Το ταξίδι του Ραφαήλ Τσακίρη και της Ελπίδα Μορφούλη στην Αφρική δεν ξεκίνησε σαν ένα απλό επαγγελματικό project. Για τους δύο σεφ –που εδώ και χρόνια μοιράζονται τόσο τη ζωή όσο και την κουζίνα– η εμπειρία αυτή ήταν σχεδόν η φυσική συνέχεια μιας κοινής πορείας που έχει ήδη περάσει από έντονες επαγγελματικές προκλήσεις, διεθνείς εμπειρίες και τηλεοπτικές δοκιμασίες.
Η Ελπίδα Μορφούλη, με καταγωγή από τη Χαλκιδική, έχει χτίσει μια πορεία που κινείται ανάμεσα στη δημιουργικότητα και την πειθαρχία της υψηλής γαστρονομίας. Με σπουδές στη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική και πολυετή εμπειρία στις κουζίνες του Λονδίνου, κατάφερε ήδη από νεαρή ηλικία να βρεθεί σε θέσεις ευθύνης σε μεγάλα ξενοδοχεία της βρετανικής πρωτεύουσας, εξελίσσοντας μια κουζίνα που συνδυάζει τεχνική ακρίβεια και έντονο προσωπικό χαρακτήρα.
Ο Ραφαήλ Τσακίρης, από την άλλη, μεγάλωσε στη Ρόδο και μπήκε στον κόσμο της μαγειρικής σχεδόν από παιδί. Από τα δεκατρία του χρόνια βοηθούσε ήδη σε κουζίνες, μαθαίνοντας το επάγγελμα μέσα από την καθημερινή δουλειά και την πρακτική εμπειρία. Η ευρύτερη αναγνώριση ήρθε όταν κέρδισε τον τηλεοπτικό διαγωνισμό μαγειρικής Hell’s Kitchen, αποδεικνύοντας ότι η ένταση, η πειθαρχία και η δημιουργικότητα μπορούν να συνυπάρξουν σε έναν σεφ με έντονη προσωπικότητα.
Και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που το ταξίδι τους στη Νότια Αφρική δεν ήταν απλώς μια ακόμη επαγγελματική αποστολή. Ήταν ένα ταξίδι που ξεκίνησε από μια γαστρονομική συνάντηση και κατέληξε να γίνει εμπειρία ζωής, ένα κεφάλαιο γεμάτο εικόνες, μυρωδιές, πολιτισμούς και στιγμές που άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουν το φαγητό, τη φύση και την ίδια την καθημερινότητα.
Παρότι το ταξίδι διήρκεσε μόλις δύο εβδομάδες, η ένταση των εμπειριών ήταν τέτοια που, όπως λένε οι ίδιοι, «θα μπορούσε να ήταν τρεις μήνες».
Η πρόταση που άνοιξε την πόρτα στην Αφρική
Η ιστορία ξεκίνησε απρόσμενα. Όπως εξηγεί ο Ραφαήλ Τσακίρης, η επαφή προέκυψε μέσω ενός στενού φίλου και συνεργάτη του, ο οποίος τον συνέδεσε με την ιδιοκτήτρια της εταιρείας που διαχειρίζεται το lodge στη Νότια Αφρική.
Η πρώτη γνωριμία δεν έγινε στην Αφρική αλλά στην Ελλάδα. Η ιδιοκτήτρια Marisa Sliva -που μάλιστα έχει καταγωγή από την Αργεντινή– ταξίδεψε μέχρι τη Σαντορίνη, επισκέφθηκε το ξενοδοχείο όπου εργάζεται ο σεφ και δοκίμασε το μενού.

