Απόψε το βράδυ ολοκληρώνεται στη Βιέννη ο 70ός Διαγωνισμός Τραγουδιού της Eurovision. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, στις 20 Μαΐου 2006, η Ελλάδα ζούσε τη δική της μεγάλη βραδιά. Φιλοξενούσε για πρώτη – και μοναδική μέχρι σήμερα – φορά τη διοργάνωση, έναν χρόνο μετά τη νίκη της Έλενας Παπαρίζου με το «My Number One».
Η δημοφιλία του μουσικού event έχει περάσει από πολλές φάσεις στην Ελλάδα. Υπήρξαν χρόνια φανατικής παρακολούθησης, χρόνια σχετικής αδιαφορίας, αλλά και περίοδοι κατά τις οποίες ο διαγωνισμός αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως εθνικό στοίχημα. Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά τη συμμετοχή της Μαρίνας Σάττι το 2024 και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν τόσο το βίντεο κλιπ όσο και η ίδια η καλλιτέχνιδα, το ελληνικό κοινό φαίνεται να έχει επανέλθει παρακολουθώντας ξανά τις συμμετοχές με μεγαλύτερη ένταση και υψηλότερες απαιτήσεις από την εκπροσώπηση της χώρας.
Η «ποπ φρενίτιδα» των 00s
Η περίδος που η Eurovision βρισκόταν στο απόγειό της στην Ελλάδα ήταν, αναμφίβολα, τα μέσα των 00s. Η πολυπόθητη νίκη της Έλενας Παπαρίζου έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ο μουσικός διαγωνισμός δημιουργούσε τότε πραγματική «ποπ φρενίτιδα». Ήταν η τέλεια αφορμή για σχόλια, ειρωνεία, υπερβολή στα τηλεοπτικά πάνελ και, φυσικά, εντυπωσιακά ποσοστά τηλεθέασης.
Η διοργάνωση του 2006 είχε επιπλέον ένα ιδιαίτερο βάρος, καθώς η Ελλάδα δεν συμμετείχε απλώς στον διαγωνισμό, αλλά τον φιλοξενούσε. Ο 51ος Διαγωνισμός Τραγουδιού της Eurovision πραγματοποιήθηκε στο Olympic Indoor Hall του ΟΑΚΑ, με σύνθημα «Feel The Rhythm» και παρουσιαστές τη Μαρία Μενούνος και τον Σάκη Ρουβά.
Η επιστροφή της Άννας Βίσση
Η Άννα Βίσση, εκπρόσωπος της Ελλάδας εκείνη τη χρονιά, δεν ήταν άγνωστη στον θεσμό. Το 1980, όταν ο Τζόνι Λόγκαν κέρδιζε για πρώτη φορά τον διαγωνισμό, η Βίσση έκανε την παρθενική της εμφάνιση στον διαγωνισμό με το τραγούδι «Ωτοστόπ», κατακτώντας τη 13η θέση. Δύο χρόνια αργότερα, το 1982 είχε εκπροσωπήσει την Κύπρο, τερματίζοντας πέμπτη. Το 2006 επέστρεφε, αυτή τη φορά ως εκπρόσωπος της οικοδέσποινας χώρας, με το «Everything», μια μπαλάντα σε στίχους της ίδιας και μουσική του Νίκου Καρβέλα.
Στις 20 Μαΐου 2006, ανήμερα του τελικού, «ΤΟ ΒΗΜΑ» δημοσιεύει την αιχμηρή κριτική της Αστερόπης Λαζαρίδου, με τίτλο: «Η τρίτη απόπειρα για διεθνή καριέρα με το “Everything” από την εκπρόσωπο της Ελλάδας».
Παρά την τεράστια απήχηση και το μαζικό ενδιαφέρον, για πολλούς ο διαγωνισμός παρέμενε ένα τηλεοπτικό προϊόν συνδεδεμένο με το κιτς και την ελαφρότητα της ποπ κουλτούρας. Το δημοσίευμα επιστράτευε, μάλιστα, το παράδειγμα του Τζόνι Λόγκαν, του ανθρώπου που έχει ταυτιστεί όσο λίγοι με τη Eurovision:
«Μόνο το παράδειγμα του Τζόνι Λόγκαν να εξέταζαν οι εγχώριοι αστέρες που ονειρεύονται διεθνή καριέρα με εφαλτήριο τη Eurovision, θα το σκέφτονταν πάρα πολύ καλά προτού μπουν σε αυτή την περιπέτεια.
»Ο “κ. Eurovision” – όπως αποκαλείται ο μοναδικός στην ιστορία νικητής δύο φορές ως τραγουδιστής (το 1980 με το “What’s another year?”, το 1987 με το “Hold me now”) και μία ως συνθέτης (“Why me?” με τη φωνή της Λίντα Μάρτιν) – δεν κατάφερε να κάνει διεθνή καριέρα. Βοήθησε την Ιρλανδία να αναδειχθεί “βασίλισσα της Eurovision”, δε συγκίνησε ωστόσο τα τσαρτ και έχει καταντήσει ανέκδοτο.
