Κλιμακώνοντας την αντιπαράθεσή του με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Γερμανία. Ωστόσο, όπως σχολιάζει το Politico, η απόσταση μιας ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από την υλοποίηση μίας αποχώρησης είναι μεγάλη καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνια σχεδιασμού και κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η αφορμή της κόντρας Τραμπ-Μερτς
Η αντιπαράθεση ξέσπασε όταν ο Γερμανός καγκελάριος προχώρησε τη Δευτέρα σε σκληρές δηλώσεις κατά της Ουάσιγκτον, υποστηρίζοντας ότι η ιρανική ηγεσία «ταπεινώνει» τις Ηνωμένες Πολιτείες στη σύγκρουση. Ο Μερτς ανέφερε επίσης ότι η Ουάσιγκτον φαίνεται να μην διαθέτει σαφή στρατηγική, εκφράζοντας αμφιβολίες για το πώς μπορεί να εξέλθει από την κρίση.
Σε συνέχεια της κόντρας, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι η κυβέρνησή του εξετάζει το ενδεχόμενο μείωσης των αμερικανικών στρατευμάτων στη Γερμανία. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες μελετούν και επανεξετάζουν την πιθανή μείωση των στρατευμάτων στη Γερμανία, με μια απόφαση που θα ληφθεί στο επόμενο σύντομο χρονικό διάστημα», έγραψε ο Τραμπ την Πέμπτη.
Η επίθεση Τραμπ με αιχμηρή γλώσσα
Ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε τον Μερτς «να επικεντρωθεί στον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας», χαρακτηρίζοντάς τον «εντελώς αναποτελεσματικό» στη διαχείρισή του, καθώς και στην αντιμετώπιση «των εσωτερικών προβλημάτων της διαλυμένης χώρας του, ιδίως στη μετανάστευση και την ενέργεια».
Σε ανάρτησή του, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο Γερμανός καγκελάριος αφιερώνει υπερβολικό χρόνο «παρεμβαίνοντας» σε ζητήματα που αφορούν την αντιμετώπιση της ιρανικής πυρηνικής απειλής, προσθέτοντας ότι οι ενέργειες των ΗΠΑ καθιστούν τον κόσμο και τη Γερμανία ασφαλέστερο.
Η απάντηση Μερτς και η διατλαντική συνεργασία
Την Πέμπτη και πριν τη νέα ανάρτηση του Τραμπ, ο Γερμανός καγκελάριος επιχείρησε να ρίξει τους τόνους, υπογραμμίζοντας τη στενή στρατιωτική συνεργασία της Γερμανίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μιλώντας στη σχολή τεθωρακισμένων του γερμανικού στρατού στη βόρεια πόλη Μύνστερ, ο Μερτς ανέδειξε τους ισχυρούς επιχειρησιακούς δεσμούς με τον αμερικανικό στρατό.
«Εργαζόμαστε εδώ, αλλά και σε άλλες καίριες τοποθεσίες στη Γερμανία, δίπλα-δίπλα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ», δήλωσε ο Μερτς, επισημαίνοντας την κοινή εκπαίδευση και συνεργασία με τις αμερικανικές δυνάμεις. «Αυτό το έργο πραγματοποιείται δίπλα-δίπλα, προς αμοιβαίο όφελος και στο πλαίσιο μιας βαθιάς διατλαντικής συνεργασίας», πρόσθεσε.
Σε άλλη του δήλωση, ο Μερτς απέφυγε να αναφερθεί άμεσα στις απειλές του Τραμπ: «Η πυξίδα μας παραμένει σαφώς στραμμένη σε ένα ισχυρό ΝΑΤΟ και μια αξιόπιστη διατλαντική συνεργασία».
Η σημασία των γερμανικών βάσεων για τις ΗΠΑ
Περίπου 36.000 Αμερικανοί στρατιώτες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη Γερμανία, περίπου το ήμισυ της συνολικής στρατιωτικής παρουσίας της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη. Η χώρα φιλοξενεί δεκάδες αμερικανικές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των ανώτατων αμερικανικών διοικήσεων για την Ευρώπη και την Αφρική, και διαθέτει επίσης κρίσιμα στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων πυρηνικές βόμβες B-61.
«Μια τέτοια αποχώρηση θα απαιτούσε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και θα συνεπαγόταν σημαντικό κόστος», τόνισε η Γερμανίδα φιλελεύθερη νομοθέτης Μαρί-Άγκνες Στρακ-Ζίμερμαν, η οποία προεδρεύει της Επιτροπής Άμυνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες βασίζονται σε αυτήν την τοποθεσία, ιδίως όσον αφορά τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή».
