Δεκατέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν από τον διπλό εκλογικό «σεισμό» του 2012 που άλλαξε το κομματικό τοπίο. Εξαιτίας της κρίσης και των μνημονίων τότε, κατέρρευσε ο κυρίαρχος δικομματισμός ΝΔ-ΠαΣοΚ και αναδείχθηκε ένας νέος (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ). Την ίδια ώρα υπήρξε κατακερματισμός των κομμάτων, εμφάνιση νέων δυνάμεων και έντονη εκλογική ρευστότητα.
Τι απέμεινε όμως από τότε; Ποιες επιπτώσεις αποδείχθηκαν βραχύβιες και ποιες μακροχρόνιες; Τι άφησε πίσω του το 2012;
Κατ’αρχάς η εκλογική συμμετοχή έχει μειωθεί σε μόνιμη βάση. Προ κρίσης ξεπερνούσε κατά μέσο όρο το 70%, ενώ μετά την κρίση έχει υποχωρήσει στο 60%. Θεωρητικά οι πολίτες προσέρχονται στις κάλπες ωθούμενοι, μεταξύ άλλων, από το προσωπικό τους όφελος και την πεποίθηση πως οι προτάσεις των κομμάτων διαφέρουν ουσιαστικά. Υπό αυτή την έννοια, η ψήφος έχει ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο η κρίση και η λιτότητα περιόρισαν τα πιθανά οφέλη και τις πελατειακές προσδοκίες, ενώ μετά το 2015 η συναίνεση στο Μνημόνιο άμβλυνε και τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των βασικών πολιτικών δυνάμεων. Βεβαίως στη συνέχεια αναδείχθηκαν άλλες που επηρέασαν τις εξελίξεις έως το 2023. Έκτοτε όμως οι νέες διαιρέσεις δεν συγκινούν το ίδιο, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί εν μέρει διατηρούνται, ενώ οι προγραμματικές διαφορές δεν διακρίνονται πλέον τόσο εύκολα. Συνεπώς δεν αποκλείεται περαιτέρω μείωση της συμμετοχής προσεχώς, σε συνέχεια του ιστορικού χαμηλού των Ευρωεκλογών του 2024.
Δεύτερον, το «γήπεδο» της αντιπαράθεσης έχει επίσης μεταβληθεί μόνιμα. Η παραδοσιακή διάκριση «αριστερά-δεξιά» επισκιάζεται διαρκώς από νέα δίπολα. Τον Μάϊο 2012 ήταν η διαίρεση «μνημόνιο – αντιμνημόνιο». Στις κάλπες του Ιουνίου συμπληρώθηκε από τη διάκριση «ευρώ – δραχμή» επηρεάζοντας το πολιτικό σκηνικό ως το 2015 και την υιοθέτηση του τρίτου Μνημονίου. Από τότε ως το 2023, κυριάρχησε το δίπολο «ΣΥΡΙΖΑ – αντιΣΥΡΙΖΑ» που έδωσε τη θέση του στο διαχωρισμό «συστημισμός – αντισυστημισμός» – με την έννοια της αντίθεσης στα κόμματα εξουσίας. Στο βαθμό που όλα τα νέα δίπολα διαδοχικά έχουν ως κοινή αφετηρία το 2012, τότε και οι σημερινοί δημοσκοπικοί συσχετισμοί ενδέχεται να έχουν βαθύτερες αιτίες.
Τρίτη επίδραση είναι η διαρκής αποδυνάμωση των κομματικών ταυτοτήτων που συμπαρέσυρε και το δικομματισμό. Η κατάρρευση του ΠαΣοΚ και της ΝΔ στις εκλογές του Μαΐου (έλαβαν 13,2% και 18,9% αντίστοιχα) συνδέθηκε με τη μαζική αποδέσμευση των παραδοσιακών τους ψηφοφόρων. Ένα μέρος τους επανα-συσπειρώθηκε βεβαίως στις κάλπες του Ιούνιου, εν μέρει όμως γύρω από άλλους φορείς: οι πασοκο-γενείς προτίμησαν τον ΣΥΡΙΖΑ ενώ οι δεξιόστροφοι γύρισαν στη ΝΔ.
Η συνέχεια πάντως δεν ήταν ανάλογη. Από τη μία πλευρά, η Κεντροδεξιά εδραίωσε τη θέση της κερδίζοντας, μετά το 2019, τρεις εκλογές και σχηματίζοντας αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και αρχικά φάνηκε να σταθεροποιείται ως κόμμα εξουσίας, υπέστη τελικώς καθίζηση το 2023 ενώ βρισκόταν στην αντιπολίτευση, με συνέπεια τη σημερινή του συρρίκνωση. Η κομματική ταύτιση σημαντικού μέρους των ψηφοφόρων του αποδείχθηκε, σε βάθος χρόνου, πολιτικά αδύναμη. Ίσως γιατί συγκροτήθηκε πρωτίστως πάνω σε αντιμνημονιακά θεμέλια και όχι πάνω σε μια πιο στέρεη ιδεολογική βάση παραδοσιακού τύπου. Συνεπώς όταν η χώρα γύρισε οικονομική σελίδα δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί.
