«Ημερη. Η ανατομία μιας πτώσης»: Αφήνοντας την ψυχή μας στο ενεχυροδανειστήριο

Δεν είναι τυχαίο ότι από καιρού εις καιρόν τα κείμενα του Ντοστογιέφσκι διασκευάζονται για τη θεατρική μας σκηνή, καθώς η γραφή του διαθέτει δραματουργικές συγκρούσεις και εντάσεις. Ο “μέγας ψυχογράφος” της παγκόσμιας λογοτεχνίας βυθίζει την πένα του στο μελάνι των σκοταδιών της ανθρώπινης ψυχής.

Ο ρόλος που κρατάει η γυναίκα μέσα στη ντοστογιεφσκική αθεμιτουργία -η οποία πάντα είναι αντρική υπόθεση- ταυτίζεται με τις δυνάμεις του εκμαυλισμού και της διασάλευσης. Υπάρχει ένα αρχέγονο δέος απέναντι στη θηλύτητα και στην ομορφιά. Η μορφή της γυναίκας περιβάλλεται από κάτι το ανοίκειο”, γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στο βιβλίο του “Ντοστογιέφσκι”. Ομοίως, στο “φανταστικό διήγημα”, όπως ονομάζει ο ίδιος ο Ρώσος συγγραφέας το έργο του “Μια γλυκιά γυναίκα”, πάνω στο οποίο βασίστηκε η θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της “Ημερης. Η ανατομία μιας πτώσης” από τον Γιάννη Νταλιάνη, η κεντρική ηρωίδα, χωρίς όνομα, με το φύλο της μόνο να την καθορίζει (αναφέρεται ως Γυναίκα) είναι νεοτάτη, χαριεστάτη, κυρίως σιωπηλή, υπομένει στωικά τη δύσκολη ζωή της και “για να γλιτώσει από την κόλαση, παντρεύεται έναν άγνωστο άνδρα”, έναν μεσήλικα, παραδόπιστο, ζηλόφθονο ενεχυροδανειστή. Η συγκρουσιακή συνθήκη έχει δομηθεί. Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, ο Άνδρας και η Γυναίκα, παγιδεύονται σε μία βασανιστική, επώδυνη, αδιέξοδη και για τους δύο σχέση. Η ανατομία της πτώσης τους, κυριολεκτικής και μεταφορικής, έχει ήδη ξεκινήσει.

Ο Ντοστογιέφσκι στο θέατρο

Δεν είναι τυχαίο ότι από καιρού εις καιρόν τα κείμενα του Ντοστογιέφσκι διασκευάζονται για τη θεατρική μας σκηνή, καθώς η γραφή του διαθέτει δραματουργικές συγκρούσεις και εντάσεις. Ο “μέγας ψυχογράφος” της παγκόσμιας λογοτεχνίας βυθίζει την πένα του στο μελάνι των σκοταδιών της ανθρώπινης ψυχής. Πλάθει χαρακτήρες, με θρησκευτικές και πνευματικές αναζητήσεις, όπως και ο ίδιος, που ταλανίζονται διαρκώς από τις σκέψεις, τις αμφιβολίες, τους φόβους, τις ενοχές, τα πάθη τους, χαρακτήρες που οδηγούνται αταβιστικά, προδιαγεγραμμένα, αμετάκλητα στην αυτοκαταστροφή. Τοποθετεί στο κέντρο της αφηγηματικής του δομής μείζονα οντολογικά ζητήματα, όπως η ελευθερία, η πίστη, ο λόγος της ύπαρξης, με τους μελετητές να τον έχουν χαρακτηρίσει ως “πρόδρομο του λογοτεχνικού υπαρξισμού” – στην παράδοση του Σέρεν Κίρκεγκορ. Διακρίνεται για τις πρωτοποριακές για την εποχή του αφηγηματικές τεχνικές του (αναδρομικές αφηγήσεις, πυρετώδεις εσωτερικοί μονόλογοι) που έθεσαν τη βάση για τη σύγχρονη παγκόσμια πεζογραφία.