»Η Άννα Βίσση θα τραγουδήσει το “Everything” […] μία δυτικότροπη μπαλάντα που θυμίζει απελπιστικά το “You are not alone” του Μάικλ Τζάκσον, εποφθαλμιώντας την πρώτη θέση».
Το φόρεμα του Γκοτιέ
Εκτός, όμως, από το μουσικό κομμάτι, τα φώτα της κριτικής είχαν πέσει και πάνω στο στυλιστικό κομμάτι.

Η Άννα Βίσση θα εμφανιζόταν στη σκηνή με μια δημιουργία του Ζαν Πολ Γκοτιέ. Το ρούχο είχε προκαλέσει συζητήσεις, κυρίως λόγω του κόστους του, αλλά και λόγω του συμβολικού βάρους που αποκτούσε η εικόνα σε έναν διαγωνισμό όπου η σκηνική παρουσία μετρούσε όσο ποτέ:
»Δικαιολογημένη γκρίνια ξέσπασε και για το φόρεμα που δημιούργησε για την Αννα Βίσση ο Ζαν Πολ Γκοτιέ, το οποίο φημολογείται ότι κόστισε μία μικρή περιουσία. Ο γάλλος σχεδιαστής είχε ντύσει και την ισραηλινή νικήτρια του 1998 Ντάνα Ιντερνάσιοναλ, η οποία ακόμη και λίγο προτού ανέβει στη σκηνή δεχόταν απειλές για τη ζωή της από φανατικούς συμπατριώτες της, καθώς δεν δέχονταν να τους εκπροσωπήσει μία τρανσέξουαλ».
Το δημοσίευμα μετέφερε το κλίμα των ημερών. Η σκηνή είχε στηθεί στην Αθήνα, η ΝΕΤ θα μετέδιδε τον τελικό στις 22.00, και η κρατική τηλεόραση προσδοκούσε να κάνει «απόσβεση» των χρημάτων που είχαν δαπανηθεί για τη διοργάνωση και την προώθηση:
«Διότι η πιο ασφαλής πρόβλεψη για απόψε είναι ότι απόλυτη θριαμβεύτρια θα είναι η τηλεθέαση».
Τηλεθέαση-ρεκόρ
Η πρόβλεψη αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από εύστοχη.
Την επόμενη ημέρα, στις 21 Μαΐου 2006, «ΤΟ ΒΗΜΑ» επανερχόταν με άρθρο για τη «τηλεοπτική δυναστεία» των θεαματικών σόου. Η Eurovision παρουσιαζόταν ως ένα από τα λίγα τηλεοπτικά προϊόντα που μπορούσαν να σταθούν απέναντι στις ελληνικές σειρές, οι οποίες τότε κυριαρχούσαν στη μικρή οθόνη:
«Η χθεσινή τηλεθέαση της Eurovision αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την τηλεοπτική μονοκρατορία των επονομαζόμενων “events”, των θεαματικών εκδηλώσεων που στοχεύουν στο ευρύ κοινό […]
»Φυσικά το… έργο επαναλαμβάνεται. Στον περυσινό τελικό της Eurovision, στις 21 Μαΐου 2005, η παρουσία και η νίκη της Έλενας Παπαρίζου “τρέλανε” τα μηχανάκια της AGB: το μέσο μερίδιο 82,3% (3.198.000 άτομα) που εισέπραξε η ΕΡΤ από τους τηλεθεατές με ανοικτούς δέκτες δεν χρειάζεται επεξηγήσεις. Η φιέστα του Ζαππείου την ίδια ημέρα για την ίδια διοργάνωση προσέφερε στην ΕΡΤ άλλο ένα πολύ εντυπωσιακό 67,4%».
Η Ελλάδα δεν κέρδισε εκείνο το βράδυ. Η Άννα Βίσση κατέλαβε την ένατη θέση με 128 βαθμούς, ενώ νικητές αναδείχθηκαν οι Lordi από τη Φινλανδία με το «Hard Rock Hallelujah». Όμως, από τηλεοπτική άποψη, η διοργάνωση της Αθήνας αποδείχθηκε θρίαμβος.
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 25ης Μαΐου 2006 σημείωνε ότι στην Ελλάδα είχε καταγραφεί το υψηλότερο μερίδιο τηλεθέασης στην Ευρώπη για τη μετάδοση του τελικού:
«Αντιθέτως, σε αρκετές χώρες η τηλεθέαση ήταν “συγκρατημένη”, ενώ δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις που τα “νούμερα” ήταν χαμηλότερα των προσδοκιών. Πάντως οι… νότιοι Έλληνες είχαν κάτι κοινό με τους… βόρειους Σουηδούς. Και οι Σκανδιναβοί αποδείχθηκαν πολύ φανατικοί φίλοι της Eurovision: η μετάδοση της διοργάνωσης από το πρώτο κανάλι έκανε τα μηχανάκια της εκεί AGB Media Research να πάρουν φωτιά.
«Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η AGB, το μέσο μερίδιο τηλεθέασης 82,6% που σημειώθηκε στην Ελλάδα (3.252.000 πολίτες) ήταν το υψηλότερο στην Ευρώπη, σε σχέση και με τον πληθυσμό».

