Διπλωματική διάσταση δίνει η Αθήνα στο περιστατικό πλεύσης του drone ουκρανικής κατασκευής στις ακτές της Λευκάδας, με τον Γιώργο Γεραπετρίτη να ενημερώνει επισήμως το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων, προαναγγέλλοντας μάλιστα τη λήψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, προκειμένου όπως δήλωσε ο ίδιος «να μην μετατραπεί η Μεσόγειος σε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων».
Οι αρχές του Υπουργείου Εξωτερικών τελούν εν αναμονή επιβεβαίωσης ότι το μη επανδρωμένο σκάφος, το οποίο ήταν έμφορτο με δεκάδες κιλά εκρηκτικής ύλης, ανήκει στη δύναμη της Ουκρανίας, ώστε να προχωρήσουν σε διάβημα προς το Κίεβο, εξέλιξη που θεωρείται βέβαιο ότι θα προκαλέσει ψύχρανση στις ελληνο-ουκρανικές σχέσεις.
«Θα υπάρξει αντίδραση της κυβέρνησης με τα αναγκαία διαβήματα» δήλωσε από τις Βρυξέλλες ο κ. Γεραπετρίτης, υιοθετώντας μάλιστα εξαιρετικά αυστηρούς τόνους. Εξέλιξη, άλλωστε, η οποία θεωρείται εύλογη, καθώς το γεγονός ότι το σκάφος κυκλοφορούσε ανεξέλεγκτο εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, χωρίς να εντοπιστεί από τις αρμόδιες αρχές, δεν είναι αποδεκτό. Ειδικά για ένα κράτος, το οποίο επιδιώκει με κάθε ευκαιρία ν’ αναδεικνύει τις δυνατότητές του στον τομέα της εθνικής ασφάλειας.
Όπως, βεβαίως, επισημαίνουν ειδικοί επί των θεμάτων άμυνας, ο συγκεκριμένος στόχος σχεδόν δεν εντοπίζεται, καθώς δεν είναι ορατό από κανενός είδους ναυτικό ραντάρ. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον εξαιρετικά μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας τέτοιου είδους φορτίων, καθιστά ακόμα πιο απαραίτητη τη διπλωματική κινητοποίηση της Αθήνας, με στόχο να εκμηδενιστούν οι πιθανότητες επανάληψης αντίστοιχου περιστατικού.
Από πού ξεκίνησε το drone: Τα σενάρια
Σύμφωνα με την ίδια γραμμή πληροφόρησης, τα συστήματα που φέρει το drone δίνουν τη δυνατότητα στις ελληνικές αρχές, με τη συνεργασία εταιρειών διαχείρισης δορυφορικών συστημάτων, να χαρτογραφήσουν την πορεία του σκάφους, ώστε ν’ αποδειχθεί από που ξεκίνησε το MAGURA V-5.
Τα επικρατέστερα σενάρια είναι δύο: Είτε το drone να ρίφθηκε στην περιοχή από εμπορικό πλοίο, είτε να ξεκίνησε από τη βάση που φέρονται να διαθέτουν οι Ουκρανοί στην πόλη Μισράτα της δυτικής Λιβύης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, φαίνεται ότι χάθηκε ο εξ αποστάσεως έλεγχος του πλωτού, με αποτέλεσμα αυτό ν’ αποπροσανατολιστεί και να βρεθεί στις ακτές της Λευκάδας.
Προβληματισμός για την ασφάλεια του εμπορικού στόλου
Ανεξαρτήτως των σεναρίων, ο προβληματισμός που επικρατεί στην Αθήνα είναι έντονος. «Στο πρόσφατο παρελθόν χτυπήθηκε πλοίο με ελληνική σημαία στη Μαύρη Θάλασσα και τώρα ένα drone με εκρηκτικά εντοπίζεται τυχαία σε ελληνικό νησί. Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί», λέει στο «Βήμα» καλά ενημερωμένη πηγή, αναδεικνύοντας το σκεπτικό της κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο δεν είναι δυνατόν ο ελληνικός εμπορικός στόλος να τελεί υπό πιθανή, διαρκή, απειλή ή να διακυβεύεται η ασφάλεια οποιουδήποτε νησιωτικού ή και ηπειρωτικού εδάφους της χώρας.
Δεν είναι, λοιπόν, η πρώτη φορά που η Αθήνα θίγεται εξαιτίας της πολεμικής στρατηγικής των Ουκρανών. Στα μέσα του περασμένου Μαρτίου πλοίο ελληνικής εταιρείας, το οποίο βρισκόταν στα ανοικτά του Νοβοροσίσκ προκειμένου να φορτώσει ρωσικό πετρέλαιο χτυπήθηκε από ουκρανικό drone, με την αντίδραση εν πρώτοις του υπουργού Ναυτιλίας Βασίλη Κικίλια και στη συνέχεια του Γιώργου Γεραπετρίτη να είναι εντονότατες.