Ο συμπατριώτης του Μιχαήλ Μπαχτίν στο βιβλίο του “Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι” χρησιμοποιεί τον όρο “πολυφωνία” για να αποδώσει την τεχνική του Ντοστογιέφσκι να δημιουργεί πολλαπλούς πόλους αφήγησης που συγκρούονται μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται στον “νατουραλισμό της εξαθλίωσης” για να περιγράψει τους ντοστογιεφσκικούς χαρακτήρες που “έρχονται σε σύγκρουση  με κάθε ακραία έκφραση του κακού, της διαφθοράς, της ταπεινότητας και της ποταπότητας στον κόσμο”. Αλλά, όπως ο έτερος συμπατριώτης του Άντον Τσέχοφ, ο Ντοστογιέφσκι μπορεί να εστιάζει σε “ταπεινούς και καταφρονεμένους” χαρακτήρες, όμως η ματιά του πάνω τους δεν είναι επικριτική, αλλά συμπονετική.

Η αμεσότητα της σκηνικής απλότητας

Η μελετημένη διασκευή και σκηνοθετική ανάγνωση του Γιάννη Νταλιάνη αποτελεί μια δυναμική άσκηση της αμεσότητας της σκηνικής απλότητας. Αξιοποιεί τον συγγραφικό πλούτο του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, αναδεικνύει τα ερεβώδη σκοτάδια της ρωσικής ψυχής αφήνοντας παράλληλα λεπτές χαραμάδες λυτρωτικού αυτοσαρκασμού, μετατρέπει σε λειτουργική σκηνική πράξη τους δαιδαλώδεις εσωτερικούς διαλόγους, διερευνά δημιουργικά τη διακειμενικότητα συνομιλώντας με τον “Φάουστ” του Γκαίτε, τον “Μάκβεθ” του Σαίξπηρ, τη “Συμφορά από το πολύ μυαλό” του Γκριμπογέντοφ αλλά και με το “Εγκλημα και Τιμωρία” του Ντοστογιέφσκι, ενώ ταυτόχρονα τονίζει τη διαχρονία της θεματικής του Ρώσου συγγραφέα. Από το 1876 που γράφτηκε η νουβέλα μέχρι σήμερα, στα 150 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, οι άνθρωποι δεν έχουν πάψει να εγκλωβίζονται σε αδιέξοδες, λιγότερο ή περισσότερο κακοποιητικές σχέσεις, στις οποίες τα συναισθήματα εκφράζονται με όρους ανταλλαξιμότητας και η αυτοπραγμάτωση προσκρούει σε περιοριστικούς κοινωνικούς μηχανισμούς και σε ασκήσεις εξουσίας του ισχυροτέρου. Λέει χαρακτηριστικά η Γυναίκα στον Άνδρα, προοικονομώντας την τελική πράξη, “Θες να γίνω καλή και σιωπηλή σαν πεθαμένη;”. Ο Άνδρας, πάλι, θύμα μιας ανυπόστατης συκοφαντίας, αποτραβιέται από την κοινωνία και ανοίγει ένα ενεχυροδανειστήριο, το οποίο, όπως παραδέχεται στο τέλος “το χρησιμοποίησα για να βασανίσω την κοινωνία, τη γυναίκα μου, αλλά και τον εαυτό μου”. Ο Άνδρας υιοθετεί επίσης στοιχεία της κοσμοαντίληψης του συγγραφέα και καταφέρεται εναντίων των θεσμών του ρωσικού κράτους και της νοοτροπίας της άρχουσας τάξης: “Τι να τους κάνω εγώ τους νόμους σας; Τα ήθη σας, τα έθιμά σας, το κράτος σας, το ψέμα σας, τη ζωή σας! […] Που μπορεί σκόπιμα να αφήνετε άρρωστους γέρους στο κρύο για να πεθάνουν μια ώρα αρχύτερα και να γλιτώσετε τις συντάξεις τους! Και να τις κάνετε σανό και κριθάρι πρώτης διαλογής για τα καθαρόαιμα του Τσάρου! Βότκα και μαύρο χαβιάρι για τα πολυτελή γραφεία του κόμματος! Τα ίδια και τα ίδια! Μια ζωή! Αυτοκράτορες… Γραφειοκράτορες! Ιδού οι καταχραστές!”. Οι αναλογίες με τη σημερινή Ελλάδα της πολιτικής αδιαφάνειας, της κατάχρησης εξουσίας, των πολλαπλών θεσμικών σκανδάλων, της φτωχοποίησης και απαξίωσης των μη προνομιούχων πολιτών είναι πασιφανείς.