Νομικά όρια και πρακτικά εμπόδια
Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Τραμπ διέταξε την απόσυρση 12.000 Αμερικανών στρατιωτικών από τη Γερμανία, αλλά δεν μπόρεσε να την ολοκληρώσει πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν.
Το μόνο συγκεκριμένο όριο που υπάρχει σήμερα είναι ένας νόμος του 2025 που εμποδίζει τον πρόεδρο να αφήσει λιγότερους από 76.000 στρατιώτες στην Ευρώπη. Με έως και 85.000 στρατιώτες στην ήπειρο αυτή τη στιγμή, αυτό του δίνει νόμιμο μέγιστο αριθμό αποχώρησης 9.000 στρατιωτών.
Ακόμη και αυτό το σενάριο θα διαρκούσε «τουλάχιστον τέσσερα χρόνια» και θα μπορούσε να κοστίσει «εκατοντάδες δισεκατομμύρια» δολάρια αν ληφθούν υπόψη και οι έμμεσες δαπάνες, δήλωσε ο απόστρατος στρατηγός Μαρκ Χέρτλινγκ, πρώην διοικητής του Αμερικανικού Στρατού Ευρώπης, ο οποίος βοήθησε στη διαχείριση μιας σημαντικής αμερικανικής αποχώρησης μεταξύ 2003 και 2011.
Το επιχειρησιακό κόστος και ο πόλεμος κατά του Ιράν
Όπως υποστήριξε ο Χέρτλινγκ, το πραγματικό κόστος δεν εξαντλείται στις στρατιωτικές μετακινήσεις. Περιλαμβάνει τη μετακίνηση χιλιάδων οικογενειών στρατιωτών, την απόλυση Γερμανών εργαζομένων, το κλείσιμο νοσοκομείων και την εγκατάλειψη πρόσφατα αναβαθμισμένων βάσεων.
Μια ταχεία αποχώρηση θα ήταν επίσης «εξαιρετικά επιζήμια» για τη στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ στο Ιράν, καθώς βάσεις όπως το Ράμσταϊν διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον συντονισμό των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και στην αποστολή προσωπικού και εξοπλισμού στη Μέση Ανατολή.
«Πού θα πήγαιναν; Χρειάζεσαι υποδομές, χρειάζεσαι βάσεις, χρειάζεσαι στέγαση — που δεν υπάρχει απλώς κάπου αλλού και περιμένει», επισήμανε η Κλαούντια Μέιτζορ, ανώτερη αντιπρόεδρος διατλαντικής ασφάλειας στο Γερμανικό Ταμείο Μάρσαλ.
Ο αντίκτυπος στην ευρωπαϊκή άμυνα
Οποιαδήποτε ξαφνική αποχώρηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την άμυνα της Ευρώπης έναντι της Ρωσίας, σε μια εποχή που εντείνονται οι φόβοι ότι η Μόσχα θα μπορούσε να επιτεθεί σε ευρωπαϊκή χώρα μέχρι το τέλος της δεκαετίας.
«Θα αποδυνάμωνε την αποτρεπτική στάση του ΝΑΤΟ, καθώς θα έδειχνε στον Βλαντίμιρ Πούτιν ότι οι Αμερικανοί νοιάζονται λιγότερο κάθε μέρα που περνάει, ότι η Ευρώπη είναι ολοένα και πιο εκτεθειμένη», δήλωσε η Γκέρλιντε Νίχους, ειδικός σε θέματα ασφάλειας και πρώην αξιωματούχος του ΝΑΤΟ.
Ένας ανώτερος διπλωμάτης του ΝΑΤΟ σχολίασε: «Αν εξετάσουν πού θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν καλύτερα τις δυνάμεις τους στην Ευρώπη, δεν νομίζω ότι είναι παράλογο. Αν το κάνουν ως εκδικητική επιθυμία για την τιμωρία των συμμάχων, τότε δεν θα ήταν σοφό».
Ο Τραμπ έχει απειλήσει και άλλες χώρες που δεν ακολουθούν τη γραμμή του απέναντι στο Ιράν, μεταξύ των οποίων το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία, χωρίς όμως μέχρι στιγμής αυτό να έχει οδηγήσει σε αλλαγή της στρατιωτικής τους σχέσης με την Ουάσιγκτον.
