Η ανακοίνωση της Ryanair ότι πρόκειται να κλείσει την αεροπορική βάση της στη Θεσσαλονίκη – και κατόπιν και στην Κρήτη – θα μπορούσε να καταγραφεί ως ακόμη μία επιχειρηματική απόφαση. Εάν δεν επρόκειτο για μια ξεκάθαρη επίδειξη ισχύος.
Η παύση λειτουργίας της low cost αεροπορικής εταιρείας στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» σημαίνει λιγότερες πτήσεις, λιγότερες αφίξεις επισκεπτών, χαμένες συνδέσεις και πίεση στην τοπική οικονομία – ενδεχομένως και μίνι θρήνο στη φυλή των influencers του σαββατοκύριακου.
Για τον Μάικλ Ο’Λίρι, όμως, όλα αυτά δεν συνιστούν πρώτη ύλη για δράμα. Είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης που δεν απέδωσε τα οικονομικά οφέλη που επιθυμούσε.

Στον κόσμο του 65χρονου διευθύνοντος συμβούλου της Ryanair, οι πόλεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να μπουν στον χάρτη της αεροπορικής εταιρείας, όπως ακριβώς οι επιβάτες ανταγωνίζονται για ένα εισιτήριο των 9,99 ευρώ.
Ομοίως τα αεροδρόμια μετατρέπονται σε πιόνια ενός σκληρού παιχνιδιού χρεώσεων, επιδοτήσεων, τελών και επιρροής, όπου η αεροπορική εταιρεία δεν διστάζει να αποσύρει αεροσκάφη, να κλείσει βάσεις ή να μετακινήσει δρομολόγια όταν θεωρεί ότι το κόστος παύει να τη συμφέρει.
Η πρόσφατη απόφαση για τη Θεσσαλονίκη εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική: πίεση προς τις αρχές διαχείρισης των αεροδρομίων και ένα σαφές μήνυμα ότι η αεροπορική σύνδεση δεν είναι ποτέ δεδομένη.
Ένας ιεραπόστολος του ωμού καπιταλισμού
Σε μια εποχή που οι δισεκατομμυριούχοι έχουν υιοθετήσει έναν νέο, σχεδόν μεσσιανικό ρόλο, υποσχόμενοι με περίσσευμα αυταρέσκειας να λύσουν κάθε υπαρκτό ή ανύπαρκτο πρόβλημα της ανθρωπότητας με έναν αλγόριθμο, μια εφαρμογή ή έναν πύραυλο που θα μας μεταφέρει μακριά από αυτόν τον πλανήτη, ο Μάικλ Ο’Λίρι ενσαρκώνει μια εκκωφαντική παραφωνία: ίσως τον πιο ωμό εκπρόσωπο ενός παλαιάς κοπής καπιταλισμού που δεν αισθάνεται την ανάγκη να καμουφλαριστεί πίσω από ιδεολογικά ή ηθικά προσχήματα.

Ο άνθρωπος που μετέτρεψε τη Ryanair σε μία από τις πιο κερδοφόρες low cost αεροπορικές εταιρείες στην ιστορία δεν επιχείρησε ποτέ να παρουσιαστεί ως οραματιστής που «αλλάζει τον κόσμο». Δεν μίλησε για βιώσιμες κοινότητες ούτε για την «αποστολή» της τεχνολογίας. Αντιθέτως, ενσωμάτωσε τον κυνισμό ως βασικό στοιχείο του ίδιου του brand.
Στο δικό του μοντέλο, ο σύγχρονος επιβάτης δεν είναι πολίτης με δικαιώματα αλλά καταναλωτής που ανταλλάσσει άνεση, χρόνο και αξιοπρέπεια με χαμηλό κόστος. Η εξίσωση είναι απλή και απολύτως συνειδητή: όσο πιο φθηνό το εισιτήριο, τόσο χαμηλότερα τα στάνταρ, οι απαιτήσεις και οι παροχές.
Ο ιησουίτης φοροτεχνικός που έσωσε μια αεροπορική στο χείλος της χρεοκοπίας
Γεννημένος τον Μάρτιο του 1961 στο αγροτικό Καντάρκ της κομητείας Κορκ στην Ιρλανδία, ο Μάικλ Κέβιν Ο’Λίρι δεν έμοιαζε εξαρχής προορισμένος να κυριαρχήσει στους ευρωπαϊκούς αιθέρες. Μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια, όντας το δεύτερο από τα έξι παιδιά της.