Φωτό: Πάτροκλός Σκαφίδας

Σε αυτή τη δεύτερη σκηνική ανάγνωση της “Ημερης” στο θέατρο Πορεία -η πρώτη παρουσιάστηκε στις αρχές της τρέχουσας σεζόν στο Θησείον- ο Γιάννης Νταλιάνης έχει αναλάβει τον ρόλο του Άνδρα, τον οποίο είχε ερμηνεύσει αριστοτεχνικά, στην πρώτη εκδοχή της παράστασης, ο Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης. Ο Νταλιάνης ομοίως συνθέτει μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία του μεσήλικα, ψυχρού, αποσυνάγωγου ενεχυροδανειστή, που ζει με στόχο “να αποταμιεύσει ενάμιση εκατομμύριο και μετά να αφήσει την αγάπη του για τη γυναίκα του να ξεχειλίσει”, προσδίδοντας στο συμπαγές πλαίσιο της μιζέριας του ρόλου του διάφανες αποχρώσεις τρυφερότητας και καλοδεχούμενου αυτοσαρκασμού. Η Ιώβη Φραγκάτου, στον ρόλο της νεαρής, αθώας, ορφανής κοπέλας που ωθείται σε γάμο με τον ενεχυροδανειστή για να μπορέσει να επιβιώσει, λάμπει κυριολεκτικά, ξεδιπλώνοντας όχι μόνο το πλούσιο υποκριτικό ταλέντο της, αλλά και τα χαρίσματά της στη μουσική (παίζει υπέροχα στο πιάνο το “Spiegel im Spiegel” του Άρβο Περτ), στο τραγούδι (τόσο συγκινητική στο “Sealed with a kiss”), στην κίνηση (πόσο αέρινη), στα κοστούμια (λειτουργική και καλαίσθητη η επιμέλειά τους από την ίδια). Ομοίως, δίνουν έξοχες ερμηνείες η Δήμητρα Σταύρου (υπηρέτρια Λουκέρια) και ο Γιώργος Κορομπίλης (Εφημόβιτς). Στα συν της παράστασης, η χαρακτηριστική φωνή του Δημήτρη Πιατά που ακούγεται ως ανακριτής ή καλύτερα ως εσωτερική φωνή συνείδησης του ενεχυροδανειστή, το λεπτομερές σκηνικό της Νατάσσας Τσιντικίδη, οι αντιστικτικές μουσικές επιλογές του Ορέστη Ντάντου και η ρέουσα χορογραφία του Διονύση Νικολόπουλου.

Από την παράσταση φεύγουμε κρατώντας τα τελευταία λόγια για τη Γυναίκα, η οποία πήδηξε από το παράθυρο, γιατί δεν άντεχε άλλο αυτό που ζούσε: “Ήλπιζε πώς θα καταργηθούν για λίγο οι νόμοι της βαρύτητας και, αντί να πέσει, θα πετάξει. Γι’ αυτό πήδηξε. Δεν έπεσε. Προσπάθησε να πετάξει. Πολύ μακριά από εδώ. Σε μια άλλη εποχή. Στο μέλλον. Τότε που μια γυναίκα θα μπορεί -ίσως- να μη φοβάται”. Η επανάληψη της ίδιας πράξης πριν λίγες μέρες από δύο νεαρά κορίτσια στην Αθήνα του 2026 δείχνει ότι αυτή η εποχή είναι πολύ μακριά ακόμα.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version