Το Λαύριο είναι ένας τόπος που διαβάζεται σε στρώματα ιστορίας. Κάτω από το σημερινό λιμάνι, τα σπίτια και τα σιωπηλά φουγάρα, υπάρχει μια πόλη που έζησε από το υπέδαφός της, πλούτισε, πληγώθηκε και ξαναχτίστηκε πάνω στα ίχνη της. Αν και η Λαυρεωτική είχε μεταλλευτική ζωή ήδη από την προϊστορία, το νεότερο Λαύριο γεννήθηκε ουσιαστικά το 19ο αιώνα, όταν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το είδε ξανά ως τόπο βιομηχανικής προοπτικής.
Με τις εταιρείες που ιδρύθηκαν από το 1864 και μετά, η περιοχή μετατράπηκε γρήγορα σε βιομηχανική πολιτεία. Εργοστάσια, σιδηρόδρομος, λιμάνι, κατοικίες και χιλιάδες εργάτες έδωσαν στο Λαύριο μορφή εργατούπολης. Μαζί με την ανάπτυξη ήρθαν και οι μεγάλες συγκρούσεις: τα Λαυρεωτικά, η κερδοσκοπία, οι απεργίες, η αιματηρή εξέγερση των μεταλλωρύχων το 1896. Το Λαύριο έγινε τόπος δουλειάς, αλλά και κοινωνικής διεκδίκησης.
Στον 20ό αιώνα γνώρισε ακμή, κρίση, προσφυγιά, πόλεμο, τη σκιά της Μακρονήσου και αργότερα την αποβιομηχάνιση. Κι όμως, δεν έσβησε. Μετέτρεψε τα παλιά εργοστάσια σε μνήμη, πολιτισμό και νέα χρήση. Το Λαύριο δεν είναι ούτε απλώς μια ιστορία προόδου ούτε μόνο παρακμής. Είναι ένας τόπος που αλλάζει διαρκώς χωρίς να χάνει τον εαυτό του.
Εμείς, κάναμε μια βόλτα για να αναθερμάνουμε τις σχέσεις μας μαζί του. Μια απλή καθημερινή μέρα που τα περισσότερα μαγαζιά του δεν ήταν ανοιχτά. Ήταν όμως εκείνα που μας φιλοξένησαν με χαρά και είδαμε στα μάτια των ιδιοκτητών τους τη θέληση να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την πόλη, να είναι εκεί για να καλοδέχονται τους περαστικούς.
Το Λιμάνι
Εκεί όπου τα καΐκια λικνίζονται νωχελικά στο νερό και τα βράδια μυρίζουν ιώδιο, το Λιμάνι μοιάζει με προέκταση του τοπίου. Μπροστά στη μαρίνα, εκεί όπου αν ξεχαστείς νομίζεις ότι είσαι σε νησί. Ο χώρος είναι φωτεινός, καθαρός, με μια σύγχρονη απλότητα. Στα τραπέζια του εναλλάσσονται ντόπιοι με επισκέπτες. Ευτυχώς για όλους, αυτό το μεζεδοπωλείο είναι ανοιχτό όλη την εβδομάδα.

Εκλεκτά θαλασσινά σερβιρισμένα στο Λιμάνι. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Πίσω από αυτή την ήσυχη σταθερή παρουσία βρίσκεται ο Έρβις. Στην αρχή δούλευε στο μαγαζί και αργότερα, όταν ο ιδιοκτήτης του Απόστολος Χασάπης, του πρότεινε να συνεταιριστούν, δέχτηκε με χαρά. Είναι ξεκάθαρο ότι πονάει πολύ το μαγαζί και δώδεκα χρόνια που υπάρχει σε αυτό είναι φανερό ότι έχει μάθει τη δουλειά καλύτερα από κάθε άλλον.

Στο μεζεδοπωλείο το λιμάνι μαγειρεύουν ό,τι βγάζει η θάλασσα και φτιάχνουν πιάτα απλά αλλά φροντισμένα και πεντανόστιμα. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Η φιλοσοφία της κουζίνας τους είναι απλή και σχεδόν αυτονόητη: ό,τι βγάζει η θάλασσα, ό,τι είναι φρέσκο. Τα ψάρια έρχονται καθημερινά από το λιμάνι, πολλές φορές κατευθείαν από τα καΐκια ανθρώπων που έχουν γίνει κομμάτι της ιστορίας του μαγαζιού, όπως ο Θοδωρής Κατράκος και ο Θανάσης Σαβαγιός. Αυτές οι σχέσεις δεν είναι απλώς επαγγελματικές. Είναι δεσμοί εμπιστοσύνης, που εξηγούν γιατί το μενού αλλάζει σχεδόν κάθε μέρα και γιατί δεν θα βρεις ποτέ «σταθερή» λίστα ψαριών. Ό,τι πιάστηκε, αυτό μαγειρεύεται.
Και όταν δεν μιλά η θάλασσα, μιλούν η φωτιά και η κατσαρόλα: επιλεγμένα κρέατα από τοπικούς προμηθευτές, ψημένα ή μαγειρεμένα με την ίδια σπιτική φροντίδα. Όμως η καρδιά της κουζίνας παραμένει θαλασσινή. Γαρίδες πανέ που έχουν γίνει σημείο αναφοράς, ριζότο με θαλασσινά που επιστρέφει ξανά και ξανά στα τραπέζια, μύδια αχνισμένα με σκόρδο και κρασί, με εκείνη τη λεπτή ισορροπία που σε κάνει να σωπαίνεις για λίγο για να απολαύσεις. Και δίπλα τους, χειροποίητες πίτες και μαρινάτα ψάρια φτιαγμένα στο χέρι, όπως τα μπαρμπουνάκια που δύσκολα τα βρίσκεις αλλού.

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Στο Λιμάνι, βέβαια, αυτό που εκτιμήσαμε ακόμα περισσότερο ήταν η επιμονή στη λεπτομέρεια και την ποιότητα. Εδώ δεν δουλεύουν φριτέζες αλλά μόνο τηγάνια, για να αλλάζουν το λάδι διαρκώς και να είναι σίγουροι ότι τα πιάτα θα είναι πάντα στο επίπεδο που εκείνοι θέλουν. Ό,τι φάγαμε ήταν εξαιρετικό. Το ίδιο όμορφη ήταν και η βόλτα μας στο καΐκι για να παραλάβουμε όλοι μαζί τα ψάρια από τον Θοδωρή. Μοναδική εμπειρία. Λίγο προτού φύγουμε, ο Έρβις μού είπε: «Για μένα οι πελάτες είναι σαν καλεσμένοι στο σπίτι μου και το προσωπικό οικογένειά μου. Αυτήν τη φιλοσοφία την έχω και εγώ και η γυναίκα μου, Νανά Αρζουμανίδου, με αυτά τα μυαλά προχωράμε και μας αρέσει». Και εμάς μας αρέσει, Έρβι, γι’ αυτό και θα ξαναέρθουμε.
Στο ζαχαροπλαστείο Νίτης
Δεν γίνεται να επισκεφθείτε το Λαύριο και να μην περάσετε από αυτό το ζαχαροπλαστείο, που ψυχή του είναι ο ζαχαροπλάστης και ιδιοκτήτης του, ο Σταύρος Νίτης, τέταρτη γενιά της οικογένειας.

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Ένας άνθρωπος που έχει μέσα του όλη τη χαρά της ζωής και έναν ενθουσιασμό που σε παρασύρει. Καθίσαμε μαζί του στη σάλα του μαγαζιού που είναι γεμάτη από φωτογραφίες ανθρώπων που έχουν ταξιδέψει με τα γλυκά του σε όλο τον κόσμο.

Η σάλα του ζαχαροπλαστείου, γεμάτη με φωτογραφίες από τα μέρη όπου έχουν ταξιδέψει οι διάσημοι εργολάβοι του. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Και πού δεν έχουν βρεθεί οι περίφημοι εργολάβοι του! Από την Ευρώπη μέχρι το Νεπάλ, αυτό το εκλεκτό γλυκό που υμνεί το αμύγδαλο έχει κατακτήσει καρδιές και καρδιές. Ο Σταύρος μάς έφτιαξε καφέ που τον σέρβιρε στο Versace φλιτζανάκι του, δίπλα σε ολόφρεσκους εργολάβους που μας τους σύστησε σαν να μιλούσε για αγαπημένους συγγενείς του.

