Πώς πολεμάει το Ιράν; Γιατί επιμένει στους βαλλιστικούς πυραύλους, οι κρυφοί «άσοι»

Ποια είναι η στρατηγική της Τεχεράνης, γιατί επιμένει στους βαλλιστικούς πυραύλους και ο ρόλος των πληρεξουσίων στα «σημεία στραγγαλισμού» της παγκόσμιας οικονομίας;

Πώς πολεμάει το Ιράν; Γιατί επιμένει στους βαλλιστικούς πυραύλους, οι κρυφοί «άσοι»

H γενικότερη στρατηγική του Ιράν είναι να διεξαγάγει μακροχρόνιο ασύμμετρο πόλεμο φθοράς, το οποίο έρχεται κατ’ αρχήν σε αντίθεση με τη γενική τάση του Ντόναλντ Τραμπ να καταφέρνει θεαματικά πλήγματα σε σύντομο χρόνο. Ο αμερικανός πρόεδρος είναι πιθανό να αλλάξει την τακτική αυτή εν προκειμένω, ώστε να εξασφαλίσει μονιμότερα αποτελέσματα.

Το Ιράν επιχειρεί να εξαντλήσει ισχυρότερους στρατιωτικά αντιπάλους, επιβάλλοντας αβάσταχτο κόστος πολέμου και οδηγώντας σε εξανέμιση του πολιτικού τους κεφαλαίου. Ως προς αυτό φαίνεται να έχει βγάλει και συμπεράσματα από τις συγκρούσεις στην Ουκρανία, οι οποίες έχουν εξελιχθεί σε πόλεμο φθοράς.

Αν και οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν από πάρα πολλές απόψεις, το κοινό στοιχείο είναι ότι στους πολέμους της τρέχουσας δεκαετίας παίζει πολύ αποφασιστικό ρόλο η επιμελητεία και, ως προς την εκάστοτε ασθενέστερη οικονομικώς και στρατιωτικώς πλευρά, η δυνατότητα να εμπλέκει ακριβό εξοπλισμό του αντιπάλου με φτηνότερο, μαζικής παραγωγής, δικό της.

Στην περίπτωση του πολέμου στο Ιράν, το κρίσιμο είναι η αντιστοιχία ανάμεσα στα επιθετικά πυρομαχικά και στα μέσα αναχαίτισης του αντιπάλου με την έμφαση στο βάθος του οπλοστασίου. Το Ιράν πριμοδοτεί τη μαζική παραγωγή συγκριτικά φτηνών βαλλιστικών πυραύλων, ενώ τα μέσα αναχαίτισης στην αντιβαλλιστική άμυνα είναι ακριβά, αλλά και αργά στην παραγωγή τους. Για κάθε επιθετικό πύραυλο, απαιτείται η χρήση πολλαπλών αναχαιτιστικών μέσων, με το οικονομικό βάρος να πέφτει στον αμυνόμενο.

Η στρατηγική του Ιράν είναι η οικονομική εξάντληση του αντιπάλου στην οποία προστίθεται πλέον και η πληγή στην οικονομία όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά και των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου, η επιχείρηση υπονόμευσης του ηθικού κ.ο.κ. Με τον τρόπο αυτό, το Ιράν προσπαθεί να υπεραναπληρώσει τα ελλείμματα της αεροπορίας του και το γεγονός ότι Ισραήλ και ΗΠΑ διαθέτουν συντριπτική αεροπορική υπεροπλία.

Κατά μία έννοια, πρόκειται για την επιλογή μιας ασθενέστερης δύναμης να βελτιστοποιήσει ένα επιμέρους στοιχείο της πολεμικής μηχανής της στο πλαίσιο ενός ασύμμετρου πολέμου, με σκοπό τη μέγιστη καταστροφικότητα με τα φτηνότερα μέσα. Το αποτέλεσμα είναι να οδηγούμαστε σε μια εξαιρετικά «sui generis» πολεμική αναμέτρηση.