Σε μια ειρωνεία της τύχης —δεδομένου του μετέπειτα υβρεολογίου που θα έκανε σήμα κατατεθέν του— έλαβε αυστηρή και μάλλον ελιτίστικη ιησουιτική εκπαίδευση στο περίφημο Clongowes Wood College. Αργότερα σπούδασε στο πρόγραμμα BESS (Οικονομικές και Κοινωνικές Επιστήμες) στο Trinity College του Δουβλίνου.
Εκεί εκπαιδεύτηκε κυρίως στο να διαβάζει αριθμούς, να εντοπίζει περιττά κόστη και να αντιμετωπίζει κάθε επιχείρηση ως μια ψυχρή εξίσωση αποδοτικότητας.
Ξεκίνησε την καριέρα του ως φοροτεχνικός στην εταιρεία Stokes Kennedy Crowley — τη σημερινή KPMG. Ήταν γνωστός ήδη από τότε για την αμείλικτη σχέση του με τους αριθμούς.

Το 1988, ο ιδρυτής της τότε παραπαίουσας Ryanair, Τόνι Ράιαν, τον προσέλαβε ως προσωπικό οικονομικό σύμβουλο. Όταν ο Ο’Λίρι εξέτασε τα βιβλία της εταιρείας, η οποία τότε προσπαθούσε μάταια να ανταγωνιστεί την Aer Lingus προσφέροντας γεύματα και business class υπηρεσίες, η συμβουλή του ήταν αποστομωτική: «Κλείσ’ την. Δεν βγάζει κανένα απολύτως νόημα».
Ο Ράιαν αρνήθηκε να εγκαταλείψει την εταιρεία. Αντί για λουκέτο, έστειλε τον Ο’Λίρι στις Ηνωμένες Πολιτείες για να συναντήσει τον θρυλικό Χερμπ Κέλεχερ και να μελετήσει από κοντά το μοντέλο της Southwest Airlines. Εκεί ο Ιρλανδός ανακάλυψε τη φιλοσοφία που έμελλε να αλλάξει συνολικά την ευρωπαϊκή αεροπορική αγορά.

Ένα ακραία απλοποιημένο αλλά εξαιρετικά αποδοτικό low cost μοντέλο, βασισμένο σε έναν μόνο τύπο αεροσκάφους —το Boeing 737— στις γρήγορες αναχωρήσεις 25 λεπτών, στα φθηνά δευτερεύοντα αεροδρόμια και στη διαρκή συμπίεση του λειτουργικού κόστους.
Ο κυνισμός ως branding
Από το 1994, όταν ανέλαβε επίσημα τη θέση του CEO, ο Ο’Λίρι άρχισε ουσιαστικά να ξαναχτίζει τη Ryanair από το μηδέν. Κατάργησε δωρεάν υπηρεσίες, μείωσε δραστικά τα λειτουργικά έξοδα, πίεσε προμηθευτές και αεροδρόμια και μετέτρεψε κάθε πτυχή της πτήσης σε πιθανή πηγή εσόδων: αποσκευές, νερό, επιλογή θέσης, προτεραιότητα επιβίβασης, ακόμη και τα διαβόητα ξυστά λαχεία εντός καμπίνας.

Σταδιακά, η Ryanair έπαψε να είναι απλώς μια εταιρεία και μετατράπηκε σε προσωπική αντανάκλαση του ίδιου του Ο’Λίρι. Η επιθετικότητα, ο σαρκασμός, η περιφρόνηση προς τον καθωσπρεπισμό, ακόμη και η δημόσια αγένεια, έγιναν κομμάτι της εταιρικής της ταυτότητας. Οι μέτοχοι μπορεί να κατείχαν τις μετοχές, αλλά ο Ο’Λίρι είχε κατακτήσει κάτι ίσως σημαντικότερο: την ίδια την κουλτούρα της εταιρείας.
Κάπως έτσι, ο Ιρλανδός δεν δημιούργησε απλώς μια επιτυχημένη αεροπορική εταιρεία. Δημιούργησε το ίδιο το ευαγγέλιο του low cost. Πριν από τη Ryanair της δεκαετίας του ’90, τα αεροπορικά ταξίδια στην Ευρώπη παρέμεναν για μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης μια σχετικά ακριβή υπόθεση.

