογράφισης
