Ενας «τρελός βασιλιάς» για τον 21ο αιώνα

Γράφουν στο ΒΗΜΑ ο Σωτήρης Ριζάς, διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, η Ελενα Τριανταφυλλοπούλου, θεατρολόγος και δραματουργός και η Χαριτίνη Καρακωστάκη, πολιτική επιστήμων, διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην EHESS.

Ενας «τρελός βασιλιάς» για τον 21ο αιώνα

Λαϊκισμός, ερασιτεχνισμός και προσωποπαγής εξουσία

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Τον Ιούνιο του 2017, έξι μόλις μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία στο αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ, ο διακεκριμένος βρετανός ιστορικός Ρίτσαρντ Τζ. Εβανς έγραφε στο περιοδικό «Foreign Policy» ένα άρθρο με τον τίτλο «The Madness of King Donald». Εν μέσω κενών θέσεων στην κυβερνητική ιεραρχία και καθυστερημένης πλήρωσής τους, αναπάντεχων διορισμών και αιφνίδιων απολύσεων, μεγαλεπήβολων πρωτοβουλιών και άμεσων ανακλήσεών τους, ρητορικών μεγαλοστομιών, αντικρουόμενων εξαγγελιών και εικοσιτετράωρης παρουσίας στο πρώην Twitter, νυν X, ο κόσμος εξοικειωνόταν ακόμη με ένα ύφος πολιτικής το οποίο απείχε έτη φωτός από την παραδοσιακή εικόνα του αξιόπιστου ηγέτη.

Ο Ρίτσαρντ Εβανς εστίαζε στην τάση του Τραμπ να διαμορφώνει την αμερικανική πολιτική στο πόδι, με βάση τις προσωπικές του πεποιθήσεις αντί των συμβουλών των ειδικών, αγνοώντας επιδεικτικά τους κανόνες, το Σύνταγμα και την αλήθεια. Περιστοιχισμένος από την οικογένειά του και λοιπά μη θεσμικά πρόσωπα, έμοιαζε να εγκαθιδρύει δομές που προσομοίαζαν σε «αυλή κληρονομικού μονάρχη» αντί προέδρου σύγχρονης δυτικής δημοκρατίας.

Ως προς το ζήτημα της τρέλας το οποίο έθετε η αλλοπρόσαλλη περσόνα του, ο Εβανς έκανε μια αναδρομή σε ποικίλα ιστορικά παραδείγματα από τον καιρό της βασιλείας, ωστόσο άφηνε να εννοηθεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, εφόσον αποκλειόταν η πιθανότητα να πάσχει από άνοια, δεν πορευόταν τον δρόμο του ψυχοπαθούς αλλά αυτόν του συνεπούς λαϊκιστή που αψηφά συνειδητά τη νομιμότητα.

Καθώς διανύουμε πια τη δεύτερη θητεία του, το άρθρο έχει ήδη δικαιωθεί: ο 45ος και 47ος πρόεδρος εμπιστεύεται μόνο yesmen (και yeswomen), πολιτεύεται αποκλειστικά με το ένστικτό του, εφαρμόζει τις αποφάσεις που του υπαγορεύει ο (οξύθυμος) χαρακτήρας του, αποστρέφεται ελέγχους και ισορροπίες, ασκεί προσωποπαγή εξουσία. Αυτοθαυμαζόμενος ως «απρόβλεπτος παίκτης», ο Τραμπ στην πράξη είναι απλώς ένας επικίνδυνος ερασιτέχνης – όπως δείχνει με απόλυτη σαφήνεια η περιπέτεια του Ιράν.

Πιο επικίνδυνο όμως αποβαίνει το δημοφιλές διεθνώς πια πρότυπο που ενσαρκώνει, ένα μοντέλο ηγεσίας το οποίο γνωρίζουμε από το παρελθόν, αναβαθμισμένο για τον 21ο αιώνα: αυτό του νόμιμα εκλεγμένου ηγέτη που συρρικνώνει τους θεσμούς, κυβερνά περιφρονώντας τη διάκριση των εξουσιών, εξισώνει την ιδιωτική του υπόσταση με το δημόσιο αξίωμα και φαλκιδεύει το πολίτευμα φθείροντας την ουσία της δημοκρατίας.

Η κρυφή γοητεία της κρημνοβασίας

Του Σωτήρη Ριζά

Ο τρόπος άσκησης της εξωτερικής πολιτικής εκ μέρους του προέδρου Τραμπ διακρίνεται από οξύτητα ύφους και επιθετικό τόνο ο οποίος αφορά όχι μόνο το μήνυμα αλλά και την ουσία, τον ίδιο τον στόχο της πολιτικής. Απομονώνοντας όμως τα ρητορικά στοιχεία της πολιτικής του γίνεται κατανοητό ότι ασκεί μια ρεαλιστική πολιτική προβολής ισχύος μέσω κρημνοβασίας (brinkmanship) η οποία αποβλέπει στην επίτευξη πολιτικών και στρατηγικών στόχων που δεν είναι καθόλου άγνωστη ή πρωτοφανής στις διεθνείς σχέσεις και στην αμερικανική εξωτερική πολιτική ήδη από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.

Η ρητορική διαφέρει υπό την έννοια ότι οι αμερικανοί πρόεδροι και οι πολιτικές και διπλωματικές ελίτ της μεταπολεμικής εποχής αισθάνονταν την ανάγκη να συνδέουν στόχους της διπλωματίας και την προβολή ισχύος με ευγενή ιδεώδη, συμφέροντα ασφαλείας της Αμερικής ή κοινά συμφέροντα στο πλαίσιο του δυτικού κόσμου. Η πολιτική της κρημνοβασίας που ακολουθεί συχνά ο πρόεδρος Τραμπ με πρόσφατα παραδείγματα τη Βενεζουέλα, τη Γροιλανδία και το Ιράν ενδεχομένως δεν διαφέρει πολύ από την πολιτική του προέδρου Κένεντι τον Οκτώβριο του 1962, όταν αυτός αποφάσισε τον αποκλεισμό της Κούβας.

Το επιχείρημά του εστιαζόταν στην απειλή για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών από τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς που εγκαθιστούσε στην Κούβα η Σοβιετική Ενωση. Ο αποκλεισμός και η απειλή πλήγματος σοβιετικών πλοίων ήταν ένα ρίσκο που προοριζόταν να υπογραμμίσει την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον να αποτρέψει μια απειλή για την ασφάλειά της καταφεύγοντας ακόμα και σε πόλεμο. Η κρίση έληξε με υποχώρηση των Σοβιετικών, αν και ένα εξάμηνο μετά την απόσυρση των σοβιετικών συστημάτων από την Κούβα η Αμερική απέσυρε πυραύλους μέσου βεληνεκούς που είχε εγκαταστήσει στην Τουρκία.

Μια περίπτωση άσκησης πίεσης που έφθανε στην απειλή χρήσης πυρηνικών μέσων ήταν αυτή του προέδρου Νίξον μεταξύ του 1970 και του 1973 στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να επιτύχει μια πολιτική διευθέτηση που θα οδηγούσε στην αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την Ινδοκίνα. Η ηγεσία του Βορείου Βιετνάμ αντιλαμβανόταν από το 1968, μετά την επίθεση στο Τετ, ότι ο πόλεμος δεν μπορούσε να κερδηθεί από τους Αμερικανούς και δεν ήταν διατεθειμένη να τους διευκολύνει.

Ο Νίξον επέλεξε μια πολιτική μαζικών βομβαρδισμών στην Καμπότζη, καταφύγιο και βάση εφοδιασμού των Βιετκόνγκ. Προσπάθησε επίσης να υποβάλει στην ηγεσία του Βορείου Βιετνάμ την ιδέα ότι καθώς ήταν «απελπισμένος» μπορούσε να φθάσει ακόμα και στη χρήση πυρηνικών όπλων. Τελικά επρόκειτο να επιτευχθεί μια συμφωνία το 1973 η οποία οδηγούσε στην αποχώρηση των Αμερικανών και στη «βιετναμοποίηση» του πολέμου. Απώτερο αποτέλεσμα ήταν η πτώση του Νοτίου Βιετνάμ το 1975, καθώς ήταν αδύνατο να σταθεροποιηθεί το καθεστώς της Σαϊγκόν χωρίς ενεργό εμπλοκή αμερικανικών δυνάμεων.

Η εικόνα του «απελπισμένου» παίκτη ο οποίος μπορεί να καταληφθεί από το σύνδρομο του Σαμψών και να προκαλέσει την ταυτόχρονη καταστροφή του ιδίου και των αντιπάλων του εμφανιζόταν συχνά σε δηλώσεις του πρώην προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας Μεντβέντεφ σε διάφορες φάσεις ή στιγμές του πολέμου στην Ουκρανία, όταν και υπενθύμιζε τις πυρηνικές δυνατότητες της Ρωσίας. Πιθανότατα ο στόχος ήταν να χαραχθούν «κόκκινες γραμμές» σχετικά με το βάθος και την ένταση των συμβατικών πληγμάτων που θα μπορούσαν να καταφέρουν οι Ουκρανοί σε ρωσικό έδαφος και να προστατευτεί το πολιτικό γόητρο μιας παλαιάς πυρηνικής υπερδύναμης και της ηγεσίας της.

Στη μικρότερη κλίμακα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, παράδειγμα πολιτικής υψηλού ρίσκου ήταν η διαχείριση της κρίσης του Μαρτίου του 1987 από τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου. Ενας συνδυασμός στρατιωτικών κινήσεων, με την ανάπτυξη των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων στο Αιγαίο, διπλωματίας, με την αποστολή του υπουργού Εξωτερικών Κάρολου Παπούλια στη Βουλγαρία, που ήταν πιστός σύμμαχος της Σοβιετικής Ενωσης και κράτος-μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας, και ρητορικής υψηλών τόνων, απέβλεπε να πείσει την Ουάσιγκτον και την Αγκυρα ότι η Αθήνα δεν θα απέφευγε τη σύγκρουση και ότι ο πόλεμος θα είχε επιπτώσεις για το ΝΑΤΟ και την ισορροπία μεταξύ των δύο συνασπισμών του Ψυχρού Πολέμου στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η κρίση έληξε με τη μεσολάβηση του τότε γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ λόρδου Κάρινγκτον και την προσωπική παρέμβαση του πρωθυπουργού της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ που ανέρρωνε από επέμβαση ανοιχτής καρδιάς στο Χιούστον του Τέξας και ήταν αμέτοχος στην πρώτη φάση της κρίσης.

Γενικότερα, αυτό που μπορεί να σημειωθεί είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις η κρημνοβασία οδηγεί σε κάποια διευθέτηση, καθώς αποκαλύπτει έναν συσχετισμό δυνάμεων αλλά και τις ακραίες συνέπειες μιας σύγκρουσης.

Ο κύριος Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Ας ψάξουμε την αλήθεια των γελωτοποιών

Της Ελενα Τριανταφυλλοπούλου

Ο τρελός βασιλιάς πυρπολεί τον δικό σου

θρόνο, ψεύτης μέχρι το κόκαλο

No One Is Innocent, «Mad King»,

Από το άλμπουμ «Frankenstein» (2018).

Στίχοι Μαρκ Γκιουλμπενκιάν

Σαν να βγήκε από σκηνή τραγωδίας, η φιγούρα του «τρελού βασιλιά» επανεμφανίζεται σήμερα στο κέντρο της δημόσιας ζωής. Ενας άρχοντας που φωνάζει περισσότερο απ’ όσο ακούει, που ανασυνθέτει τον κόσμο με τους δικούς του όρους, που μετατρέπει την εξουσία σε παράσταση. Ομως το θέατρο έχει ήδη αφηγηθεί αυτή την ιστορία και γνωρίζει καλά ότι η τρέλα του βασιλιά δεν ήταν ποτέ ιδιωτική υπόθεση. Οταν ο ηγέτης παύει να λογοδοτεί, όταν η γλώσσα του γίνεται εργαλείο σύγχυσης αντί επικοινωνίας, τότε η «τρέλα» παύει να είναι μεταφορά και γίνεται πολιτικό γεγονός.

Ο Σαίξπηρ έχει επεξεργαστεί τη φιγούρα του «τρελού βασιλιά» ως ακραία εκδήλωση της εξουσίας όταν αυτή χάνει τα όριά της. Στον «Βασιλιά Ληρ» η τρέλα δεν είναι απλώς ένα αίνιγμα προς ερμηνεία· συμπαρασύρει μαζί της έναν ολόκληρο κόσμο. Θεωρητικά, ο ομώνυμος ήρωας τρελαίνεται σταδιακά· αλλά πόσο λογική μπορεί να θεωρηθεί η απόφασή του να μοιράσει τα εδάφη του βασιλείου σαν να πρόκειται για παιχνίδι; Πόσο διαυγής φαντάζει ο νους του όταν συγχέει την αγάπη με την κολακεία; Και πόσο συγκροτημένος ο χαρακτήρας του όταν απομακρύνει και τιμωρεί όσους του λένε την αλήθεια; Ο Ληρ ισχυρίζεται πως δεν κρατά τίποτα προς όφελός του, όμως για ό,τι δίνει ζητεί ανταπόδοση και υποταγή.

«Κανείς άλλος δεν κυβερνά από τη μάταιη δόξα […] υπάρχει πιο παράλογο απ’ το να κυνηγάς τα χειροκροτήματα, να χαίρεσαι όταν σε ζητωκραυγάζουν; […] Τρέλες! Οι τρέλες γεννούν τις πολιτείες, αυτές ϐαστούν τις αυτοκρατορίες, τις αρχές, τη θρησκεία, τους νόμους και τα δικαστήρια» (Ερασμος, Μωρίας Εγκώμιο, εκδ. Ηριδανός, 1970). Ο σαιξπηρικός ήρωας είναι αφελής, άμυαλος, παιδαριώδης, επηρμένος, οργίλος, εγωμανής, εξουσιαστικός, πατριαρχικός, βίαιος – με δυο λόγια, ο τέλειος εκπρόσωπος της mafiosità (της νοοτροπίας του μαφιόζου), ο οποίος δεν έχει μάθει να ακούει «όχι» από κανέναν και ούτε τώρα θα το ανεχτεί, γιατί ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει δεν έβαλε ποτέ φρένο στον ναρκισσιστικό αυταρχισμό του.

Αν το θέατρο μας διδάσκει κάτι, είναι ότι η «τρέλα» της εξουσίας δεν εμφανίζεται τυχαία· διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και ενισχύεται όταν απουσιάζουν οι μηχανισμοί ελέγχου και αντιλόγου. Ο «τρελός βασιλιάς» δεν είναι ποτέ μόνος στη σκηνή. Τον περιβάλλει πάντα ένα περιβάλλον που τον ανέχεται, τον φοβάται ή τον δικαιολογεί. «Είναι κανόνας πια στον άρρωστο καιρό μας τρελοί να οδηγούν τυφλούς» (William Shakespeare, Ο βασιλιάς Ληρ, μτφρ. Διονύσης Καψάλης, εκδ. Αγρα, 2020, από όπου και οι υπόλοιπες αναφορές), λέει ο Γκλόστερ στην τέταρτη πράξη του έργου, ενώ οι πληγές του, εκεί όπου ήταν κάποτε τα μάτια του, μαρτυρούν ότι η πολιτική παράνοια οδηγεί αναπόφευκτα στην ανεξέλεγκτη βία.

Αιώνες μετά τους βασιλείς του Σαίξπηρ, οι δυτικές κοινωνίες έχουν, κατά βάση, άλλη πολιτική δομή. Ολο και περισσότερο, όμως, οι σύγχρονες δημοκρατίες εμφανίζουν αυταρχικά χαρακτηριστικά. Εξουσίες που γεννούν φόβο· ο φόβος γεννά βία· και η βία αρχίζει να παραμορφώνει την ίδια την πραγματικότητα. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και η διαχείριση της πληροφορίας δημιουργεί ασάφεια, σύγχυση, αμφιβολία· η πραγματικότητα δεν περιγράφεται, παράγεται.

«Θέλεις το χρέος να σωπάσει από φόβο, όταν το κράτος προσκυνά την κολακεία; Οφείλει η τιμή να είναι ξάστερη, όταν μωραίνεται η βασιλεία». Μέσω των λόγων του δίκαιου Κεντ, ο Σαίξπηρ δίνει ξεκάθαρη απάντηση. Και όχι μόνο αυτό: Στα σαιξπηρικά κείμενα οι ρόλοι συχνά αντιστρέφονται.

Οταν εκείνος που κατέχει την εξουσία χάνει τη δυνατότητα να δει καθαρά, η αλήθεια μετατοπίζεται σε περιφερειακές φωνές: σε έναν γελωτοποιό, σε έναν υπηρέτη, σε κάποιον που μέχρι πρότινος δεν είχε δικαίωμα λόγου. Ετσι, ο Τρελός στον «Ληρ» αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους του έργου – και της παγκόσμιας δραματουργίας γενικότερα – καθώς με τα λεγόμενά του παραδίδει μαθήματα πολιτικής φιλοσοφίας και υπερασπίζεται την αλήθεια. «ΤΡΕΛΟΣ: …Οταν στις δίκες θα δικάζουνε σωστά, όταν κανείς ιππότης πια δεν θα χρωστά, δεν θα μιλά ο συκοφάντης και για ήθος, πορτοφολάς δεν θα συχνάζει μες στο πλήθος (…) θα έρθει τότε ο καιρός για όποιον ζει, που οι άνθρωποι θα βαδίζουνε πεζοί».

Σε έναν κόσμο που πλεονάζει η αφροσύνη των ηγετών, η κολακεία και το ψεύδος των αυλικών και η υποταγή των υπηκόων, ας αναζητήσουμε τους γελωτοποιούς και την αλήθεια τους, όπου και αν βρίσκονται.

Η κυρία Ελενα Τριανταφυλλοπούλου είναι θεατρολόγος και δραματουργός.

Τα δύο κεφάλια του Ντόναλντ Τραμπ

Της Χαριτίνης Καρακωστάκη

Πρόκειται για ένα ξεχασμένο επεισόδιο από τη μακρά πολιτική ιστορία του Τραμπ. Λίγο πριν ορκιστεί 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ εξέφρασε την επιθυμία να διατηρήσει τη θέση του παραγωγού στο ριάλιτι σόου The Apprentice που παρουσίαζε από το 2008. Το ανακοίνωσε το στούντιο παραγωγής έναν μήνα πριν από την επίσημη ορκωμοσία του. Οταν σε κάποιους φάνηκε περίεργο, έσπευσε να τους καθησυχάσει. Στον ρόλο αυτόν θα αφιέρωνε «μηδενικό χρόνο». Το σόου επέστρεψε ανανεωμένο το 2017 με παρουσιαστή τον Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ για μια μόνο σεζόν, πριν διακοπεί λόγω αρνητικών κριτικών. Εκείνη τη χρονιά, και ενώ ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ λάμβανε ιδιωτική αμοιβή ως παραγωγός του προγράμματος.

Το περιστατικό θυμίζει τη διάσημη μεσαιωνική Υπόθεση του Δουκάτου του Λάνκαστερ. Πρόκειται για ένα σύνολο γαιών, ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων που ανήκε στους δούκες της περιοχής ώσπου ένας από αυτούς ανέβηκε στον αγγλικό θρόνο ως Ερρίκος Δ΄ το 1399. Η πρώτη πράξη του νέου μονάρχη ήταν να δηλώσει ότι η κληρονομιά των Λάνκαστερ θα κρατούνταν ξεχωριστά από την υπόλοιπη περιουσία του Στέμματος, παρέχοντας μια ανεξάρτητη πηγή εισοδήματος. Ο διαχωρισμός επιβεβαιώθηκε το 1461 από τον Εδουάρδο ΣΤ΄, ο οποίος όρισε ότι το δουκάτο θα μεταβιβαζόταν στους διαδόχους αλλά θα παρέμενε διακριτό από τις άλλες κληρονομιές του Στέμματος.

Η υπόθεση αυτή είναι όμως διάσημη για έναν άλλο λόγο. Σε αυτήν θεμελιώθηκε η μεσαιωνική πολιτικοθεολογική θεωρία που ανέπτυξε ο Ερνστ Καντόροβιτς το 1957 στο κλασικό βιβλίο του Τα Δύο Σώματα του Βασιλιά. Σύμφωνα με αυτήν, ο μονάρχης έχει δύο σώματα. Το φυσικό, που είναι θνητό, τρωτό και γηράσκον, και το πολιτικό, το σώμα του Στέμματος που δεν πεθαίνει ποτέ. Η δισυπόστατη αυτή φύση του θεσμού της μοναρχίας εξακολουθεί να στοιχειώνει τους θεωρητικούς των θεσμών, της πολιτικής εξουσίας και των υπόλοιπων πλασμάτων δικαίου και να μεταφέρεται αυτούσια στην ανάλυση της εξουσίας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες. Μια από τις κριτικές που ασκείται κατά κόρον στον Τραμπ είναι ακριβώς ότι δεν μπορεί να ελέγξει τα δυο του σώματα, δίνοντας προτεραιότητα στο φυσικό αντί για το πολιτικό.