Το πολυεπίπεδο σύστημα αναχαίτισης του Ισραήλ

Ενάντια στους πυραύλους του Ιράν, το Ισραήλ χρησιμοποιεί μια πολυεπίπεδη ασπίδα. Καταρχήν, αναχαιτιστικά συστήματα Arrow-3, που έχουν ως σκοπό την καταστροφή βαλλιστικών πυραύλων εκτός ατμόσφαιρας σε φάση μέσης τροχιάς. Τα συστήματα αυτά έχουν σχεδιαστεί για απειλές μεγάλου βεληνεκούς, όπως οι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι. Μετά, σε ένα εφεδρικό επίπεδο, κάνει χρήση των Arrow-2, τα οποία αναχαιτίζουν σε μεγάλο ύψος μέσα στην ατμόσφαιρα ως μια «δεύτερη ευκαιρία» αναχαίτισης.

Χρησιμοποιείται ακόμη η «Σφενδόνη του Δαυίδ», που είναι σχεδιασμένη για απειλές χαμηλότερης τροχιάς και μικρότερης απόστασης και αντιμετωπίζει λ.χ. πυραύλους τύπου Fateh-110. H «Σφενδόνη του Δαυίδ» καλύπτει το κενό μεταξύ του Arrow και του Iron Dome, το οποίο αναχαιτίζει ρουκέτες μικρού βεληνεκούς από κοντινές αποστάσεις ή συντρίμμια και θραύσματα από τυχόν μεγάλους πυραύλους. Υπάρχει, τέλος, το Iron Beam, σύστημα αναχαίτισης με λέιζερ υψηλής ενέργειας, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ενάντια σε drones και ρουκέτες.

Τα μέσα αυτά μαζί συνθέτουν ένα πολυεπίπεδο σύστημα, με τα Arrow-3 να αποτελούν την κύρια αναχαίτιση μεγάλου βεληνεκούς, τα Arrow-2 την εφεδρική αναχαίτιση μεγάλου ύψους, τη «Σφενδόνη του Δαυίδ» να αντιμετωπίζει απειλές μεσαίου βεληνεκούς και τα Iron Dome και Iron Beam να λειτουργούν στα χαμηλότερα επίπεδα.

Οι επιθέσεις κορεσμού και το δυσβάστακτο κόστος αναχαίτισης

Αν και το Ισραήλ διαθέτει ένα από τα πλέον προηγμένα συστήματα αναχαίτισης διεθνώς, δεν μπορεί να έχει 100% επιτυχία όταν συμβαίνει επίθεση κορεσμού, δηλαδή μια ταυτόχρονη επίθεση λ.χ. περισσότερων από 100 πυραύλων, καθώς μάλιστα για κάθε ιρανικό πύραυλο εκτοξεύονται συχνά δύο αναχαιτιστές. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι έχουν ταχύτητα πολλαπλάσια του ήχου με αποτέλεσμα από τον εντοπισμό μέχρι την πρόσκρουση να μεσολαβούν λίγα λεπτά. Επίσης, οι βαλλιστικοί πύραυλοι μπορεί να μεταφέρουν ψεύτικες κεφαλές, καθώς και να γίνεται χρήση παρεμβολών, με αποτέλεσμα η άμυνα να ξοδεύει ακόμη περισσότερους αναχαιτιστές.

Μάλιστα, ορισμένοι βαλλιστικοί πύραυλοι μπορεί να αλλάξουν ελαφρώς πορεία κατά την κάθοδο ή να εισέλθουν στην ατμόσφαιρα με απρόβλεπτη γωνία, με αποτέλεσμα η αναχαίτιση να είναι δυσκολότερη. Το κρίσιμο είναι ότι ένας αναχαιτιστής μπορεί να έχει μέχρι και δεκαπλάσιο κόστος από τον επιθετικό πύραυλο, με αποτέλεσμα η έμφαση να δίνεται στην οικονομική εξάντληση του αντιπάλου.

Στον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου Ιουνίου, τα ισραηλινά Arrow-3 και Arrow-2 ξοδεύτηκαν σε μεγάλους αριθμούς, ώστε οι ΗΠΑ συνέδραμαν με το σύστημα αντιβαλλιστικής άμυνας THAAD (Terminal High Altitude Area Defence), του οποίου όμως οι πύραυλοι χρειάστηκε να σπαταληθούν σε μεγάλους αριθμούς. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης αντιβαλλιστικοί πύραυλοι Standard-3 (SM-3) από το αμερικανικό ναυτικό.

