Γιατί η Ελλάδα δεν ρίχνει τους φόρους στα καύσιμα; Ο κρυφός «κουμπαράς» και οι επιδοτήσεις

Ενώ η Ευρώπη «γκρεμίζει» τις τιμές στην αντλία, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει τις επιδοτήσεις στα καύσιμα – Ποια μέτρα έρχονται «με το σταγονόμετρο» και τι θα γίνει με το diesel;

Γιατί η Ελλάδα δεν ρίχνει τους φόρους στα καύσιμα; Ο κρυφός «κουμπαράς» και οι επιδοτήσεις

Στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, η θέση σχετικά με την αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι ξεκάθαρη. Η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης παραμένει εκτός άμεσου σχεδιασμού λόγω κόστους. Όπως εξηγούν, χωρίς ευρωπαϊκή ρήτρα διαφυγής, δεν ανοίγει χώρος για οριζόντιες παρεμβάσεις, χωρίς να μπουν σε κίνδυνο τα έσοδα του προϋπολογισμού. Κυβερνητικές πηγές αναφορικά με τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις, περιγράφουν μια «λογική αντοχής».

Τα μέτρα θα ενεργοποιούνται σταδιακά, ώστε να διατηρηθούν δημοσιονομικές εφεδρείες αν η κρίση έχει μεγάλη διάρκεια. Την ίδια στιγμή, η επίκληση του ευρωπαϊκού πλαισίου λειτουργεί περισσότερο ως φίλτρο πολιτικών αποφάσεων παρά ως πραγματικός περιορισμός. Παρά τα ελάχιστα όρια φορολόγησης που θέτει η Ε.Ε., χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία κινούνται ήδη με ευελιξία, μειώνοντας φόρους και ΦΠΑ για να ανακόψουν την άνοδο των τιμών πριν αυτή περάσει στην κατανάλωση. Στην Αθήνα, αντιθέτως, η επιλογή είναι να απορροφάται το σοκ εκ των υστέρων, μέσω επιδοτήσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων, σε μια αγορά όπου η φορολογία καυσίμων παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.

Στην Αθήνα η επιλογή είναι να απορροφάται το σοκ εκ των υστέρων, μέσω επιδοτήσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων, σε μια αγορά όπου η φορολογία καυσίμων παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη

Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση σχεδιάζει το πρώτο της βήμα να είναι η επιδότηση στην αντλία στο πετρέλαιο κίνησης που θα φτάνει περίπου στα 0,15 το λίτρο. Το μέτρο προκρίνεται ως ένα εργαλείο που στοχεύει έμμεσα στον πληθωρισμό μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας, χωρίς όμως να αλλάζει το πραγματικό ύψος των τιμών.

Θα ακολουθήσει σε επόμενο στάδιο το fuel pass για τα υπόλοιπα καύσιμα στο πλαίσιο εισοδηματικών και κοινωνικών κριτηρίων όπως το 2022.

Στο τραπέζι βρίσκεται και η η επιδότηση λογαριασμών ρεύματος, αλλά προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι να υπάρξουν πιέσεις στους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος. Με δεδομένο ότι οι αναλυτές δεν βλέπουν σημαντικές αυξήσεις τιμολογίων τον Απρίλιο, το μέτρο μετατίθεται για μετά το Πάσχα, ανάλογα με τις συνθήκες στην αγορά.

Δεδομένο είναι ότι η κυβέρνηση, αυτή την στιγμή, δεν προκρίνει ένα μέτρο τύπου market pass, πριν τουλάχιστον οι τιμές αυξηθούν στο ράφι. Αντίθετα εξετάζονται επιδοτήσεις σε λιπάσματα και αγροτικά εφόδια, ώστε να περιοριστεί το κόστος παραγωγής και να μην περάσει η πίεση στον καταναλωτή.

Μέτρα αναμένονται και για το κόστος ενέργειας στη βιομηχανία, καθώς ο πρωθυπουργός προανήγγειλε (για ακόμα μια φορά) πακέτο για το ενεργειακό κόστος στη βιομηχανία που αναμένεται να παρουσιαστεί στα τέλη Μαρτίου ή αρχές Απριλίου.

Διαφορά στρατηγικής

Στην Ιταλία, η μείωση του ΕΦΚ κατά 0,25 ευρώ ανά λίτρο μεταφράζεται άμεσα σε πτώση της τιμής από τα 1,84 ευρώ στα περίπου 1,59 ευρώ. Πρόκειται για μια παρέμβαση με άμεσο και ορατό αποτέλεσμα στην αντλία, ένα σήμα προς την αγορά ότι το κράτος απορροφά μέρος του σοκ.

Αντίστοιχα, στην Ισπανία, η μείωση του ΦΠΑ από το 21% στο 10% ρίχνει την τιμή από τα 1,78 ευρώ περίπου στα 1,48 ευρώ το λίτρο. Και εδώ, η λογική είναι σαφής, καθως η παρέμβαση γίνεται απευθείας στην τελική τιμή, πριν το κόστος περάσει στην υπόλοιπη οικονομία.