H ιδιοκτήτρια του αφρικανικού lodge δοκίμασε τα πιάτα Ραφαήλ στο ξενοδοχείο όπου εργαζόταν στη Σαντορίνη και αυτό ήταν αρκετό. Τα δύο παιδιά δέχθηκαν με ενθουσιασμό την πρότασή της να συνεργαστούν.
«Ήρθε, δοκίμασε τα πιάτα και πίστεψε πάρα πολύ σε αυτό που μπορούμε να κάνουμε», θυμάται ο ίδιος. «Και κάπως έτσι ξεκίνησε η επικοινωνία μας».
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια πρόταση που δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς: να ταξιδέψουν στη Νότια Αφρική και να αναλάβουν το consulting της κουζίνας ενός safari lodge, με στόχο να δημιουργήσουν ένα νέο μενού που θα ανέβαζε το γαστρονομικό επίπεδο της εμπειρίας των επισκεπτών, ενώνοντας δημιουργικά την τοπική αφρικανική κουζίνα με τη μεσογειακή φιλοσοφία.
Όταν ρωτήθηκαν ποια ήταν η πρώτη τους σκέψη όταν άκουσαν την πρόταση, η απάντηση τους φανέρωσε και τον αρχικό ενθουσιασμό τους. Ο Ραφαήλ προσπαθώντας να το εκφράσει πιο ψύχραιμα είπε ότι το είδαν σαν μια μεγάλη πρόκληση και μια ευκαιρία να δουλέψουν πάνω σε μια εντελώς διαφορετική γαστρονομική εμπειρία αλλά η Ελπίδα άφησε ελεύθερο τον ενθουσιασμό της: «Εγώ χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί», λέει γελώντας. Και είναι λογικό. Ποιος δεν θα ήθελε να βρεθεί σε ένα μαγευτικό περιβάλλον, έξω εντελώς από την κουλτούρα του και, μάλιστα, ανάμεσα σε όλα εκείνα τα ζώα που όλοι μας ονειρευόμαστε από μικροί να γνωρίσουμε;

H πρόκληση ήταν μεγάλη. Το ίδιο και ο ενθουσιασμός της Ελπίδας και του Ραφαήλ για την ευκαιρία να ζήσουν μια μοναδική εμπειρία στη φύση, δίπλα σε άγρια ζώα. Σύντομα ένα όνειρο θα γινόταν πραγματικότητα.
Ο Ραφαήλ το περιγράφει με μια εικόνα που λέει τα πάντα: «Θα ζούσαμε το Lion King στο μέγιστο! Αυτό που βλέπαμε παιδιά στην ταινία, θα γινόταν για εμάς πραγματικότητα. Είχαμε απίστευτη χαρά από την πρώτη στιγμή».

Εικόνες από το Lion King σε απόσταση αναπνοής. Αυτό ζει ο επισκέπτης σε ένα αφρικανικό σαφάρι.
Προετοιμασία πριν από το ταξίδι
Παρότι η εμπειρία έκρυβε ένα ρομαντισμό, η προετοιμασία ήταν αυστηρά επαγγελματική και επισταμένη. Η Ελπίδα εξηγεί ότι ξεκίνησαν την έρευνα μήνες πριν φτάσουν στη Νότια Αφρική.
«Ξεκινήσαμε έξι μήνες πριν το ταξίδι με πάρα πολύ διάβασμα και έρευνα. Θέλαμε τουλάχιστον να έχουμε μια εικόνα για τα προϊόντα, για την κουλτούρα της μαγειρικής τους. Γιατί ξέραμε ότι η μαγειρική τους απέχει αρκετά από την ευρωπαϊκή, όπως επίσης γνωρίζαμε ότι άλλο είναι η θεωρία και άλλο η πράξη».

O Ραφαήλ και η Ελπίδα άρχισαν να προετοιμάζονται καιρό πριν για το ταξίδι τους, θέλοντας να γνωρίσουν κατ’ αρχάς τις πρώτες ύλες που θα είχαν να διαχειριστούν.
Ο καθένας θα μπορούσε να φανταστεί πόσο μεγάλο challenge είχαν αναλάβει. Το να δημιουργήσεις ένα μενού σε μια χώρα της οποίας δεν γνωρίζεις ούτε τις πρώτες ύλες ούτε τις γαστρονομικές συνήθειες είναι σίγουρα ένα μεγάλο στοίχημα. «Έπρεπε πρώτα να καταλάβουμε τι υπάρχει εκεί», μας εξηγεί ο Ραφαήλ και συνεχίζει: «Γνωρίζοντας από κοντά τα προϊόντα, θα ήμασταν σε θέση να εντάξουμε τις δικές μας τεχνικές».
Η πρώτη εντύπωση από τις πρώτες ύλες
Όταν έφτασαν, η πραγματικότητα ξεπέρασε τις προσδοκίες τους. «Τα προϊόντα τους είναι εξαιρετικά», λέει η Ελπίδα. «Αν εμείς νομίζουμε ότι χρησιμοποιούμε καλές πρώτες ύλες, εκεί τα πράγματα είναι σε άλλο επίπεδο. Πραγματικά, ό,τι χρειάζονται στην κουζίνα το παίρνουν κατευθείαν από τη φύση και τα βάζουν στο πιάτο. Η έννοια farm-to-table, που στην Ευρώπη χρησιμοποιείται συχνά ως marketing, στην Αφρική είναι απλώς καθημερινότητα».

