Σε φάση υπαρξιακών διλημμάτων όσο αφορά την επόμενη μέρα τους κινούνται πάρα πολλοί εντός ΣΥΡΙΖΑ, με το πολιτικό θερμόμετρο να ανεβαίνει αισθητά μετά τη δημοσιοποίηση του Μανιφέστου από το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα και τις παράλληλες, διακριτές αλλά επίμονες, διεργασίες που καταγράφονται στο παρασκήνιο για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα υπό τον πρώην Πρωθυπουργό.
Το κείμενο που δόθηκε στη δημοσιότητα δεν αντιμετωπίστηκε ως μια ακόμη θεωρητική παρέμβαση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως καταλύτης. Σε κομματικά γραφεία, διαδρόμους και «πηγαδάκια», η συζήτηση μετατοπίστηκε από τα οργανωτικά και την εσωστρέφεια σε κάτι βαθύτερο και το ερώτημα που τίθεται είναι για το αν το υπάρχον σχήμα μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες πολιτικές απαιτήσεις ή αν απαιτείται μια πιο ριζική επανεκκίνηση με το νέο κόμμα. Για την συντριπτική πλειοψηφία βουλευτών και στελεχών η απάντηση είναι αυτονόητη: το κόμμα Τσίπρα μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα και να διαμορφώσει νέες συνθήκες.
Η αίσθηση που κυριαρχεί είναι ότι το Μανιφέστο περιγράφει, εμμέσως πλην σαφώς, ένα πλαίσιο που υπερβαίνει τα στενά κομματικά όρια. Αναφορές σε μια ευρύτερη προοδευτική συμμαχία, σε νέα κοινωνικά ακροατήρια και σε διαφορετικό μοντέλο πολιτικής οργάνωσης ερμηνεύονται ως πρόβα επόμενης ημέρας για το κόμμα που θα ακολουθήσει.
Οι παρασκηνιακές επαφές
Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφονται διαφορετικές ταχύτητες και αναγνώσεις. Υπάρχει ένα τμήμα που επιμένει ότι το κόμμα οφείλει να προχωρήσει σε βαθιά ανασυγκρότηση, χωρίς όμως να διαρραγεί η οργανωτική του συνέχεια. Στον αντίποδα, ενισχύεται έστω και άτυπα μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση που βλέπει το ενδεχόμενο νέου φορέα όχι ως απειλή, αλλά ως πιθανή διέξοδο από τη στασιμότητα.
Το πρόβλημα για την Κουμουνδούρου δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά και χρονικό. Οι εξελίξεις δείχνουν να τρέχουν πιο γρήγορα από τις εσωκομματικές διαδικασίες. Κάθε καθυστέρηση στην αποσαφήνιση στρατηγικής αφήνει χώρο στα σενάρια να διογκώνονται και στις υποψίες να παγιώνονται. Και όσο το τοπίο παραμένει θολό, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού.
Στο παρασκήνιο, οι επαφές είναι συνεχείς. Πρόσωπα με πολιτική εμπειρία, αλλά και νέα στελέχη που κινούνται εκτός των παραδοσιακών κομματικών δομών, φέρονται να συμμετέχουν σε έναν άτυπο διάλογο για την επόμενη ημέρα. Οι συζητήσεις δεν έχουν ακόμη λάβει θεσμικό χαρακτήρα, ωστόσο το περιεχόμενό τους συγκλίνει: αναζήτηση νέας πολιτικής ταυτότητας, άνοιγμα σε κοινωνικές δυνάμεις που δεν εκπροσωπούνται επαρκώς και επαναπροσδιορισμός του τρόπου άσκησης αντιπολίτευσης.
Η αμηχανία της βάσης
Το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος παραμένει στο τραπέζι, χωρίς να έχει ακόμη λάβει συγκεκριμένη μορφή. Ωστόσο, η ίδια η συζήτηση αρκεί για να επηρεάσει τις ισορροπίες. Στελέχη που μέχρι πρότινος κινούνταν με σαφή κομματική αναφορά, εμφανίζονται πλέον πιο επιφυλακτικά στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, ενώ δεν λείπουν και οι κινήσεις «ασφαλείας» για κάθε ενδεχόμενο.
Την ίδια στιγμή, η βάση του κόμματος, οργανωτική και κοινωνική παρακολουθεί με αμηχανία. Η κόπωση από τις συνεχείς εσωτερικές εντάσεις είναι εμφανής, ενώ η απουσία καθαρής κατεύθυνσης ενισχύει την ανασφάλεια.
Το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο. Αν οι διεργασίες παραμείνουν άτυπες και χωρίς σαφή πολιτική αποτύπωση, ο κίνδυνος παρατεταμένης ρευστότητας είναι ορατός. Αντίθετα, μια πιο καθαρή κίνηση, πχ η δημιουργία νέου φορέα θα αναδιατάξει άμεσα το πολιτικό σκηνικό.
Σε κάθε περίπτωση, το Μανιφέστο λειτούργησε ως σημείο καμπής. Και στον βαθμό που οι παρασκηνιακές κινήσεις συνεχίζονται, η πίεση για αποφάσεις θα γίνεται ολοένα και πιο έντονη κυρίως για τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτη Φάμελλο.