Ο Ο’Λίρι συνέβαλε καθοριστικά στη μαζικοποίηση των πτήσεων μικρών αποστάσεων, μετατρέποντας τα αεροπορικά weekends, τα city breaks και τα εισιτήρια των μερικών δεκάδων ευρώ σε μέρος της ευρωπαϊκής καθημερινότητας.
Ταυτόχρονα, όμως, συνέβαλε και στη γέννηση ενός νέου μοντέλου τουρισμού: φθηνού, γρήγορου, υπερμαζικού και συχνά εξαντλητικά πιεστικού για τις ίδιες τις πόλεις που εξυπηρετούσε. Πόλεις που άρχισαν να εξαρτώνται από τις αεροπορικές ροές, να ανταγωνίζονται για μια θέση στους χάρτες των low cost εταιρειών και να μετρούν την οικονομική τους ανάπτυξη σε αφίξεις Σαββατοκύριακου.

Η πραγματική καμπή ήρθε μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Την ώρα που η παγκόσμια αεροπορική βιομηχανία βυθιζόταν στον φόβο και την αβεβαιότητα, ο Ο’Λίρι προχώρησε σε μία από τις πιο επιθετικές επενδυτικές κινήσεις της δεκαετίας.
Παρήγγειλε δεκάδες νέα αεροσκάφη Boeing – σήμερα ο στόλος της Ryanair αριθμεί 647 – σε τιμές κρίσης, κλειδώνοντας εκπτώσεις που φημολογείται ότι άγγιξαν το 50%. Εκμεταλλεύτηκε την κατάρρευση της αγοράς για να χτίσει τον φθηνότερο και μεγαλύτερο στόλο στην Ευρώπη.
Η βιομηχανία της πρόκλησης: Η τουαλέτα του ενός ευρώ και οι θέσεις ορθίων
Σήμερα, η Ryanair δεν είναι απλώς ένας αερομεταφορέας. Είναι μια μηχανή διαχείρισης κόστους, δημοσιότητας αλλά και αντίληψης. Πολύ πριν η ψηφιακή εποχή μετατρέψει την πρόκληση σε στρατηγική engagement, ο Ο’Λίρι είχε ήδη καταλάβει πως η οργή αποτελεί το πιο αποτελεσματικό εργαλείο δωρεάν διαφήμισης.

Για να κρατά διαρκώς τα φώτα πάνω του, δεν δίστασε ποτέ να στήσει ακραίες παραστάσεις — συχνά με πρωταγωνιστή τον ίδιο του τον εαυτό.
Το 2003, οδηγώντας ένα νοικιασμένο στρατιωτικό άρμα μάχης, εμφανίστηκε έξω από τα κεντρικά γραφεία της EasyJet, φωνάζοντας από τηλεβόα και κηρύσσοντας τον «πόλεμο» των ναύλων. Παράλληλα, τα αεροσκάφη της Ryanair άρχισαν να πετούν με τεράστια σλόγκαν γραμμένα στην άτρακτο: «Bye Bye EasyJet» και «Arrivederci Alitalia».
Ο Ο’Λίρι —για άλλους δαιμόνιος και για άλλους απλώς προβοκάτορας— ήταν κι εκείνος που διέρρευσε σκόπιμα στον Τύπο πως εξετάζει να χρεώνει τη χρήση της τουαλέτας εν πτήσει, βάζοντας κερματοδέκτη στην πόρτα. Τα παγκόσμια δίκτυα αφιέρωσαν ώρες αγανακτισμένων αναλύσεων, κάνοντας στην πραγματικότητα αφιλοκερδώς διαφήμιση στην αεροπορική εταιρεία.

Αργότερα ο Ιρλανδός παραδέχτηκε ότι η πρότασή του ήταν νομικά αδύνατη. Αλλά το δόλωμα που είχε ρίξει είχε ήδη πιάσει.
Το ίδιο συνέβη και με την πρότασή του για τις περιβόητες «όρθιες θέσεις», ώστε να στοιβάζει ακόμη περισσότερους επιβάτες στα αεροσκάφη της εταιρείας, όπως και με την ιδέα περί επιπλέον χρέωσης για υπέρβαρους επιβάτες που θα έπρεπε να πληρώνουν δύο καθίσματα.

Όσο ο κόσμος έπαιρνε στα σοβαρά την πολιτική ορθότητα, τόσο ο Ο’Λίρι απομακρυνόταν από τον καθωσπρεπισμό — συχνά ακόμη και από τη στοιχειώδη ευγένεια. Φυλλομετρώντας κανείς τις δηλώσεις του, θα βρεθεί μπροστά στο περίφημο «Είμαστε η μεγαλύτερη αεροπορική στην Ευρώπη, οπότε δεν δίνουμε δεκάρα για το τι λένε» ή στο θρυλικό «Αν θέλετε ησυχία, πηγαίνετε σε βιβλιοθήκη, όχι σε αεροπλάνο».
Με όπλο αυτή την αλαζονική θεώρηση του Ο’Λίρι, η Ryanair μετατράπηκε σε μια ακούραστη μηχανή παραγωγής memes για τα social media. Αν, για παράδειγμα, ένας επιβάτης παραπονεθεί ότι η θέση 11A δεν έχει παράθυρο, ο επίσημος λογαριασμός της εταιρείας θα απαντήσει με περίσσευμα ειρωνείας, ζωγραφίζοντας με κόκκινο μαρκαδόρο ένα παράθυρο.