Οι δύο chefs εντυπωσιάστηκαν με την ποιότητα των προϊόντων που συνάντησαν. “Ό,τι χρειάζονται το παίρνουν κατ’ ευθείαν από τη φύση”, λένε.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που τους εντυπωσίασαν ήταν η ποικιλία των κρεάτων. Εκεί, ήρθαν σε επαφή με ζώα που στην Ευρώπη φυσικά δεν υπάρχουν. Και δεν μιλάμε για οικόσιτα, αλλά για κυνήγι. Kudu, Spingbok, Impala, Bitong, Eland είναι μερικά από τα είδη που συνηθίζουν να πρωταγωνιστούν στις μαγειρικές τους.
«Μας έφερναν κρέατα που δεν είχαμε δοκιμάσει ποτέ. Για να καταλάβουμε πώς θα τα διαχειριστούμε έπρεπε να γνωρίσουμε τη γεύση τους. Αυτό κάναμε και ξεκίνησαν οι ιδέες να έρχονται στο μυαλό μας», λέει η Ελπίδα.

Πολλά από τα κρέατα που κλήθηκαν να διαχειριστούν οι δύο chefs τους ήταν άγνωστα. Παρ’ όλ’ αυτά, κατάφεραν να δημιουργήσουν εξαιρετικά πιάτα, όπως ο μουσακάς από κιμά blesbok, “ο πιο νόστιμος που έχω φτιάξει ποτέ”, όπως λέει ο Ραφαήλ.
Ο Ραφαήλ θυμάται μια συγκεκριμένη δημιουργία. «Καταφέραμε να φτιάξουμε ελληνικό μουσακά με κιμά από blesbok», λέει. «Και ήταν ίσως ο πιο νόστιμος μουσακάς που έχω φτιάξει ποτέ».
Το blesbok είναι ένα άγριο ζώο της περιοχής, παρόμοιο με μικρή αντιλόπη. Σε ορισμένες περιπτώσεις εκτρέφεται σε φάρμες — όχι μόνο για κατανάλωση αλλά και για λόγους διαχείρισης του οικοσυστήματος. Είναι πολύ σημαντικό για εκείνους να προσπαθήσουν να διατηρήσουν την άγρια ζωή και τον κύκλο της. Κάνουν ό,τι χρειάζεται για να το καταφέρουν. Δημιουργούν εθνικά πάρκα, εξασφαλίζουν τις σωστές συνθήκες διαβίωσης, προφυλάσσουν τα είδη που απειλούνται. Είναι οργανωμένοι απίστευτα και προσηλωμένοι στους στόχους τους.

Το σαφάρι στα εθνικά πάρκα της Νότιας Αφρικής βοήθησε τους δύο chefs να δουν από κοντά και να εξοικειωθούν με τα άγρια ζώα τα οποία οι Αφρικανοί βάζουν στο πιάτο.
Στην αγορά, σε μια άλλη αγορά
Αφού οι σεφ ξεκουράστηκαν και ήρθαν σε πρώτη επαφή με τον τόπο, η επιχειρηματίας τους πρότεινε να επισκεφτούν την πιο κοντινή αγορά τροφίμων, έτσι ώστε να αποκτήσουν μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη τόσο για τα φρέσκα προϊόντα όσο και για τα τυποποιημένα.