Το δίδαγμα που βγήκε από τον πόλεμο των 12 ημερών ήταν ότι το Ιράν θα μπορούσε να επιβάλει μεγάλο οικονομικό κόστος στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καθώς και να εξαντλήσει ένα μέρος του οπλοστασίου τους που θα χρειαζόταν σημαντικό χρόνο για να ανανεωθεί. Το ότι αυτό το οπλοστάσιο δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε άλλα δυνητικά θέατρα πολέμου είναι κάτι που δεν αφήνει ασυγκίνητες άλλες δυνάμεις, όπως η Κίνα.

Υπάρχουν αναφορές ότι το Ιράν μπορεί να κατέστρεψε ένα ραντάρ AN/TPY-2 της RTX Corp, μαζί με εξοπλισμό που χρησιμοποιείται στα αμερικανικά συστήματα άμυνας THAAD στην αεροπορική βάση Μουαφάκ Σάλτι στην Ιορδανία. Το ραντάρ αυτό αποτελεί σημαντική συνιστώσα του συστήματος THAAD, που ανιχνεύει τους βαλλιστικούς πυραύλους και καθοδηγεί τα αναχαιτιστικά μέσα. Αν και οι ΗΠΑ διαθέτουν επικουρικά ραντάρ για να υποκαταστήσουν την απώλεια, το πλήγμα είναι χαρακτηριστικό ενός πολεμικού «αγώνα δρόμου» που αναμένεται να συνεχίσουμε να βλέπουμε. Οι μεν Ιρανοί θα προσπαθούν να πλήττουν στοιχεία των συστημάτων THAAD, οι δε ΗΠΑ τους εκτοξευτήρες και τις αποθήκες των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων.

Η νίκη στον πόλεμο εξαρτάται από την ταχύτητα σε αυτόν τον «αγώνα δρόμου», όπου οι Αμερικανοί έχουν σε μεγάλο βαθμό την αεροπορική κυριαρχία και οι Ιρανοί προσπαθούν να υποκαταστήσουν αυτό το έλλειμμα με τη χρήση υπόγειων εγκαταστάσεων και τη μεγάλη κινητικότητα στη μεταφορά των εκτοξευτήρων. Οι ΗΠΑ, όμως, έχουν την επιπλέον δυνατότητα να μεταφέρουν συστήματα THAAD από αλλού, όπως από τη Νότια Κορέα, αναπληρώνοντας τυχόν απώλειες, αν και αυτό επηρεάζει, έστω βραχυπρόθεσμα, τη συνολική παγκόσμια αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Το επιθετικό «οικοσύστημα» του Ιράν: Βαλλιστικοί πύραυλοι, cruise και drones

Οι επιθετικές δυνατότητες του Ιράν έχουν το δικό τους «οικοσύστημα» απαρτιζόμενες, μεταξύ άλλων, από βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, όπως οι Paveh, και drones, όπως τα Shahed-136, που προσπαθούν συνδυαστικά να οδηγήσουν σε κορεσμό τα ισραηλινά αναχαιτιστικά συστήματα. Το καθένα από τα τρία μέσα έχει πλεονεκτήματα και ελλείμματα. H συνδυαστική χρήση τους αποσκοπεί στην καθημερινή και μακροχρόνια κόπωση του αντιπάλου, και στη σταδιακή διάβρωση της αναχαιτιστικής του δυνατότητας.

Στην ουσία όμως, οι Ιρανοί προσπαθούν να αναπληρώσουν με συγκριτικά φτηνότερο τρόπο τα ελλείμματά τους ως προς την κατοχή και χρήση μαχητικών αεροσκαφών. Οι πύραυλοι cruise χρησιμοποιούνται όπου χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια, την οποία δεν διαθέτουν οι βαλλιστικοί, λ.χ. για πλήγματα σε υποδομές, όπως διυλιστήρια και λιμάνια. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι, αντιστρόφως, έχουν μεγαλύτερη δύναμη κρούσης, αλλά μικρότερη ακρίβεια.