Το ακροατήριό του, ωστόσο, παραμένει χωρίς σαφές σημείο αναφοράς. Δεν είναι τυχαίο πως το κενό που άφησε δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Όσοι το 2012, άφησαν το ΠαΣοΚ για τον Τσίπρα, δεν γύρισαν πίσω μετά το 2023. Ούτε στράφηκαν πλειοψηφικά σε άλλο κόμμα της Αριστεράς. Κινήθηκαν προς διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Συνεπώς, μένει να φανεί αν η επάνοδος Τσίπρα μεταβάλει τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού ή αν το ΠαΣοΚ θα συνεχίσει την πορεία αργής ανάκαμψης. Αντίστοιχα, μένει να φανεί, αν η ΝΔ μπορεί να συσπειρώσει την εκλογική της βάση χωρίς το «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο».
Τέταρτη συνέπεια του 2012 είναι ο συνεχής κατακερματισμός του κομματικού συστήματος. Για την ακρίβεια, η ρευστότητα και η πολυδιάσπαση μοιάζουν πλέον να συνιστούν κανονικότητα. Μετά την κρίση ο αριθμός των κομμάτων που εισέρχονται στη Βουλή παραμένει σταθερά υψηλός. Οι πρωταγωνιστές όμως αλλάζουν διαρκώς. Από το 2012 και μετά, πολλά κόμματα εξαφανίστηκαν ή πέρασαν στο περιθώριο – Xρυσή Αυγή, Σπαρτιάτες, ΑΝΕΛ, ΛΑΟΣ, Ένωση Κεντρώων, Ποτάμι, ΔΗΜΑΡ, Μέρα25. Την ίδια στιγμή είναι αμφίβολο αν το σύνολο των σημερινών κομμάτων που εκπροσωπούνται σε Βουλή και Ευρωβουλή θα εισέλθει τελικώς στο επόμενο εθνικό κοινοβούλιο. Ιδίως όταν ετοιμάζονται και νέοι κομματικοί φορείς.
Πέμπτο χαρακτηριστικό του 2012 υπήρξε ο τερματισμός αρχικά των αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Από τότε ως το 2019, κυριάρχησαν οι κυβερνήσεις συνεργασίας, καταργώντας στην πράξη παραδοσιακά ιδεολογικά σύνορα: ΝΔ-ΠαΣοΚ (αρχικά και ΔΗΜΑΡ) και μετά ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Αποδείχθηκαν όμως βραχύβιες. Όταν παρήλθαν τα μνημόνια, η πίεση της Τρόικας και ο φόβος μιας άτακτης χρεοκοπίας, η χώρα επανήλθε στα αυτοδύναμα σχήματα. Παρά την εφαρμογή της απλής αναλογικής το Μάϊο 2023, η πολιτική κουλτούρα παρέμεινε έντονα συγκρουσιακή κι ελάχιστα συναινετική με χαμηλό βαθμό εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Το επιβεβαιώνει άλλωστε και η τρέχουσα συγκυρία. Παρότι η επίτευξη αυτοδυναμίας δυσκολεύει, η διάθεση συνεννόησης γενικώς απουσιάζει.
Συμπερασματικά ο εκλογικός «σεισμός» του 2012 έχει επηρεάσει βαθιά το πολιτικό σκηνικό. Πρόκειται άλλωστε για μια εξέλιξη που εντάσσεται σε ευρύτερες ευρωπαϊκές τάσεις. Η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων, η αφυδάτωση των κομματικών ταυτοτήτων, ο κατακερματισμός και η ρευστότητα χαρακτηρίζουν ακόμα και ώριμες ευρωπαϊκές δημοκρατίες όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία. Φαίνεται πως αντανακλούν μια βαθύτερη οικονομική και πολιτισμική ανασφάλεια. Είτε για λόγους δομικούς (αποβιομηχάνιση, αυτοματισμός, τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική κρίση, επίδραση διαδικτύου και social media), είτε για λόγους συγκυριακούς (οικονομικές κρίσεις, υπερβολικές ανισότητες, πόλεμοι, πανδημίες, μεταναστευτικό, σκάνδαλα διαφθοράς). Έτσι σε συνθήκες πολυπλοκότητας, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς υποχωρεί και η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική ενισχύεται. Ως εκ τούτου τα κόμματα αναζητούν νέους τρόπους προσαρμογής. Καθίστανται έτσι, μεταξύ άλλων, περισσότερο αρχηγικά επενδύοντας στην επικοινωνία και τις προεκλογικές καμπάνιες για να προσελκύσουν αναποφάσιστους και διαρκώς μετακινούμενους ψηφοφόρους.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης στο Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.