H επίσκεψη στην πιο κοντινή και τεράστια σε έκταση αγορά τροφίμων έφερε την Ελπίδα και τον Ραφαήλ σε επαφή με τοπικά λαχανικά και φρούτα.
Η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ που βρίσκεται πιο κοντά στο lodge δεν είναι εύκολη υπόθεση. Χρειάζονται 4 ώρες ταξίδι, αρκετές ακόμη για να περιπλανηθούν εκεί και 4 ακόμη για να επιστρέψουν. Γι’ αυτό τα ψώνια στο lodge γίνονται πολύ οργανωμένα: καταγράφονται με λεπτομέρεια οι ελλείψεις και η κουζίνα –όπως και κάθε άλλο τμήμα του ξενοδοχείου– δίνει τη δική της λίστα, που οφείλει να είναι εξαιρετικά ακριβής. Βέβαια, δεν πρόκειται για κάποιο μεγάλο μάρκετ αλλά για μια τεράστια αγορά, φτιαγμένη σύμφωνα με την τοπική αρχιτεκτονική. Εκεί, εκτός από τη γνωριμία με τις πρώτες ύλες, οι σεφ μας είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν το street food της χώρας – τα σκουλίκια, που είναι τα δικά τους «πατατάκια»- να συναναστραφούν με ντόπιους, οι οποίοι τους εντυπωσίασαν με τη θετικότητά τους, και να ανακαλύψουν ένα σωρό γλυκίσματα και ροφήματα σε αμέτρητα χρώματα, φουλ στη ζάχαρη. Στην Αφρική αγαπούν το χρώμα παντού και δεν κάνουν καμιά έκπτωση στη γλύκα.

Λαχανικά με μεγάλη νοστιμιά, μυρωδικά και βότανα με απίστευτη ένταση. Τα αφρικανικά προϊόντα εξέπληξαν τους δύο chefs.
Η Ελπίδα θυμάται: «Μας πήγε κατευθείαν σε μια τεράστια αγορά για να δούμε τα προϊόντα. Να τα δοκιμάσουμε, να διαλέξουμε ό,τι θέλουμε». Ο Ραφαήλ, συμπληρώνει: «Υπάρχει μια τεράστια ποικιλία σε φρούτα και λαχανικά, πολλά μοιάζουν με τα δικά μας αλλά η γεύση τους απέχει σημαντικά. Θα μπορούσα να πω ότι είναι όλα πιο έντονα. Κόβεις ένα αγγούρι και δεν μπορείς να πιστέψεις τη νοστιμιά του. Τα βότανα και τα μυρωδικά, έχουν απίστευτη ένταση. Μόλις είχε ξεκινήσει το πραγματικό ταξίδι στις γεύσεις τους».
Οργάνωση και ευαισθησία
Το Rhulani Lodge με το οποίο συνεργάστηκαν οι σεφ βρισκόταν μέσα σε μια τεράστια προστατευμένη περιοχή που ονομάζεται Madikwe και εκτείνεται σε μια έκταση περίπου 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η περιοχή αυτή λειτουργεί σαν ένα τεράστιο φυσικό καταφύγιο άγριας ζωής.
«Είναι μια τεράστια έκταση περιφραγμένη», εξηγεί η Ελπίδα. «Και μέσα ζουν τα άγρια ζώα σαν να βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση. Μέσα στο πάρκο υπάρχουν περίπου 30 lodges».

Αυτό που τους εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο σεβασμός στη φύση. «Όλα είναι εξαιρετικά eco-friendly», λέει ο Ραφαήλ. «Από τη διαχείριση του νερού μέχρι το zero waste στην κουζίνα». Η ανακύκλωση τροφίμων, η κομποστοποίηση και η αξιοποίηση των φυσικών πόρων είναι βασικό μέρος της λειτουργίας. Και το νερό, κάτι που πολλοί στην Ευρώπη θεωρούν δεδομένο, αντιμετωπίζεται εκεί με απίστευτο σεβασμό. «Το σύστημα ύδρευσής τους είναι εντυπωσιακό, εκμεταλλεύονται κάθε σταγόνα και η ποιότητα του νερού είναι εξαιρετική, πολύ καλύτερη από τα δικά μας εμφιαλωμένα. Καταλαβαίνετε ότι έχουμε για την Αφρική διαφορετική εντύπωση από ό,τι ισχύει. Οι άνθρωποι εκεί έχουν μελετήσει τα πάντα με σοφία και όλα λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι».