Η επιθετική λογική του Ο’Λίρι δεν περιορίστηκε βέβαια στους επιβάτες ή στα αεροδρόμια. Για χρόνια η Ryanair συγκρούστηκε ανοιχτά με συνδικάτα και εργαζομένους, κατηγορούμενη για ακραία πίεση κόστους και σκληρές εργασιακές πρακτικές. Ο ίδιος αντιμετώπιζε παραδοσιακά τα συνδικάτα σχεδόν ως ιδεολογικό εχθρό — ακόμη ένα εμπόδιο στην αποδοτικότητα του μοντέλου του.
Μόνο όταν η εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού και απεργιακές κινητοποιήσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Ryanair αναγκάστηκε να αναγνωρίσει επισήμως ορισμένα συνδικάτα. Ακόμη κι έτσι, όμως, ο Ο’Λίρι ουδέποτε εγκατέλειψε τη βαθιά δυσπιστία του απέναντι σε κάθε μορφή συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Mr Ryanair εναντίον αεροδρομίων
Πριν από λίγες ημέρες, ο Mr Ryanair κατάφερε να μετατρέψει ξανά τον εαυτό του σε πέτρα του σκανδάλου, αυτή τη φορά εκφράζοντας δημόσια τη διαφωνία του για τον τρόπο που λειτουργούν τα αεροδρόμια, τα οποία —κατά τη γνώμη του— παρασύρουν τους δυνητικούς επιβάτες των αεροπλάνων του σε ασωτίες.

«Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί οποιοσδήποτε στα μπαρ των αεροδρομίων σερβίρει ανθρώπους εκείνη την ώρα», δήλωσε, αμφισβητώντας ανοιχτά μια συνήθεια που για εκατομμύρια ταξιδιώτες θεωρείται απολύτως αθώα.
Στη δική του οπτική, τα μεθυσμένα πρωινά στα terminals δεν αποτελούν μέρος της ταξιδιωτικής εμπειρίας αλλά επιχειρησιακό πρόβλημα: καθυστερήσεις, εντάσεις, εκτροπές πτήσεων, αυξημένο κόστος και διαταραχή της αυστηρής μηχανικής του low cost μοντέλου.

Σε αυτό το πλαίσιο έχει προτείνει ακόμη και περιορισμό στον αριθμό ποτών που μπορεί να καταναλώσει ένας επιβάτης πριν από την επιβίβαση, μέσω ελέγχου της κάρτας επιβίβασης. Μια ιδέα που συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη φιλοσοφία του: τα πάντα μπορούν να μετρηθούν, να ελεγχθούν και να τιμολογηθούν.
Η σύγκρουση με τον Μασκ στα 35.000 πόδια
Όταν πριν από λίγους μήνες συζητήθηκε η πιθανότητα αξιοποίησης του δορυφορικού δικτύου Starlink του Ίλον Μασκ στα αεροσκάφη της Ryanair, ο Ιρλανδός αντέδρασε με τον αναμενόμενο τρόπο.
Δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η τεχνολογική αίγλη του εγχειρήματος αλλά το επιπλέον βάρος της κεραίας, η συνακόλουθη κατανάλωση καυσίμου και το λειτουργικό κόστος που θα συνεπαγόταν η εγκατάσταση των συστημάτων σε επίπεδο στόλου. Στο σύμπαν του Ο’Λίρι, κάθε καινοτομία —όσο φουτουριστική κι αν είναι— περνά πρώτα και αυστηρά από το φίλτρο του Excel.

Οι δημόσιες αιχμές μεταξύ των δύο ανδρών πήραν γρήγορα διαστάσεις θεάματος. Ο Μασκ σχολίασε μέσω social media αφήνοντας ακόμη και υπαινιγμούς περί εξαγοράς της αεροπορικής εταιρείας.
Ο Ο’Λίρι απάντησε με τον γνώριμο σαρκασμό του, αντιμετωπίζοντας τόσο την τεχνολογία όσο και τον ίδιο τον Μασκ ως μια υπερβολικά ακριβή και ναρκισσιστική πολυτέλεια για το δικό του σπαρτιάτικο μοντέλο.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους δύο άνδρες έμοιαζε σχεδόν συμβολική. Από τη μία πλευρά ο Μασκ, εκπρόσωπος της τεχνολογικής ουτοπίας και της φαντασίωσης ότι η καινοτομία μπορεί να υπερβεί κάθε όριο.