Ο ρόλος των πληρεξουσίων στα «σημεία στραγγαλισμού»

Στη στρατηγική του Ιράν εντάσσεται επίσης η συνεργασία με «πληρεξούσιες» ένοπλες οργανώσεις, όπως οι Ανσάρ Αλλάχ στην Υεμένη, των οποίων η δράση στοχεύει κυρίως στην οικονομική παρενόχληση με πλήγματα στα στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, δηλαδή στις ιστορικώς λεγόμενες «Πύλες των Δακρύων» που ενώνουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό. Πρόκειται για ένα στενό 26 χιλιομέτρων μεταξύ Υεμένης και Τζιμπουτί, το οποίο μάλιστα χωρίζεται σε δύο κανάλια από το νησί Περίμ ή «νήσο του Διοδώρου», σύμφωνα με το ιστορικό ελληνικό της όνομα.

Από το στρατηγικό αυτό σημείο διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου. Το Ιράν φιλοδοξεί να το μετατρέψει σε δεύτερο «σημείο στραγγαλισμού» μετά τα στενά του Ορμούζ. Στον εξοπλισμό που παρέχουν οι Ιρανοί στους Ανσάρ Αλλάχ της Υεμένης, η έμφαση είναι περισσότερο στην εμβέλεια και λιγότερο στο ωφέλιμο φορτίο των πυραύλων.

Με πλήγματα έναντι ακόμη και εμπορικών πλοίων στα δύο «σημεία στραγγαλισμού», δηλαδή στα στενά του Μπαμπ ελ Μαντέμπ και του Ορμούζ, το Ιράν επιχειρεί να ανεβάσει το κόστος του πολέμου συνολικά για την παγκόσμια οικονομία και οι Ανσάρ Αλλάχ αποτελούν έναν κρίσιμο συνεργάτη. Δύο επίσης κομβικές περιοχές είναι για τις μεν ΗΠΑ η Ιορδανία, η οποία βρίσκεται εντός της εμβέλειας των πληγμάτων του Ιράν, για το δε Ιράν το Ιράκ, όπου διατηρεί τοπικούς δρώντες.

Από τον «ειρηνοπόλεμο» στον πόλεμο φθοράς

Σημειωτέον πάντως ότι η στρατηγική του Ιράν έχει αλλάξει μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Μέχρι τότε, το Ιράν διεξήγαγε διά των πληρεξουσίων του, όπως οι Ανσάρ Αλλάχ στην Υεμένη και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, έναν «ειρηνοπόλεμο» χαμηλής έντασης, ο οποίος βασιζόταν στο ότι το Ισραήλ δεν ήθελε να απαντήσει με πλήρη δύναμη για να μη βλάψει τη δική του οικονομία. Η επίθεση της Χαμάς σήμανε ότι το Ισραήλ ανέλαβε το οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό κόστος για να προχωρήσει στη συστηματική εξάλειψη των πληρεξουσίων του Ιράν.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι το Ιράν κλήθηκε να αλλάξει στρατηγική και από έναν «ειρηνοπόλεμο» φθοράς και χαμηλής έντασης, να πρέπει να αντεπεξέλθει στη στρατηγική «αποκεφαλισμού ηγεσιών», την οποία ακολούθησε το Ισραήλ αλλά υπήρξε από το 2024 συμβατή και με τη νοοτροπία του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για ταχέα φαντασμαγορικά χτυπήματα. Η νέα πρόκληση για το Ιράν είναι να μπορεί να αντέχει σε μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, ακόμη κι αν χάσει σημαντικό μέρος της ηγεσίας του, γεγονός που οδηγεί στην ανάγκη αποκέντρωσης.

Για τις ΗΠΑ, το στοίχημα είναι η ταχύτερη δυνατή καταστροφή πυραύλων και εκτοξευτήρων, ώστε να μη λάβει χώρα ο μακροχρόνιος πόλεμος φθοράς. Σημειωτέον πάντως ότι ενώ το σύνηθες ήταν να προσπαθούν οι αντίπαλοι των ΗΠΑ να αντιγράψουν την αμερικανική πολεμική τεχνολογία αιχμής, το τελευταίο διάστημα βλέπουμε και τις ΗΠΑ να επηρεάζονται από τον τρόπο που διεξάγουν τον πόλεμο οικονομικώς ασθενέστεροι αντίπαλοί τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των σχετικά φτηνών αμερικανικών drones LUCAS (το γράμμα L σημαίνει ακριβώς «low-cost»), τα οποία μοιάζουν με τα φθηνά αναλώσιμα «καμικάζι» drones των Ιρανών, όπως τα Sahed, γιατί ακριβώς για να κερδηθεί πλέον ένας σύγχρονος πόλεμος απαιτείται και η δυνατότητα μαζικής παραγωγής φτηνών πολεμικών μέσων, ιδίως drones.

