«Φίλες μου γεια σας. Επιστρέφω με ένα ακόμα #grwm». Η οθόνη γεμίζει με το πρόσωπο ενός 7χρονου κοριτσιού που ετοιμάζεται για το σχολείο, δείχνοντας στους ακόλουθούς του στο TikTok την beauty ρουτίνα του. Τόνερ, σέρουμ, κρέμα ημέρας, make up, ρουζ, μάσκαρα, κραγιόν. Επαναλαμβάνω προς αποφυγή παρανοήσεων: η οθόνη γεμίζει με το πρόσωπο ενός 7χρονου κοριτσιού.
Ένας νέος όρος μπαίνει στο λεξιλόγιο: Cosmeticorexia. Τι σημαίνει; Αναφέρεται στην πολιτισμικά ενισχυμένη εμμονή ή την υπερβολική προσήλωση σε ένα «άψογο» δέρμα, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ακατάλληλη για την ηλικία ή καταναγκαστική χρήση καλλυντικών προϊόντων και θεραπειών.
Το φαινόμενο αυτό εντείνεται από την ιατρικοποίηση της ομορφιάς και τις πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης που επιβραβεύουν το περιεχόμενο το οποίο βασίζεται σε ρουτίνες και την αυτοπαρουσίαση με έμφαση στην εμφάνιση.
Cosmeticorexia, η ολοένα αυξανόμενη ενασχόληση παιδιών και εφήβων με την εικόνα τους
Τον Απρίλιο του 2025, όταν οι ιταλικές αρχές έλαβαν αυστηρά μέτρα εναντίον μεγάλων εταιρειών καλλυντικών, οι οποίες φέρεται να στόχευαν σε όλο και νεότερους καταναλωτές.
Επίσης τον Μάρτιο, δύο ιταλοί ερευνητές, ο Alberto Stefana και ο Giovanni Damiani, δημοσίευσαν τη μελέτη με τίτλο “Cosmeticorexia: What It Is, Where It Comes from, and Why It Matters“.
Η μελέτη είναι βασισμένη σε έρευνα με ενήλικες δέρματολογικούς ασθενείς, η οποία υποδηλώνει ότι η cosmeticorexia «ενδέχεται να αποτελεί κλινικά σημαντική ψυχική διαταραχή».
Η αύξηση του αριθμού των παιδιών που είναι «εμμονικά» με την περιποίηση του δέρματος έχει προκαλέσει ανησυχία σε ορισμένους ειδικούς σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των προϊόντων που δεν είναι κατάλληλα για την ηλικία τους και την αυξημένη ενασχόληση με την εμφάνιση σε μια τόσο κρίσιμη ηλικία.
Ο Giovanni Damiani, συν-συγγραφέας της μελέτης και δερματολόγος-ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, είχε παρατηρήσει αύξηση των περιπτώσεων ερεθιστικής και αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής στο πρόσωπο ασθενών ηλικίας 8 έως 14 ετών στο ιατρείο του. «Όλοι χρησιμοποιούσαν παρόμοια καλλυντικά», αναφέρει στον The Guardian.
Κι όχι μόνο αυτό. Ο Damiani επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι ασθενείς επέδειξαν επίσης ανησυχητικές συμπεριφορές. «Αρνούνταν να βγουν έξω χωρίς μακιγιάζ, για παράδειγμα», λέει.
Ψυχολογικές και δερματολογικές επιπτώσεις
«Η ολοένα αυξανόμενη ενασχόληση παιδιών και εφήβων με την εικόνα τους, το skincare και την εξωτερική εμφάνιση δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η τάση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογικές και δερματολογικές επιπτώσεις, αλλά και στην ενίσχυση εμμονικών συμπεριφορών γύρω από την εικόνα του σώματος και την κατανάλωση καλλυντικών.
Ωστόσο, γεννάται ένα βαθύτερο ερώτημα: μήπως αυτές οι εμμονές δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας ευρύτερης ψυχολογικής δυσφορίας που καλλιεργείται από μια κοινωνία υπερβολικά προσανατολισμένη στο “φαίνεσθαι” αντί στο “είναι”;», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Μαίρη Παναγοπούλου MSc, PhD.C Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας – Επαγγελματικός Σύμβουλος.
Η διαμόρφωση της αυτοεικόνας των παιδιών
Και συνεχίζει: «Ζούμε σε μια εποχή όπου το να δείχνεις καλά συχνά ταυτίζεται με το να είσαι καλά. Η εικόνα αποκτά μεγαλύτερη αξία από την ουσία και η εξωτερική επιφάνεια μετατρέπεται σε μέσο κοινωνικής αποδοχής.