Η Ελπίδα συμπληρώνει: «Δεν λέμε ότι δεν υπάρχει φτώχεια και μεγάλες αντιθέσεις σε μια χώρα που μετράει περίπου 65 εκατομμύρια κατοίκους. Αλλά αυτό που ζήσαμε εμείς στο lodge ήταν δημιουργημένο βάσει του αγγλικού συστήματος. Οι εργαζόμενοι είναι απόλυτα προστατευμένοι από το κράτος. Μόλις υπογράψουν το συμβόλαιό τους, το κλειδώνουν και κανείς δεν μπορεί να τους πειράξει. Επιπλέον, έχουν ασφάλειες υγείας τις οποίες ο επιχειρηματίας πληρώνει έξτρα. Πραγματικά είναι σαν να έχουν πάρει το εργασιακό σύστημα της Αγγλίας και να το έχουν μεταφέρει κάπου όπου υπάρχει φυσική ομορφιά και ήλιος».
Η καθημερινότητα στο σαφάρι
Η ζωή στο lodge εκεί είχε ρυθμούς εντελώς διαφορετικούς. Η μέρα για τους σεφ ξεκινούσε πριν ακόμη χαράξει, στις 4:30 ή 5 το πρωί. Ο Ραφαήλ μας περιγράφει: «Δεν υπάρχει κάτι εκεί που να μη σε εμπνέει. Ξυπνούσαμε και πίναμε τον καφέ μας βλέποντας τις ζέβρες να περνάνε από μπροστά μας και τους ελέφαντες να πίνουν νερό. Τα μάτια μας χάνονταν στον ορίζοντα. Δεν υπήρχε τίποτα να διακόψει το βλέμμα μας. Κι ο ορίζοντας χανόταν μέσα στην ομορφιά. Μια μέρα που ξεκινάει έτσι, δε γίνεται να μην έχει έμπνευση και ενέργεια».

Πίνοντας τον πρωινό τους καφέ, οι δύο chefs έβλεπαν τις ζέβρες να περνούν από μπροστά τους. Η καθημερινότητα στο lodge ήταν γεμάτη συναρπαστικές εικόνες.
Και μετά, ξεκινούσε το πρωινό σαφάρι· εκεί, όπως λέει η Ελπίδα, άρχιζε η πραγματική εμπειρία. «Δεν βρισκόμασταν σε έναν ζωολογικό κήπο. Τα ζώα και οι άνθρωποι συνυπάρχουν σε αυτό το πάρκο, είναι πραγματικά ελεύθερα. Σε πλησιάζουν σε απόσταση αναπνοής, αλλά είσαι πάντα ασφαλής γιατί βρίσκεσαι στο αυτοκίνητο. Η αίσθηση του να είσαι κοντά τους είναι υπέροχη! Κάποια μέρα, ένας ελέφαντας δεν ένιωσε και πολύ βολικά με την ύπαρξή μας και μας πήρε στο κατόπι! Περιπέτεια! Κάθε στιγμή είναι μια υπέροχη περιπέτεια. Αυτό και μόνο σου αλλάζει τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή».

Ένας ελέφαντας έφτασε σε απόσταση αναπνοής από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι δύο chefs. Μια αληθινή περιπέτεια!
Οι άνθρωποι της κουζίνας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του project ήταν η συνεργασία με την τοπική ομάδα της κουζίνας. «Στην αρχή ήταν λίγο επιφυλακτικοί», λέει η Ελπίδα. «Όπως συμβαίνει σε κάθε ομάδα όταν έρχεται ένας καινούριος leader». Ο Ραφαήλ προσθέτει και μια άλλη διάσταση. «Μην ξεχνάμε ότι είμαστε λευκοί. Για αυτούς ήταν λίγο σοκ το ότι ήρθαν λευκοί να τους διδάξουν. Δεν είναι κάτι που μας εξέπληξε. Η ιστορία της χώρας κάνει τέτοιες συναντήσεις πιο περίπλοκες. Οι περισσότεροι συνεργάτες μας στο lodge ήταν, βέβαια, από τη Νότια Αφρική –συχνά λευκοί και οι ίδιοι–, με έναν πολύ πληθωρικό και έντονο χαρακτήρα. Δεν τους είναι δύσκολο να έχουν εντάσεις ακόμη και μεταξύ τους».