Οι υπέροχοι εργολάβοι με το ιδανικό συνοδευτικό: έναν αρωματικό espresso σερβιρισμένο σε Versace φλιτζανάκι. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Η συνταγή τους; Ίδια και απαράλλαχτη εδώ και 148 χρόνια, ιδανική για να προσφέρει πλούσια γεύση, μαστιχωτή υφή, υπέροχο άρωμα, δάγκωμα που σε ξετρελαίνει.

Εδώ και 148 χρόνια, οι εργολάβοι του Νίτη φτιάχνονται με την ίδια, παραδοσιακή συνταγή και γίνονται ανάρπαστοι. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Πίσω στο εργαστήριο, ο πιστός του συνεργάτης Γιάννης Μποφίλιος έφτιαχνε με γοργούς ρυθμούς τρουφάκια. Είπαμε ιστορίες ατελείωτες για τη διαδρομή του μαγαζιού αλλά και του Λαυρίου και δύσκολα σηκωθήκαμε να φύγουμε.

Ο Σταύρος Νίτης με τον πιστό του συνεργάτη στο εργαστήριο, Γιάννη Μποφίλιο. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Και, φυσικά, δεν θα γινόταν να μην περιπλανηθούμε και στα υπόλοιπα γλυκά του ζαχαροπλαστείου. Εξάλλου, η Κοπεγχάγη του είναι το ίδιο αγαπημένη με τους εργολάβους και μας ταξιδεύει σε εκείνες τις εποχές που τα αστικά γλυκά με τις ευρωπαϊκές επιρροές είχαν αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, αφήνοντας πίσω τα παραδοσιακά ρυζόγαλα και τις κρεμούλες. Εξαιρετική ακόμα η σεράνο του, η κλασική αμυγδάλου και τα κάθε λογής κεράσματα.
Στον Πεζόδρομο
Άλλοι ξέρουν το μαγαζί με αυτό το όνομα και άλλοι απλώς λένε «πάμε στον Μήτα τον Πόντιο». Η οικογένεια του Δημήτρη Αναστασιάδη ήρθε εδώ από τον Καζακστάν το 1986, όταν η πολιτική και οικονομική αστάθεια που επικρατούσε τότε στην περιοχή οδήγησε στον επαναπατρισμό πολλών Ελλήνων του Καυκάσου, οι οποίοι αναζήτησαν μια νέα ζωή στην ιστορική τους πατρίδα. Ο Δημήτρης δουλεύει στην εστίαση από τα 13 του χρόνια. Το πρωί πήγαινε σχολείο και το βράδυ στην ταβέρνα. Όταν θέλησε να κάνει το βήμα ανοίγοντας το δικό του μαγαζί, η γιαγιά και η μάνα του ήταν δίπλα του. Έτσι, δημιουργήθηκε η ταβέρνα του, που αρκεί να τη δεις απέξω για να καταλάβεις ότι την έχει δημιουργήσει με μεράκι και αγάπη. Την ίδια αγάπη βρίσκει κάποιος και στο φαγητό του. Πιάτα σπιτικά, κάποια από την πρώτη πατρίδα του, άλλα μαγειρευτά και άλλα της ώρας, ψητά.

Σπιτικά πιάτα φτιαγμένα με φροντίδα και μεράκι στην ταβέρνα του Μήτα του Πόντιου. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Ο Πεζόδρομος είναι ένα ακόμα από τα μαγαζιά που βρίσκεις ανοιχτά και τις καθημερινές. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι όταν πήγαμε ήταν γεμάτο από κόσμο και, μάλιστα, από νέα παιδιά που φαίνονταν να απολαμβάνουν τόσο το φαγητό όσο και το περιβάλλον.

Ο Δημήτρης Αναστασιάδης κάθισε για λίγο στο τραπέζι μας και μας εξήγησε τη φιλοσοφία του μαγαζιού του. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
«Φροντίζω να υπάρχουν τα καλύτερα προϊόντα στο μαγαζί και δίνω επιλογές τόσο για θαλασσινά όσο και για κρεατικά. Όλα φτιάχνονται στην κουζίνα από εμάς. Την ίδια φιλοσοφία έχω και στο άλλο μαγαζί μου, Το Στέκι του Μήτα, που έχει ακόμα μεγαλύτερη κουζίνα και μπορούμε να κάνουμε περισσότερα πράγματα», μας λέει ξεφεύγοντας λίγο από τη δουλειά για να χαλαρώσει στο τραπέζι μας.