Όμως το “φαίνεσθαι” απέχει συχνά πολύ από το πραγματικό βίωμα του ανθρώπου. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το TikTok και το Instagram, βλέπουμε καθημερινά influencers να προβάλλουν μια φαινομενικά τέλεια εικόνα: άψογο δέρμα, ιδανικό σώμα, αψεγάδιαστη ζωή, ακόμη κι όταν προωθούν συνήθειες που μακροπρόθεσμα δεν συνάδουν με τη σωματική και ψυχική υγεία, όπως η συνεχής κατανάλωση πρόχειρου φαγητού ή η υπερβολή».
Μέσα από αυτό το φαινόμενο, τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την εικόνα τους όχι ως ένα φυσικό και εξελισσόμενο μέρος της ταυτότητάς τους, αλλά ως ένα «έργο» που πρέπει συνεχώς να διορθώνεται, να βελτιώνεται και να αξιολογείται από τους άλλους.
«Μαθαίνουν να κοιτούν τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα της κοινωνικής αποδοχής και των φίλτρων των social media. Αντί να βιώνουν το σώμα τους ως κομμάτι της προσωπικότητάς τους, συχνά το αντιμετωπίζουν σαν κάτι που πρέπει να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα πρότυπα τελειότητας για να αξίζει αγάπη, αποδοχή και προσοχή.
Έτσι, η αυτοεικόνα τους διαμορφώνεται πάνω στη σύγκριση, στην εξωτερική επιβεβαίωση και στην ανάγκη να φαίνονται “αρκετά καλοί”, αντί να βασίζεται στην αυθεντικότητα και στην εσωτερική αξία», επισημαίνει η κα Παναγοπούλου.
Η κοινωνία θέτει πολύ υψηλά πρότυπα για τα κορίτσια
Στην πρώτη επιστημονική μελέτη (2025) που εξέτασε τους πιθανούς κινδύνους και τα οφέλη των ρουτινών περιποίησης του δέρματος των εφήβων που δημοσιεύονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επιστήμονες του Northwestern Medicine του Σικάγου διαπίστωσαν ότι κορίτσια ηλικίας 7 έως 18 ετών χρησιμοποιούν κατά μέσο όρο έξι διαφορετικά προϊόντα στο πρόσωπό τους, ενώ ορισμένα χρησιμοποιούν περισσότερα από δώδεκα προϊόντα. Αυτά τα προϊόντα τείνουν να προωθούνται έντονα στους νεότερους καταναλωτές και ενέχουν υψηλό κίνδυνο ερεθισμού του δέρματος και αλλεργίας.
«Είναι προβληματικό να παρουσιάζουμε κορίτσια που αφιερώνουν τόσο πολύ χρόνο και προσοχή στο δέρμα τους», αναφέρουν τα ευρήματα της μελέτης. «Θέτουμε πολύ υψηλά πρότυπα για αυτά τα κορίτσια.
Η αναζήτηση της υγείας έχει καταστεί μια μορφή αρετής στην κοινωνία μας, αλλά το ιδανικό της “υγείας” είναι επίσης στενά συνδεδεμένο με τα ιδανικά της ομορφιάς, των αδύνατων κορμιών και του λευκού χρώματος. Το ύπουλο με την “περιποίηση του δέρματος” είναι ότι προσποιείται ότι αφορά στην υγεία».
Η επιρροή των influencers
«Οι νέοι όχι μόνο μαθαίνουν να φοβούνται τη γήρανση ή το “ατελές” δέρμα πριν καν αρχίσει, αλλά προωθείται σε αυτούς το μήνυμα ότι πρέπει να φτάσουν στην τελειότητα ή να αγοράσουν ακριβά προϊόντα για να γίνουν αποδεκτοί», αναφέρει η Grace Collinson, υπεύθυνη κλινικών προγραμμάτων στο Butterfly Foundation, έναν αυστραλιανό φιλανθρωπικό οργανισμό που ασχολείται με τις διατροφικές διαταραχές και τα ζητήματα σχετικά με την εικόνα του σώματος.
Και συμπληρώνει, αναδεικνύοντας την ολοένα αυξανόμενη επιρροή των influencers «η άνοδος του μάρκετινγκ μέσω των influencers, της στοχευμένης διαφήμισης και των ολοένα και πιο περίπλοκων ρουτινών περιποίησης του δέρματος, ακόμη και μεταξύ πολύ νεαρών εφήβων, έχει δημιουργήσει ένα κλίμα όπου τα αντιληπτά “ελαττώματα” τόσο μεγεθύνονται όσο και αξιοποιούνται οικονομικά».
Η Μαίρη Παναγοπούλου εστιάζει στο ότι το σώμα δεν λειτουργεί αποκομμένα από την ψυχή. «Η διατροφή επηρεάζει την ορμονική και εντερική λειτουργία, και αυτές με τη σειρά τους συνδέονται με τη διάθεση, το άγχος, τις φοβίες και την ψυχική ισορροπία.