Περιγράφεται δε συχνά ως «τρελός βασιλιάς», ειδικά όταν εξαπολύει απειλές όπως ότι θα καταστρέψει τον ιρανικό πολιτισμό. Και τα δύο σκέλη του χαρακτηρισμού έχουν τη σημασία τους. Ο βασιλιάς είναι ο απόλυτος κυρίαρχος που λαμβάνει την εξουσία υπερβατικά, όχι μέσα από νομικές και διοικητικές διαδικασίες. Ο τρελός επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες. Στην ψυχιατρική, ο παρανοϊκός ή ο παράφρων είναι κάποιος που χρήζει βοήθειας και φροντίδας.

Στην κοινωνιολογία, εκείνος που του αποδίδεται η ταμπέλα του παράφρονα είναι κατ’ αρχάς κάποιος που εκφράζει λόγο καθολικά και ριζικά κριτικό απέναντι στην πραγματικότητα ή στο σύστημα και ζητά από τον κόσμο να συνταχθεί μαζί του, αλλά τελικά όλοι του γυρνούν την πλάτη και δεν βρίσκει πουθενά υποστήριξη. Είναι αλήθεια αυτή η περίπτωση του Τραμπ, που γεμίζει στάδια, κινητοποιεί διαταξικά ακροατήρια, αντέχει τα σκάνδαλα και εκλέγεται εκ νέου πρόεδρος των ΗΠΑ;

Πολύ περισσότερο από μονάρχη με δύο σώματα ταιριάζει να φανταστούμε τον ένοικο του Λευκού Οίκου ως άνθρωπο με δύο κεφάλια, το θεσμικό και το ιδιωτικό. Και τα δύο είναι κολλημένα πάνω στο ίδιο θνητό, σάρκινο σώμα, το καταδικασμένο στη φθορά, που άλλοτε άγεται από το πολιτικό κεφάλι, ευεπηρέαστο στις στρατιές αυλοκολάκων που φρόντισε εγκαίρως να εποικήσουν άλλα θεσμικά πλάσματα του ευρύτερου κρατικού μηχανισμού, και άλλοτε φέρεται από το ιδιωτικό κεφάλι, που έχει συμφέροντα, φόβους, ορμές και επιθυμίες. Τα δύο κεφάλια όμως δεν μπορούν να διαχωριστούν.

Αντίθετα, υπαγορεύουν από κοινού στο σώμα τι να κάνει και είναι δύσκολο για τον θεατή να διακρίνει ποιο από τα δύο έχει κάθε στιγμή τον έλεγχο. Ο σιαμαίος αυτός δράστης φαίνεται να απεικονίζει καλύτερα το πώς ασκείται σήμερα η εξουσία. Μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, το θεσμικό κεφάλι όφειλε να κρατάει το ιδιωτικό κεφάλι σιωπηλό για να προστατεύει την εγκυρότητα του θεσμού. Από όταν τα σόσιαλ μίντια μπήκαν στη ζωή μας και ο Τραμπ στο Twitter, το ιδιωτικό κεφάλι μοιάζει σχεδόν να έχει εξουδετερώσει το θεσμικό. Το αφήνει να πάρει προβάδισμα το πολύ σε καμιά τελετή ορκωμοσίας. Από εκεί και πέρα, ο δρόμος είναι εύκολος και κατηφορικός. Ο Τραμπ μπορεί να λέει «εγώ» και να εννοεί όλο το έθνος. Να ισχυρίζεται ότι «τον» πολεμούν και να επιτίθεται σε όλη τη χώρα.

Ο βασιλιάς πέθανε. Ζήτω ο Πρόεδρος με τα δύο κεφάλια!

Η κυρία Χαριτίνη Καρακωστάκη είναι πολιτική επιστήμων, διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην EHESS.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version