Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον χωρίς να κρύβουν και τις επιφυλάξεις του παράλληλα, αναμένουν οι έλληνες νοσηλευτές τις σημερινές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για τον εν λόγω κλάδο υγειονομικών, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Νοσηλευτή στις 12 Μαΐου. Οι παρεμβάσεις που προετοιμάζει η κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα κινούνται σε δύο βασικούς άξονες: την παροχή ουσιαστικών κινήτρων για την παραμονή των νοσηλευτών στο ΕΣΥ και τη βελτίωση των οικονομικών απολαβών ενός κλάδου που εδώ και χρόνια βρίσκεται στα όρια της εξάντλησης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο κυβερνητικό τραπέζι βρίσκεται ακόμη και η χορήγηση επιδόματος ύψους έως και 300 ευρώ, ως ένα πρώτο μέτρο οικονομικής ανακούφισης για το νοσηλευτικό προσωπικό. Αν και οι τελικές αποφάσεις αναμένονται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, το στίγμα που δίνεται είναι πως η κυβέρνηση αναγνωρίζει πλέον ότι χωρίς ισχυρό νοσηλευτικό προσωπικό δεν μπορεί να σταθεί το δημόσιο σύστημα υγείας. Αναγνωρίζει δε και τη σημασία του επαγγέλματος το οποίο αναμένεται να ενταχθεί στα «Βαρέα και Ανθυγιεινά».
Ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους, παραδέχθηκε χθες ότι η υποστελέχωση των νοσοκομείων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά συνολικά για τα ευρωπαϊκά συστήματα υγείας. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, το νοσηλευτικό προσωπικό μειώνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, ενώ ολοένα και λιγότεροι νέοι επιλέγουν το επάγγελμα εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών εργασίας και των χαμηλών αμοιβών.
Ελλείψεις προσωπικού
Οι ελλείψεις στα δημόσια νοσοκομεία παραμένουν δραματικές. Σε πολλές κλινικές, ειδικά στην περιφέρεια αλλά και σε μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, οι νοσηλευτές καλούνται να καλύψουν υπεράριθμες βάρδιες, συχνά χωρίς επαρκείς ημέρες ανάπαυσης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ένας νοσηλευτής αναλαμβάνει πολύ περισσότερους ασθενείς από τα διεθνώς προβλεπόμενα όρια ασφαλείας, γεγονός που αυξάνει τόσο τη σωματική εξουθένωση όσο και τον κίνδυνο λαθών.
Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την έλλειψη προσωπικού αλλά και τη συνεχή «διαρροή» έμπειρων νοσηλευτών προς το εξωτερικό ή προς τον ιδιωτικό τομέα. Οι μισθολογικές απολαβές στο ΕΣΥ θεωρούνται ιδιαίτερα χαμηλές σε σχέση με τον φόρτο εργασίας και την ευθύνη που φέρουν καθημερινά οι νοσηλευτές. Ένας νεοεισερχόμενος νοσηλευτής στο δημόσιο σύστημα συχνά λαμβάνει αποδοχές που δύσκολα ανταποκρίνονται στο αυξημένο κόστος ζωής, ειδικά σε μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.
Αλλαγές στο μισθολόγιο – Ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά
Για τον λόγο αυτό, βασικό αίτημα του κλάδου παραμένει η ένταξη των νοσηλευτών σε ειδικό μισθολόγιο, αντίστοιχο με αυτό των γιατρών του ΕΣΥ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά αυτή την προοπτική, ώστε οι νοσηλευτές να αποσυνδεθούν από το ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου και να υπάρξουν ουσιαστικές αυξήσεις στις αποδοχές τους. Μια τέτοια αλλαγή θεωρείται κρίσιμη όχι μόνο για λόγους δικαιοσύνης αλλά και για να καταστεί το επάγγελμα πιο ελκυστικό στους νέους επιστήμονες.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται βελτιώσεις στις διαδικασίες πρόσληψης. Σήμερα, οι προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ μπορεί να καθυστερήσουν ακόμη και δύο ή τρία χρόνια, με αποτέλεσμα τα νοσοκομεία να λειτουργούν επί μακρόν με τεράστια κενά. Το υπουργείο Υγείας εξετάζει ένα πιο ευέλικτο σύστημα, αντίστοιχο με αυτό που εφαρμόζεται για τους γιατρούς, ώστε οι ανάγκες να καλύπτονται ταχύτερα. Ήδη λειτουργεί νέα πλατφόρμα για το επικουρικό προσωπικό στην Αττική, η οποία αναμένεται να επεκταθεί σύντομα και στην υπόλοιπη χώρα.
Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων βρίσκεται επίσης και η ένταξη όλων των νοσηλευτών στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ). Σήμερα υπάρχουν εργαζόμενοι δύο ταχυτήτων, καθώς όσοι προσλήφθηκαν μετά το 2011 δεν εντάσσονται στο ίδιο καθεστώς. Οι νοσηλευτές θεωρούν ότι πρόκειται για μια διαχρονική αδικία απέναντι σε έναν κλάδο που εργάζεται σε ιδιαίτερα απαιτητικές και ψυχοφθόρες συνθήκες.