Στην αρχή, οι άνθρωποι στην κουζίνα αντιμετώπισαν την Ελπίδα και τον Ραφαήλ με επιφύλαξη. Πολύ σύντομα, όμως, έδεσαν κι έγιναν μια πολύ δυνατή ομάδα.
Όμως η γλώσσα της κουζίνας αποδείχθηκε πιο δυνατή. «Μετά από τρεις μέρες γίναμε ομάδα», θυμάται η Ελπίδα. «Και στο τέλος θέλαμε όλοι να βάλουμε τα κλάματα όταν φεύγαμε». Ο Ραφαήλ συμπληρώνει: «Οφείλω να παραδεχτώ ότι έχουν απίστευτη ενέργεια που στην επικοινωνούν με έναν μαγικό τρόπο. Στην κουζίνα τραγουδούσαν και κινούνταν με χορευτικό ρυθμό. Μετά από δύο μέρες, κατάλαβα ότι είχα υιοθετήσει τον τρόπο τους».

H ενέργεια στην κουζίνα ήταν απίστευτη κι ο Ραφαήλ δεν άργησε να μπει στο ρυθμό.
Δημιουργώντας το μενού
Ο στόχος του project ήταν σαφής: να δημιουργηθεί μια κουζίνα που να ενώνει Μεσόγειο και Αφρική. Όχι να επιβληθεί η μία στην άλλη. «Ξεκινάς πάντα με σεβασμό στον τόπο», λέει ο Ραφαήλ. «Πρώτα βλέπεις τι έχει η Νότια Αφρική. Μετά σκέφτεσαι πώς μπορείς να το παντρέψεις με τη μεσογειακή φιλοσοφία». Έτσι γεννήθηκαν πιάτα που δεν ανήκουν πια σε μία μόνο κουζίνα, όπως οι λουκουμάδες από μπάμιες.
«Οι μπάμιες τους είναι τεράστιες», λέει ο Ραφαήλ. «Οπότε έπρεπε να τις δουλέψουμε τελείως διαφορετικά». Το αποτέλεσμα ήταν ένα πιάτο εμπνευσμένο από τα ροδίτικα πιταρούδια με κύμινο, αρωματικά και μια σάλτσα ντομάτας με σκόρδο και βασιλικό. Εξάλλου, ο σεφ έχει καταγωγή από το νησί και η ιδέα ήρθε εύκολα στο μυαλό του.

Τα “ξένα” τοπικά υλικά έδωσαν στον Ραφαήλ και την Ελπίδα νέες ιδέες για γευστικούς συνδυασμούς που πάντρευαν την Αφρική με τη Μεσόγειο.
Ένα άλλο πιάτο ήταν το αρνί με άγρια βότανα που είχαν μαζέψει στο σαφάρι. Γιατί, ναι, κάποια από τα υλικά μαζεύτηκαν κατευθείαν από τη φύση. «Ένας από τους rangers μας πήγε να μαζέψουμε μανιτάρια και βότανα», λέει η Ελπίδα. «Βρήκαμε άγριο βασιλικό, τον πήραμε στην κουζίνα και τον βάλαμε στις σάλτσες. Οι Αφρικανοί τρελάθηκαν».
Και εδώ πρέπει να καταλάβουμε ότι οι rangers δεν είναι τυχαίοι άνθρωποι αλλά ένα προσωπικά ειδικά εκπαιδευμένο. Ο καθένας έχει εξειδικευτεί ωστε να μπορεί να προσφέρει γνώσεις και πληροφορίες. Άλλος μπορεί να είναι ειδικός στα άγρια ζώα, άλλος στα βότανα, άλλος στα μανιτάρια. Συνοδεύουν τους επισκέπτες προσφέροντας τους μια ολοκληρωμένη εμπειρία ξενάγησης. Θέλουν να επικοινωνήσουν την κουλτούρα του τόπου και το πετυχαίνουν εξαιρετικά.
Τα πολλά διαφορετικά γεύματα
Το ίδιο το lodge λειτουργεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Οι επισκέπτες δεν απολαμβάνουν απλώς ένα μενού, αλλά έχουν την ευκαιρία μιας γαστρονομικής περιπλάνησης μέσα στη μέρα. Η Ελπίδα εξηγεί: «Ξεκινάς με σαφάρι το πρωί. Στο σαφάρι υπάρχει break όπου τρως κάτι μικρό. Μετά επιστρέφεις για πρωινό και συνεχίζεις με το μεσημεριανό à la carte. Μετά απογευματινό σαφάρι με snacks και το βράδυ θεματικό δείπνο που λαμβάνει χώρα σε διαφορετικό σημείο του lodge. Όπως καταλαβαίνετε, είχαμε πολλές διαφορετικές γεύσεις να υλοποιήσουμε».