Από την άλλη ο Ο’Λίρι, απόλυτα προσγειωμένος στον κόσμο των spreadsheets, των margins και της αδυσώπητης μείωσης κόστους. Ο ένας υπόσχεται το μέλλον. Ο άλλος κοστολογεί το παρόν μέχρι τελευταίου ευρώ.
Ένας δισεκατομμυριούχος οδηγός ταξί
Η περιβαλλοντική κριτική απορρίπτεται από τον Ο’Λίρι με την ίδια ωμή ευθύτητα. Οι επιβάτες, υποστηρίζει, επιλέγουν συνειδητά τη φθηνή μετακίνηση έναντι ακριβότερων αλλά «πράσινων» εναλλακτικών.
Στο σύμπαν του Ο’Λίρι, η οικονομική πραγματικότητα προηγείται σταθερά της ηθικής ρητορικής.
Αυτό φάνηκε τον Σεπτέμβριο του 2023, όταν περιβαλλοντικοί ακτιβιστές τού επιτέθηκαν έξω από τα κτίρια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, πετώντας του τούρτες στο πρόσωπο.

Αντί να εξοργιστεί ή να καλέσει ασφάλεια, ο Ο’Λίρι σκούπισε ατάραχος την κρέμα και απάντησε γελώντας: «Νόστιμη τούρτα. Αλλά την επόμενη φορά, παρακαλώ, χρησιμοποιήστε ιρλανδική κρέμα». Μετέτρεψε ακόμη και την ταπείνωση σε θρίαμβο δημοσίων σχέσεων.
Πίσω από αυτή τη φιλοσοφία υπάρχει μια παράξενη προσωπική αντίφαση. Παρά την αμύθητη περιουσία του —που προήλθε κυρίως από τα τεράστια μπόνους τα οποία διαπραγματεύτηκε και συνδέθηκαν άμεσα με τη μετοχή της εταιρείας— ο ίδιος, παντρεμένος με την Ανίτα Φάρελ από το 2003 και πατέρας τεσσάρων παιδιών, αποφεύγει επιδεικτικά την εικόνα του κλασικού δισεκατομμυριούχου.
Ζει από το 1993 στο ιστορικό Gigginstown House, ένα τεράστιο κτήμα έξω από το Δουβλίνο, όπου διατηρεί το ομώνυμο εκτροφείο αλόγων. Έχει κατακτήσει κορυφαίες διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού Grand National. Όμως ακόμη και εκεί λειτουργεί αδυσώπητα: αν τα άλογα δεν αποδίδουν, πωλούνται. Χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς.

Σε μια ιστορία που έχει πλέον αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις, ο Ο’Λίρι αγόρασε επαγγελματική άδεια ταξί ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τις λεωφορειολωρίδες του Δουβλίνου. Πλήρωσε σχεδόν 6.000 ευρώ, ίδρυσε εταιρεία μεταφορών, εγκατέστησε ταξίμετρο στο προσωπικό του Mercedes και προσέλαβε τον εαυτό του ως οδηγό.
Για τον Mr Ryanair, οι κανόνες υπάρχουν κυρίως για να τους φέρνει στα μέτρα του.

Όπως ακριβώς έκανε και τώρα η εταιρεία του με την περίπτωση της Θεσσαλονίκης αλλά και της Κρήτης. Για τον Μάικλ Ο’Λίρι, μια αεροπορική βάση δεν είναι σύμβολο ανάπτυξης ούτε γεωπολιτική δήλωση. Είναι απλώς μια μεταβλητή μέσα σε ένα οικονομικό μοντέλο.
Αν το κόστος αυξάνεται, η βάση κλείνει. Αν οι όροι βελτιωθούν, επιστρέφει. Οι πόλεις μαθαίνουν να ζουν με αυτή την αβεβαιότητα.
Και κάπου ανάμεσα στις ουρές προτεραιότητας, στις βαλίτσες που ζυγίζονται με εμμονική ακρίβεια και στα εισιτήρια των 9,99 ευρώ, ο Μάικλ Ο’Λίρι κατάφερε κάτι που ελάχιστοι επιχειρηματίες πετυχαίνουν: να μετατρέψει τον κυνισμό σε επιχειρηματικό μοντέλο και τους πολίτες, που κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία για να ταξιδέψουν, σε ποίμνιο που το τρέφει.