Όταν ένας άνθρωπος —και ιδιαίτερα ένα παιδί— μαθαίνει να αξιολογεί τον εαυτό του κυρίως μέσα από την εικόνα του, αυξάνεται ο κίνδυνος να αναπτύξει ιδεοψυχαναγκαστικές σκέψεις γύρω από την εμφάνιση, τελειοθηρία, άγχος αποδοχής και βαθιά ανασφάλεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι η σωματοδυσμορφική διαταραχή, σύμφωνα με το Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, εντάσσεται στο ιδεοψυχαναγκαστικό φάσμα».
Κοινωνικά νομιμοποιημένη η υπερβολική ενασχόληση με την «επιφάνεια»
Η υπερβολική ενασχόληση με την «επιφάνεια» έχει πλέον κοινωνικά νομιμοποιηθεί. «Είναι αποδεκτό να αφιερώνουμε αμέτρητες ώρες στο δέρμα, στα μαλλιά, στα ρούχα και σε κάθε λεπτομέρεια της εξωτερικής μας εικόνας, ενώ μοιάζει σχεδόν αδιάφορο το αν καλλιεργούμε ουσιαστικές σχέσεις, συναισθηματική ωριμότητα, ηθική σκέψη ή βαθύτερη αυτογνωσία.
Έτσι, η ανθρώπινη αξία κινδυνεύει να συνδεθεί όχι με το ποιος είναι κάποιος, αλλά με το πόσο ”τέλειος” δείχνει», τονίζει η κα Παναγοπούλου.
Οι συνέπειες αυτής της νοοτροπίας για παιδιά και εφήβους μπορεί να είναι ιδιαίτερα σοβαρές. «Η παιδική και εφηβική ηλικία είναι η περίοδος κατά την οποία διαμορφώνεται η ταυτότητα και η εικόνα εαυτού.
Όταν ένα παιδί μεγαλώνει πιστεύοντας ότι η αποδοχή, η αγάπη και η κοινωνική του αξία εξαρτώνται από την εμφάνισή του, είναι πιθανό να βιώσει: χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος και συναισθηματική δυσφορία, εξάρτηση από την εξωτερική επιβεβαίωση, διαταραγμένη σχέση με το σώμα και το φαγητό, κοινωνική σύγκριση και απομόνωση, ανάπτυξη ιδεοψυχαναγκαστικών συμπεριφορών, ακόμη και δυσκολία στη δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων», επισημαίνει.
Δεν τα «βαφτίζουμε» όλα cosmeticorexia
Η cosmeticorexia δεν αποτελεί επίσημη διάγνωση. Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι δεν πάσχει από cosmeticorexia ή δεν αντιμετωπίζει προβλήματα με την εικόνα του σώματος κάθε άτομο που είναι δυσαρεστημένο με την εμφάνισή του.
«Γνωρίζουμε ότι πάνω από το 50% των νέων είναι δυσαρεστημένοι με την εμφάνισή τους, ενώ έως και το 90% έχει τουλάχιστον κάποιο βαθμό ανησυχίας. Επομένως, το να είσαι δυσαρεστημένος με την εμφάνισή σου είναι, σε κάποιο βαθμό, “φυσιολογικό”.
Αν αυτό γίνει υπερβολικό, τότε είναι που η αναζήτηση βοήθειας γίνεται πραγματικά σημαντική», αναφέρει η Δρ Jasmine Fardouly, λέκτορας στη Σχολή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ.
Οι εικόνες που εστιάζουν στα ιδανικά ομορφιάς ή δίνουν όλο και μεγαλύτερη έμφαση στην εμφάνιση σε σχέση με την αυτοεκτίμηση, «τείνουν να είναι επιβλαβείς ανεξάρτητα από την τάση με την οποία συνδέονται. Προωθούν ιδανικά που είναι ανέφικτα για τους περισσότερους ανθρώπους», λέει.
«Το ζήτημα είναι βαθιά πολυπαραγοντικό. Δεν αφορά μόνο τα καλλυντικά ή τα social media, αλλά μια ολόκληρη κουλτούρα που διδάσκει στους ανθρώπους —από όλο και μικρότερη ηλικία— ότι η αξία τους βρίσκεται κυρίως στην εικόνα που προβάλλουν και όχι στην ουσία που φέρουν», αναφέρει η κ. Παναγοπούλου.
Και συνοψίζει με τη φράση του Erich Fromm: «Αν είμαι αυτό που έχω και αν αυτό που έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι;» Ίσως εκεί να βρίσκεται και ο πιο ουσιαστικός προβληματισμός της εποχής μας.
