Η ισχυρή ζήτηση ξένων κεφαλαίων για ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, η επαναδραστηριοποίηση μετά και τη 10ετή κρίση χρέους κορυφαίων «επενδυτικών σπιτιών» όπως οι Capital Group, Fidelity, BlackRock, Lazard, Wellington, κ.ά., το θετικό επενδυτικό story της Ελλάδας που στηρίζεται στο φιλικό προς τις επιχειρήσεις περιβάλλον παράλληλα με την υπεραπόδοση της οικονομίας, ο καθαρός πολιτικός ορίζοντας, οι ελκυστικές αποτιμήσεις και η επικείμενη έναρξη των διαδικασιών για την αναβάθμιση από αναδυόμενη σε ανεπτυγμένη αγορά στηρίζουν την ανοδική κίνηση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας που παραμένει στις λίστες των αγορών με τις τοπ αποδόσεις παγκοσμίως.

Είναι χαρακτηριστικό πως ύστερα από κέρδη 39,08% το 2023, χρονιά κατά την οποία οι ελληνικές μετοχές κέρδισαν 22 δισ. ευρώ σημειώνοντας την τρίτη καλύτερη απόδοση παγκοσμίως, απόρροια και της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας από τη χώρα, και το πρώτο διάστημα του 2024, με κέρδη 10%  περίπου και αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών κατά 11 δισ. ευρώ, η  εγχώρια αγορά μετοχών βρίσκεται ψηλά στη λίστα με τις αγορές που σημειώνουν  κορυφαίες αποδόσεις και εφέτος. Τα στοιχεία της ΕΧΑΕ δείχνουν μάλιστα πως από το τέλος του 2028 και ως τις 8.3.2024 η πολιτική σταθερότητα της περιόδου και οι πιο φιλικές προς τις επιχειρήσεις και την οικονομία πολιτικές οδήγησαν τον Γενικό Δείκτη του ΧΑ με κέρδη 132,70% στη δεύτερη θέση των αποδόσεων παγκοσμίως, πίσω από τον Nasdaq Composite (+142,40%) των ΗΠΑ, ο οποίος κράτησε τα σκήπτρα της Wall Street και των παγκόσμιων αγορών, απόρροια του ράλι των αποκαλούμενων «Υπέροχων Επτά» (Apple, Microsoft, Alphabet, Amazon, Meta Platforms, Tesla και Nvidia). Η συνολική κεφαλαιοποίηση του ελληνικού Χρηματιστηρίου από το τέλος του 2028 αυξήθηκε μάλιστα κατά 54 δισ. ευρώ, καθώς από τα 45 δισ. ευρώ ξεπέρασε τα 99 δισ. ευρώ (+120%). Ετσι ύστερα από πολλά χρόνια η κεφαλαιοποίηση της ελληνικής αγοράς κυμαίνεται και πάλι στην περιοχή των 100 δισ. ευρώ, με τη μέση ημερήσια συναλλακτική δραστηριότητα να έχει εκτοξευθεί στα προ Lehman Brothers επίπεδα.

Η ισχυρή ζήτηση από ξένους επενδυτές αποτυπώνεται στον βαθμό υπερκάλυψης των εκδόσεων κρατικών και εταιρικών ομολόγων, στη διάθεση μετοχών στους επενδυτές (placements), αλλά και στις νέες εισαγωγές (IPOs) που οδήγησαν και σε τοποθετήσεις και «φρέσκου» χρήματος, όπως φάνηκε και από υπερκάλυψη της εισαγωγής-ορόσημο του «Ελ. Βενιζέλος», αλλά και από τις συνδυασμένες προσφορές στο πλαίσιο της αποεπένδυσης του ΤΧΣ από τις τράπεζες.

Η Ελλάδα επέστρεψε στο ραντάρ των διεθνών επενδυτών, λένε οι αναλυτές, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΧΑΕ ξένοι επενδυτές από 130 χώρες, από όλα τα σημεία του κόσμου, έχουν τοποθετηθεί στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, ελέγχοντας μάλιστα ελληνικές μετοχές αξίας 60 δισ. ευρώ περίπου, ενώ σε περίπτωση που δεν θα λάβει χώρα κάποιο νέο σημαντικό εξωτερικό αρνητικό σοκ, αναλυτές επενδυτικών τραπεζών «βλέπουν» κέρδη 20% εφέτος σε μέσα επίπεδα για τον Γενικό Δείκτη.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως η κεφαλαιοποίηση της ελληνικής αγοράς κυμαίνεται περίπου στο 40% του ΑΕΠ του 2024 έναντι 80% του μέσου όρου στην ευρωζώνη, δεικνύοντας και τα δυνητικά περιθώρια του Χρηματιστηρίου της Αθήνας που χαρακτηρίζεται από ορισμένους μια αγορά ευκαιρίας αξίας (Value Opportunity).

Υψηλή κερδοφορία

Παράλληλα, η κερδοφορία των εταιρειών επιβεβαιώνει την αισιοδοξία των επενδυτών, καθώς εκτός από τα ρεκόρ που καταγράφονται (άνω των 10 δισ. ευρώ καθαρά κέρδη), οι υποσχέσεις για το μέλλον παραμένουν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές, ενώ η εκτίμηση για το σύνολο των μερισμάτων αρχίζει πλέον να «βλέπει» τα 3,6 δισ. ευρώ. Τα μεγέθη αυτά συντηρούν σε τροχιά ιστορικά υψηλών επιδόσεων το σύνολο των εισηγμένων με τον ανάλογο αντίκτυπο πλέον στην ελκυστικότητα της αποτίμησης αγοράς.

