Με τη Μεγάλη Εβδομάδα να ολοκληρώνεται και το θείο δράμα να κορυφώνεται, φτάνουμε για άλλη μια χρονιά στο πραγματικό σκάνδαλο των ημερών, που ξεπερνά το ανθρώπινο και το θείο και αφορά ένα γνώριμο, αλλά συχνά παραγνωρισμένο βασίλειο: τα ζώα.
Η σφαγή των αμνοεριφίων που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο περιθώριο της κατά τα άλλα κατανυκτικής περιόδου, και ενώ οι πιστοί προετοιμάζονται με τη νηστεία για το κανιβαλιστικό όργιο που την ακολουθεί, έχει φέτος αρκετές ιδιαιτερότητες.
Περί επάρκειας
Πρώτη – και ουσιαστική για τα ίδια τα αμνοερίφια – είναι η ίδια η «επάρκειά» τους, όπως περιγράφεται στα ενημερωτικά μέσα. Δυστυχώς για τα άτυχα ζώα, αυτό το πρόβλημα επάρκειας δεν οφείλεται παρά στην επιδημία ευλογιάς που έχει οδηγήσει στον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων παραγωγικών ζώων το τελευταίο διάστημα, θέτοντας ταυτόχρονα και ένα σοβαρό ζήτημα για την ίδια την επάρκεια του κτηνοτροφικού τομέα στη χώρα. Μια επιδημία που προκαλεί πάμπολλα ερωτήματα διαχείρισης και που εν τέλει, πίσω από όλες τις άλλες – καθ’ όλα σοβαρές – προεκτάσεις δεν παύει να διατηρεί για άλλη μια φορά τα ίδια τα ζώα αόρατα.
Οπως συμβαίνει, ωστόσο, πολλές φορές στη ζωή, η τραγωδία έρχεται πλάι-πλάι με την κωμωδία. Ετσι, ο μαζικός αφανισμός των άτυχων ζώων ακολουθεί το και σήμερα επίκαιρο σκάνδαλο των πλαστών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, που πολλαπλασίασε τους αμνούς και τα ερίφια ανά την επικράτεια, σε σημείο που η χώρα θα ήταν θεωρητικά πολύ μικρή για να τα χωρέσει. Η εκδίκηση των έρμων των ζωντανών υπήρξε μάλλον ο ανάλογος πολλαπλασιασμός των υπόλογων στον νόμο βουλευτών και υπουργών, καθώς και η συνεχής εναλλαγή των κυβερνητικών στελεχών σε υπουργικές θέσεις.
Καθώς όμως η πολιτική δεν είναι πρέπον θέμα για μια γιορτινή μέρα, έτσι όπως προκαλεί άσκοπες εντάσεις σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί η αύξηση των τριγλυκεριδίων, θα διολισθήσω στο χυδαίο μεν, πλην άκρως σημαντικό για όλες και όλους, θέμα της οικονομίας. Η επίπτωση του χ παράγοντα στην οικονομική μας δύναμη είναι σίγουρα ένα ζήτημα που όλους μάς ενώνει, ανεβάζοντας τα ντεσιμπέλ στο οικογενειακό τραπέζι. Και εδώ έρχεται και πάλι η ιδιαιτερότητα της φετινής σφαγής των αμνών. Αν και πάντοτε οι υψηλές τιμές ήταν μια απειλή για την πληρότητα του εορταστικού τραπεζιού, φέτος το ύψος των ανατιμήσεων και η απειλή της έλλειψης δείχνουν να αποκτούν διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ο φόβος ότι δεν θα μπορέσουμε να έχουμε πρόσβαση στην ιεροτελεστία των ημερών είναι πλέον υπαρκτός.
Η στήλη μισεί, ως γνωστόν, τη μνησικακία. Μοιάζει ωστόσο τραγική ειρωνεία ότι έπρεπε να γίνουν ένα σωρό κοσμοϊστορικά γεγονότα, που περιλαμβάνουν συν τοις άλλοις και δύο πολύνεκρους πολέμους, για να κλονιστεί ένα από τα πλέον θεμελιώδη επιχειρήματα υπέρ της κρεατοφαγίας, ότι δηλαδή είναι πιο φθηνή από τη χορτοφαγία, που συχνά πυκνά παρουσιάζεται ως μια «ιδιοτροπία» που απευθύνεται σε πλούσιους. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, το κρέας δεν είναι ένα λαϊκό προϊόν, αγγίζοντας τιμές που κάνει τις τσέπες και τα στομάχια να σφίγγονται.
Μια σκέψη
Θα αντιτάξει κανείς ότι η αύξηση της τιμής του κρέατος ακολουθεί τη γενικότερη αύξηση των τιμών, γεγονός που δεν μειώνει το πόσο κοστίζουν τα μη ζωικά προϊόντα. Αληθές. Αυτό ωστόσο που προσπαθώ να επισημάνω είναι ότι η ατυχής κατά τα άλλα συγκυρία μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε πόσο φυσική και απλή θεωρούμε την κρεατοφαγία. Κι αυτή η φυσικότητα, που οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου ένταση στην εκμετάλλευση των ζώων, έρχεται τώρα να αποδειχθεί απατηλή. Μήπως εν τέλει μας προσφέρεται μια ευκαιρία όχι απλώς να αναθεωρήσουμε τις καταναλωτικές επιλογές μας αλλά και την ίδια την πεποίθηση ότι το να τρώμε κρέας είναι φυσική και αναπόδραστη συνθήκη του είδους μας;