H απάντηση του Ιράν στη συντριπτική αεροπορική υπεροπλία των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι η χρήση παραπλάνησης ως προς τους στόχους, αλλά και το γεγονός ότι η ίδια η τεχνολογία των drones ή ακόμη και των πυραύλων cruise είναι συγκριτικά φτηνή και παρέχει τη δυνατότητα κινητικότητας και συγκάλυψης. Το αποφασιστικό είναι περισσότερο η καταστροφή των εκτοξευτήρων των βαλλιστικών πυραύλων, στην οποία επικεντρώνει η αμερικανική και ισραηλινή αεροπορία.

Από «πόλεμο διαπραγμάτευσης» σε «πόλεμο απελπισίας»

Μετά το 2023, αλλά κυρίως μετά τη νέα φάση του πολέμου το 2026, ο τρόπος που πολεμάει το Ιράν έχει αλλάξει. Ενώ παλαιότερα ο πόλεμος ήταν μέρος «παζαριού» και διαπραγμάτευσης, με τους πληρεξουσίους να αποτελούν «δαμόκλειο σπάθη» και εκβιαστικό χαρτί, πλέον το ιρανικό καθεστώς διεξάγει έναν πόλεμο απελπισίας, στον οποίο είναι αυτοσκοπός η άνοδος του κόστους του πολέμου γενικά για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα μέσω της μέγιστης διεύρυνσης των συγκρούσεων.

Είναι χαρακτηριστική η στόχευση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ ως πολιτικών αεροπορικών κόμβων της Μέσης Ανατολής ή ακόμη και ως τουριστικών προορισμών, από κοινού βεβαίως με τη στόχευση όλων των αραβικών μοναρχιών του Κόλπου. Σκοπός του Ιράν είναι το κλείσιμο εν γένει του εναέριου χώρου σε ένα κομβικό μέρος της Μέσης Ανατολής, ώστε να ανέβει το κόστος του πολέμου για την παγκόσμια οικονομία.

Αποφασιστική θα είναι, λοιπόν, η διάρκεια του πολέμου. Γενικά οι ΗΠΑ, κυρίως, επιθυμούν έναν ταχύ πόλεμο, ενώ για το Ιράν το διακύβευμα είναι η καρτερία και η εσωτερική συνοχή.

Ωστόσο, πρέπει να προστεθεί και ο παράγοντας ότι τόσο οι ΗΠΑ του Τραμπ όσο και το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου δείχνουν να θεωρούν ότι η στιγμή είναι ιδανική για συνολική αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, σε μια χρονική περίοδο όπου το οπλοστάσιό του δεν έχει ακόμη εμπλουτιστεί με πιο επικίνδυνα όπλα (πχ πυρηνικά) και ενώ η Ρωσία είναι απασχολημένη στην Ουκρανία και οι BRICS δεν διαθέτουν στρατιωτική ολοκλήρωση, με την Ινδία μάλιστα να είναι ο αδύναμος κρίκος τους. Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανό και η Ουάσιγκτον να ακολουθήσει τη λογική ενός πολέμου έως εσχάτων, δηλαδή μέχρι την τελική αλλαγή καθεστώτος  αναλαμβάνοντας το υπέρμετρο κόστος.

Ως αποτέλεσμα, το ιρανικό καθεστώς, με όλη μάλιστα την εντελώς ιδιάζουσα θρησκευτική και μεταφυσική επένδυση του σιιτισμού για τις «εσχατολογικές μάχες», σύρεται στο να πολεμήσει με απελπισία με έναν τρόπο που συνδυάζει ταχύτητα, ένταση και προσπάθεια πρόκλησης μακροχρόνιας φθοράς. Ένας τέτοιος πόλεμος μπορεί να τελειώσει μόνο με κατάρρευση του καθεστώτος του Ιράν ή με πιθανό υπολογισμό ότι το κόστος και ο κίνδυνος του πολέμου για την παγκόσμια οικονομία αποτελεί συγκριτικώς μεγαλύτερο κίνδυνο από το ίδιο το ιρανικό καθεστώς.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version