Εδώ βρίσκεις πάντα τίμιες γεύσεις και γενναίες μερίδες. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του μαγαζιού, πέρα από τις τίμιες γεύσεις και τις γενναίες μερίδες, είναι η ταχύτητα στην εξυπηρέτηση. Δεν ξέρω αν παίζει ρόλο ότι είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, αλλά όσοι μας εξυπηρέτησαν ήταν ανοιχτόκαρδοι και κεφάτοι.

Τα αχνιστά μύδια του Μήτα είναι ένα ποίημα. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Ανάμεσα σε άλλα θα βρείτε καλοψημένο χταπόδι, ντολμαδάκια, μύδια αχνιστά, γαρίδες μαγειρεμένες προσεκτικά και μερακλίδικα, καλαμαράκια, φρέσκες τηγανητές πατάτες, σπιτικές αλοιφές και ό,τι άλλο ονειρεύεστε για το τραπέζι της Μεγάλης Εβδομάδας. Μήπως να σκεφθείτε σοβαρά μια βόλτα στο Λαύριο;
Στο ζαχαροπλαστείο Chocolat
Ένα μικρό ναό της σοκολάτας αποφάσισε να δημιουργήσει ο Γιώργος Περαντωνάκης πριν από 20 χρόνια στο Λαύριο και φαίνεται ότι το κατάφερε. Στην αρχή άνοιξε ένα ζαχαροπλαστείο πιο μακριά από το κέντρο και μετά από οκτώ χρόνια μεταφέρθηκε στην Ηρώων Πολυτεχνείου για να μπορούν όλοι να έχουν εύκολη πρόσβαση.

Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Ο Γιώργος, που η οικογένειά του είχε εστιατόριο στην περιοχή και ήταν πάντα εξοικειωμένος με την εστίαση, είναι αγαπημένο παιδί του Λαυρίου, όλοι έχουν να πουν μια καλή κουβέντα για εκείνον. Εξάλλου και εμείς έτσι τον μάθαμε. Βέβαια, όταν περάσαμε την πόρτα του Chocolat, καταλάβαμε ότι η επιτυχία του δεν εξηγείται από την αριστεία του χαρακτήρα του. Ο Γιώργος είναι ασταμάτητος στο εργαστήριο. Παρόλο που έχει εκπαιδεύσει άλλους δύο τεχνίτες που τον βοηθούν, τα περισσότερα περνούν από τα χέρια του.

Ο Γιώργος Περαντωνάκης, λάτρης της σοκολάτας, φοβερός ζαχαροπλάστης και ψυχή του Chocolat. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Γλυκά παραδοσιακά αλλά και πιο σύγχρονα, όλα από τα καλύτερα υλικά. Υπέροχα σοκολατάκια, βέλγικες τρούφες σε πληθώρα γεύσεων, όπως μαύρη σοκολάτα, εσπρέσο και κουαντρό αλλά και σιροπιαστά που το άρωμά τους πλημμυρίζει όλη τη γειτονιά. Στα αγαπημένα όλων συγκαταλέγεται η οικογενειακή σοκολατόπιτα που πολλοί θα ήθελαν να την απολαμβάνουν όλη μόνοι τους, αλλά και η φανταστική ατομική καρυδόπιτα σε βαζάκι που συνοδεύεται από κρέμα και είναι εμπνευσμένη από την πουτίγκα Βόλου.

Το άρωμα από τα σιροπιαστά του Chocolat πλημμυρίζει όλη τη γειτονιά. Φωτό: Γιώργος Καπράνος
Όσοι επισκεφθούν το Λαύριο μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα, θα βρουν παραδοσιακά τσουρέκια αλλά και περίτεχνα σοκολατένια αβγά. Μην ξεχάσετε, όμως, να ρίξετε μια ματιά και στη βιτρίνα του. Οι κλασικές πάστες του αλλά και οι τάρτες είναι πραγματικά ποιήματα. Είπαμε, ο Γιώργος είναι γλυκός άνθρωπος. Δεν αφήνει κανέναν παραπονεμένο.