Το μεγάλο στοίχημα εφέτος αφορά την επερχόμενη έναρξη (από τα μέσα του έτους μέσω της ένταξης σε λίστα «υπό παρακολούθηση») της διαδικασίας αναβάθμισης του ΧΑ σε ανεπτυγμένη αγορά (το 2025) που θα μειώσει το ασφάλιστρο κινδύνου και των ελληνικών μετοχών στηρίζοντας τις αποτιμήσεις. Το ελληνικό Χρηματιστήριο πάντως βρισκόταν για 12 χρόνια στις ανεπτυγμένες αγορές, προτού υποβαθμιστεί τον Νοέμβριο του 2013 και από τους δύο σημαντικότερους δείκτες που παρακολουθούν οι παγκόσμιοι επενδυτές, τον MSCI και τον FTSE Russel, κάτι που αποτέλεσε κακό προηγούμενο, αφού κανένα άλλο χρηματιστήριο ενταγμένο στις ανεπτυγμένες αγορές δεν έχασε αυτό το στάτους. Με την επερχόμενη ανάκτηση του στάτους της ανεπτυγμένης αγοράς, οι ελληνικές μετοχές θα μπορούσαν δυνητικά να προσελκύσουν διεθνή κεφάλαια πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με αυτά που επενδύουν στις ανεπτυγμένες αγορές.

Συναλλαγές 50 δισ. ευρώ

Η Ελλάδα δεν είναι πλέον, αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, προορισμός μόνο μη εξυπηρετούμενων δανείων ή προβληματικών επενδύσεων, αλλά τα τελευταία χρόνια προσελκύει επενδύσεις στον χώρο της ενέργειας (συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών), των υποδομών, ακινήτων, φιλοξενίας, φαρμακευτικής και υγείας, τεχνολογίας, fintech, υλικοτεχνικής υποστήριξης και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, με τη χώρα να προσελκύει διεθνείς επενδυτές με διαφορετικά προφίλ – ιδιωτικά κεφάλαια, εταιρικές δυνάμεις (όπως Amazon, Google και Microsoft), κρατικά επενδυτικά ταμεία, οικογενειακά γραφεία και επιχειρηματίες από διάφορους τομείς, κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και στρατηγικές, ενώ οι κάθε είδους επιχειρηματικές συναλλαγές ξεπέρασαν την τελευταία πενταετία τα 50 δισ. ευρώ.

Για τους διαχειριστές διεθνών χαρτοφυλακίων, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια εφαρμόζει μια σειρά από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη δημιουργία μιας πιο ευέλικτης και διαφοροποιημένης οικονομίας, παράλληλα με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ αν δεν αλλάξει η φιλική προς τις επιχειρήσεις πολιτική, οι ευνοϊκές τάσεις θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια.

Καλές προοπτικές

Αν μάλιστα στην εποχή των πολυκρίσεων αποφευχθούν νέοι «μαύροι κύκνοι» στο παγκόσμιο σκηνικό, η Ελλάδα δείχνει ικανή να διατηρήσει τη θετική δυναμική της, με την ανάπτυξη στην περιοχή του 2%-2,5% σε μέσα επίπεδα ως το 2026 να ξεπερνά αυτήν των περισσότερων ευρωπαϊκών οικονομιών, ενισχύοντας και τη διαδικασία σύγκλισης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ που έχει καταβαραθρωθεί μετά τη 10ετή κρίση χρέους και τη χρεοκοπία της χώρας.

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα τρία-τέσσερα χρόνια είναι καλές, απόρροια και των ροών του Ταμείου Ανάκαμψης και των κοινοτικών πόρων, και σαφώς καλύτερες του μέσου όρου της Ευρώπης, αλλά για να μη χαθεί το παράθυρο ευκαιρίας χρειάζεται να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, ώστε σταδιακά το νέο παραγωγικό μοντέλο με έμφαση στις επενδύσεις (οι οποίες προβλημάτισαν στα στοιχεία που ανακοινώθηκαν προσφάτως)  και τις εξαγωγές να στηρίξει τη διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας και του ελληνικού επιχειρείν.

Θετικοί οιωνοί

Στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιανουάριο του 2022 κινείται η επενδυτική ψυχολογία διεθνώς. Οπως προκύπτει από πρόσφατη έρευνα (global fund manager survey) της Bank of America, 249 διαχειριστές κεφαλαίων με συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια ύψους 656 δισ. δολ. εμφανίζονται θετικοί για τις προοπτικές των αγορών.

Οι επαγγελματίες των αγορών εκτιμούν πως η παγκόσμια οικονομία απέφυγε την ύφεση, με τις ισχυρές κεντρικές τράπεζες, όπως εκτιμά το 65%, να οδηγούν τις οικονομίες σε «ομαλή προσγείωση», αφού οι πιθανότητες «σκληρής προσγείωσης» έχουν περιοριστεί στο 11% έναντι μάλιστα του 19% των διαχειριστών που δεν «βλέπουν» πλέον περαιτέρω επιβράδυνση των οικονομιών.