Εκείνες τις ημέρες, μάλιστα, ο υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε και τους ομολόγους του, στο αντίστοιχο σκηνικό του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων, ενώ σύμφωνα με τις τότε πληροφορίες η ελληνική πρωτεύουσα εξέφρασε την έντονη δυσφορία της στο Κίεβο. Τότε, όπως και χθες, οι Ευρωπαίοι έδειξαν κατανόηση, εκφράζοντας τη στήριξή τους στην Ελλάδα, χωρίς πάντως ακόμα να έχει καταγραφεί κάποια επίσημη αντίδραση. Με ενδιαφέρον αναμένεται αν το ζήτημα θα τεθεί και στο σημερινό Συμβούλιο των Υπουργών Άμυνας στις Βρυξέλλες, παρουσία και του Νίκου Δένδια.
Η κλιμάκωση της έντασης και το αγκάθι του πετρελαίου
Φυσικά, σε περίπτωση που η Αθήνα προχωρήσει σε διάβημα- ενδεχόμενο το οποίο είχε αναδειχθεί από το «Βήμα» ήδη τις πρώτες ώρες μετά την αποκάλυψη του περιστατικού- θα πρόκειται για κλιμάκωση της διπλωματικής αντιπαράθεσης.
Στο ζήτημα, άλλωστε, των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου, η Ουκρανία έχει έντονα παράπονα από την Ελλάδα, καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε πρωτοστατήσει στην απόφαση της Κομισιόν να εξαιρεθούν τα ευρωπαϊκά πλοία ώστε να δικαιούνται να μεταφέρουν φορτία σε τρίτες χώρες, δηλαδή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντύπωση, μάλιστα, είχε προκαλέσει εκείνη την εποχή η αποστροφή Ουκρανού διπλωμάτη, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελλάδα, ότι «τα χρήματα ορισμένων ναυτιλιακών εταιρειών είναι βαμμένα με αίμα».
Η διαχρονική στήριξη και το πολιτικό κόστος
Διπλωματικές πηγές από την Αθήνα υπενθυμίζουν ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, η Ελλάδα έχει στηρίξει ποικιλοτρόπως (οικονομικά, διπλωματικά, στρατιωτικά) την Ουκρανία και θα συνεχίσει να το κάνει, ως κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά τηρώντας και τις συμβατικές υποχρεώσεις της στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μάλιστα, έχει πληρώσει διακριτό πολιτικό κόστος για τη σύμπλευση με το Κίεβο, μη θέτοντας πάντως προς διαπραγμάτευση της βασικές αρχές της ως προς τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας μιας χώρας, η οποία δέχθηκε απρόκλητη εισβολή από τη Ρωσία.
Φανερή, άλλωστε, είναι και η επικοινωνιακή ζημία που έχει υποστεί τις τελευταίες ημέρες η κυβέρνηση, κυρίως εξαιτίας του ίδιου του περιστατικού, όσο και λόγω ορισμένων άστοχων δημοσίων παρεμβάσεων, ενώ είναι βέβαιο ότι το θέμα θα διατηρηθεί την επόμενη περίοδο στην επικαιρότητα, με την αντιπολίτευση να εντείνει την κριτική της, εντός κι εκτός Κοινοβουλίου.
Εν αναμονή του διαβήματος
Επιστρέφοντας στην ουσία των πραγμάτων, με ειδικό ενδιαφέρον αναμένεται, εκτός των αποτελεσμάτων των ερευνών, το κείμενο του διαβήματος, όπου και θα αποτυπώνεται η επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβέρνησης έναντι της πρακτικής του Κιέβου. Στην αντίπερα όχθη, βεβαίως, ουδείς ξεχνά ότι η Ουκρανία πολεμά επί σχεδόν πέντε έτη, με χιλιάδες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, κατεστραμμένες υποδομές και σημαντικό ποσοστό της χώρας σε de facto κατοχή.
Εξ ου και φαντάζει σχεδόν απίθανο η ηγεσία της χώρας να επαναπροσδιορίζει την πολεμική στρατηγική της, πολλώ δε μάλλον τώρα που ο υβριδικός πόλεμος αποδίδει καρπούς και πιέζει τόσο τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, όσο και τη ρωσική οικονομία. Άλλωστε, στα πεδία συμβαίνουν και λάθη. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια εύλογη απάντηση των Ουκρανών.