Στην Ελλάδα, το τοπίο παραμένει διαφορετικό. Με μέση τιμή αμόλυβδης γύρω στα 1,91 ευρώ/λίτρο, ενώ στην πραγματικότητα ήδη είναι πάνω από τα 2 ευρώ, η επίδραση μιας αντίστοιχης μείωσης φόρων θα ήταν άμεση αλλά όχι αμελητέα:

  • Μείωση ΕΦΚ κατά 10% θα διαμόρφωνε τη τιμή περίπου στο 1,83 ευρώ/λίτρο
  • Μείωση κατά 20% θα διαμόρφωνε τη τιμή περίπου 1,76 ευρώ/λίτρο
  • Μείωση κατά 50% θα διαμόρφωνε τη τιμή περίπου 1,51 ευρώ/λίτρο

Η εικόνα δείχνει ότι ακόμη και περιορισμένες παρεμβάσεις θα είχαν απτό αποτέλεσμα για τον καταναλωτή. Ωστόσο, αυτές δεν βρίσκονται στο ελληνικό τραπέζι, τουλάχιστον προς το παρόν.

Ο «κουμπαράς» δεν ανοίγει

Το βασικό επιχείρημα του οικονομικού επιτελείου παραμένει το κόστος. Τα έσοδα από τον ΕΦΚ στα καύσιμα υπολογίζονται περίπου στα 3,6 δισ. ευρώ ετησίως, καθιστώντας τον έναν από τους πιο σταθερούς φορολογικούς πυλώνες.

Μια μείωση της τάξης του 20% μεταφράζεται σε απώλειες, μαζί με το ΦΠΑ που επιβάλλεται στο σύνολο της τιμής, περίπου 100 εκατ. ευρώ τον μήνα. Σε ένα περιβάλλον νέων δημοσιονομικών κανόνων και χωρίς ευρωπαϊκή «ομπρέλα» ευελιξίας, η κυβέρνηση θεωρεί το ποσό αυτό δύσκολα διαχειρίσιμο.

Πηγές του υπουργείου Οικονομικών επισημαίνουν ότι «δεν υπάρχει περιθώριο για μόνιμες απώλειες εσόδων», ιδιαίτερα όταν η διάρκεια της κρίσης παραμένει άγνωστη. Η λογική που κυριαρχεί είναι ότι μια πρόωρη εξάντληση των δημοσιονομικών περιθωρίων θα άφηνε την οικονομία εκτεθειμένη σε ένα παρατεταμένο σοκ.

Η επιλογή των «μέτρων σε δόσεις» δεν είναι μόνο τεχνική προσέγγιση, αλλά κυρίως  πολιτική. Το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί να διατηρήσει ευελιξία, ενεργοποιώντας παρεμβάσεις σταδιακά, ώστε να υπάρχει δυνατότητα επαναφοράς στήριξης αν οι τιμές παραμείνουν υψηλές.

Στο παρασκήνιο, κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι η πορεία των τιμών έως την κορύφωση της τουριστικής περιόδου θα είναι καθοριστική. Η αύξηση στα καύσιμα δεν επηρεάζει μόνο τα νοικοκυριά αλλά και:

  • τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια
  •  το κόστος μεταφορών
  • τις τιμές τροφίμων και υπηρεσιών

Οι κίνδυνοι για την οικονομία

Η επιδότηση στο diesel επιχειρεί να περιορίσει την αποκαλούμενη «επιμόλυνση» της οικονομίας από το ενεργειακό κόστος. Ωστόσο, πρόκειται για παρέμβαση που λειτουργεί εκ των υστέρων, χωρίς να αλλάζει το βασικό σημείο εκκίνησης, που είναι η υψηλή τιμή στην αντλία.

Σε αντίθεση με τις φορολογικές μειώσεις που εφαρμόζονται αλλού, οι επιδοτήσεις έχουν προσωρινό χαρακτήρα, απαιτούν συνεχή δημοσιονομική χρηματοδότηση, δεν δημιουργούν σταθερή αποκλιμάκωση τιμών. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η ακρίβεια να συνεχίσει να μεταφέρεται στην κατανάλωση, ακόμη και αν μετριάζεται προσωρινά.

Στην πράξη, διαμορφώνονται δύο διαφορετικές αναγνώσεις της ενεργειακής κρίσης. Στην Ευρώπη, τουλάχιστον σε ένα μέρος της, κυριαρχεί η λογική της άμεσης παρέμβασης στις τιμές, ακόμη και με προσωρινό δημοσιονομικό κόστος. Στην Ελλάδα, η έμφαση δίνεται στη διαχείριση της διάρκειας της κρίσης, με στόχο να αποφευχθεί μια απότομη δημοσιονομική επιβάρυνση, αφήνοντας όμως έτσι εκτεθειμένους στην κρίση τους καταναλωτές.

Πηγή: ot.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version