Τα πιάτα που δημιούργησαν οι δύο chefs κάλυπταν μια μεγάλη γκάμα, από σνακ και πρωινά μέχρι θεματικά δείπνα και πλούσιους μπουφέδες.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το Boma Night, η αναπαράσταση μιας παλιάς αφρικανικής παράδοσης. Ο Ραφαήλ το περιγράφει: «Οι φυλές έφτιαχναν ένα φράχτη από ξύλα για να προστατευτούν από τα ζώα. Στο κέντρο άναβαν φωτιά και γύρω από αυτή έτρωγαν και χόρευαν. Αυτό το κάνουν σήμερα σαν εμπειρία για τους επισκέπτες και φυσικά στο concept υπάρχει το ανάλογο δείπνο, ένας μεγάλος μπουφές με τοπικά πιάτα».
Η ζωή που τους έκανε να αναρωτηθούν
Η συζήτησή μας κράτησε πολύ. Τελικά, κατάφερα να βρω κάτι που δεν έχουν στη Νότια Αφρική και αυτό είναι τα τυριά. Μάλιστα, οι σεφ αποφάσισαν στην επόμενη επίσκεψή τους εκεί να τα εξερευνήσουν περισσότερο ή να μπουν στη διαδικασία να δημιουργήσουν για εκείνους τυριά με τοπικό γάλα, που θα έχει το άρωμα του τόπου, έτσι ώστε να μην περιορίζονται στα τυριά που βρίσκονται στην τοπική αγορά, όλα κακές αντιγραφές των ευρωπαϊκών.
Όταν η κουβέντα φτάνει στο τέλος της εμπειρίας, η Ελπίδα λέει κάτι που συνοψίζει όλα όσα ένιωσαν. «Δεν υπάρχει κάτι εκεί που να μην σε εμπνέει και αυτό είναι πρωτόγνωρο». Η παραμονή τους κράτησε περίπου δύο εβδομάδες. Ωστόσο, όπως λένε, η εμπειρία ήταν τόσο έντονη που ένιωθαν πως είχαν ζήσει πολύ περισσότερο. Το ταξίδι αυτό δεν τους άφησε μόνο νέες συνταγές ή τεχνικές, τους έδωσε έναν διαφορετικό τρόπο να σκέφτονται τη σχέση ανάμεσα στη φύση και το φαγητό. «Θα ήθελα πολύ να ζήσω έτσι», λέει η Ελπίδα. «Έχει μια ηρεμία και μια σχέση με τη φύση που δύσκολα βρίσκεις αλλού».

Χιλιάδες μαγευτικές εικόνες, νέες γεύσεις, μια καθημερινή επαφή με τη φύση και δυνατές σχέσεις μέσα στην κουζίνα. Το ταξίδι αυτό ήταν μια αληθινή εμπειρία ζωής.

Και τελικά, αυτή μπορεί να ήταν και η μεγαλύτερη γεύση που πήραν μαζί τους φεύγοντας από την Αφρική: όχι μόνο νέες πρώτες ύλες και πιάτα, αλλά μια διαφορετική φιλοσοφία ζωής όπου η φύση, το φαγητό και ο άνθρωπος συνυπάρχουν σε μια ισορροπία που στην Ευρώπη έχουμε σε μεγάλο βαθμό ξεχάσει. Εννοείται ότι θα επιστρέψουν σύντομα. Έχω δηλώσει ήδη συμμετοχή στο ταξίδι τους. Να μπορείς να αγγίξεις λίγο παράδεισο και να μην το κάνεις; Κρίμα δεν είναι;
