Το δημογραφικό αποτελεί ένα από τα βασικά προβλήματα στη χώρα. Δεν είναι λίγες οι φορές που το εν λόγω ζήτημα έχει τεθεί επί τάπητος, ακόμα και στις δημόσιες διαβουλεύσεις. Ωστόσο, κανένα μέτρο δε φαίνεται αρκετά επαρκές, ώστε να μπορέσει να περιορίσει τη «ζημία».
Οι γεννήσεις μειώνονται σταθερά από το 1980 και μετά, όπως παρουσιάζεται και σε κείμενο που παρουσίασε το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), όμως ποια είναι τα αίτια πίσω από αυτό το γεγονός και τι μέτρα μπορούν να ληφθούν;
Τι ισχύει μέχρι σήμερα;
Η κρίση στο δημογραφικό οφείλεται αρχικά, στη μείωση του αριθμού παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες κάθε γενιάς. Ειδικότερα, τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί, πως οι μητέρες που έχουν γεννηθεί μεταξύ 1955 και 1960 αποκτούν περίπου 2 παιδιά, ενώ οι γυναίκες που έχουν γεννηθεί περίπου το 1985 αποκτούν 1,5 παιδιά, δηλαδή 1 με 2.
Επιπλέον, στους λόγους που διαφαίνεται να έχουν μειωθεί οι γεννήσεις, σύμφωνα με το ΙΔΕΜ, είναι και η αλλαγή του ορίου ηλικίας. Σαφέστερα, τα τελευταία χρόνια η ηλικία κατά την οποία οι γυναίκες αποφασίζουν να γίνουν μητέρες έχει αλλάξει. Οι γυναίκες που έχουν γεννηθεί το 1960 κατά μέσο όρο αποκτούσαν παιδί περίπου στα 26 έτη της ηλικίας τους, ενώ όσες γεννήθηκαν το 1985 αποκτούν παιδί από τα 31 και μετά.
Μάλιστα, υπογραμμίζεται ότι δεν είναι λίγα τα ζευγάρια που δεν αποκτούν καθόλου παιδιά, ενώ έχουν μειωθεί σημαντικά και οι πολύτεκνες οικογένειες.
Σημαντικός παράγοντας που διογκώνει το πρόβλημα είναι επίσης, το γεγονός ότι από το 2010 και μετά έχει παρατηρηθεί μία σταθερή άνοδος των θανάτων έναντι των γεννήσεων, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα αρνητικό φυσικό ισοζύγιο, άρα και ο πληθυσμός μειώνεται φυσικά.
Υπογραμμίζεται δε, ότι το φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις έναντι θανάτων) περιορίζεται συνεχώς, και, μετά το 2010 οι γεννήσεις υπολείπονται σταθερά πλέον των θανάτων με αποτέλεσμα ενώ το 1980 αντιστοιχούσαν 59 θάνατοι στις 100 γεννήσεις, το 2011 να αντιστοιχούν 104, το 2019 138 και το 2025 186.
Ενδεικτικό της σοβαρότητας της κατάστασης είναι και το γεγονός ότι στην Ελλάδα, οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας στις Περιφερειακές Ενότητες κυμαίνονται από 1 παιδί/ γυναίκα (Φωκίδα, Ευρυτανία, Σέρρες, Κεντρικός τομέας Αθηνών) έως 1,8 (Δυτική Αττική και Κυκλάδες), ενώ όταν σε εθνικό επίπεδο αναλογούν 190 σχεδόν θάνατοι σε 100 γεννήσεις, υπάρχουν μόνον 3 νομοί, όπου η αναλογία είναι 1/1 και 13 όπου αντιστοιχούν 250 ή/και περισσότεροι θάνατοι (στα Γρεβενά δε και την Ευρυτανία >370). Σε επίπεδο δε των 325 Δήμων ένας στους 10 μόνον έχει σχετικά ισορροπημένα ισοζύγια (λιγότερους θανάτους από γεννήσεις έως και ένα θάνατο/ γέννηση) ενώ ένας στους 5 έχει τέσσερεις ή και περισσότερους ακόμη θανάτους/γέννηση.
Γιατί μειώνονται οι γεννήσεις;
Αξίζει να διευκρινιστεί ότι η μείωση των γεννήσεων δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι οι γυναίκες κάνουν λιγότερα παιδιά καθώς, μετά το 1980 σημειώνεται χαμηλή γονιμότητα στις γυναίκες των ηλικιών 25 έως 44 ετών, δηλαδή των ηλικιών που γεννούν τα περισσότερα παιδιά. Επιπροσθέτως, την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, ιδίως από το 2010 και μετά, αρκετοί νέοι έφυγαν στο εξωτερικό.
Επομένως, ακόμα και αν κάθε γυναίκα αποκτούσε περισσότερα παιδιά, οι γεννήσεις δε θα μπορούσαν να επιστρέψουν εύκολα στα επίπεδα των προηγούμενων δεκαετιών, γιατί απλώς υπάρχουν στην Ελλάδα και λιγότερες γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.
Μπορούν να αυξηθούν οι γεννήσεις;
Στο κείμενο του ΙΔΕΜ, γίνεται απόλυτα κατανοητό, ότι η επιστροφή των γεννήσεων στο επίπεδο της δεκαετίας του 2010 (σ.σ. 2011-2020) είναι πρακτικά αδύνατη. Παρόλα αυτά, είναι πλήρως εφικτό να επιβραδυνθεί η μείωση και σταδιακά να υπάρξει μία μικρή αύξηση.
Βέβαια, αυτό ενέχει δύο βασικές προϋποθέσεις. Αρχικά, να υπάρχει ένα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, το οποίο πρακτικά σημαίνει να έρχονται στην Ελλάδα περισσότεροι νέοι από αυτούς που φεύγουν.
Εν συνεχεία, θα έπρεπε να αυξηθεί η γονιμότητα των νέων γενεών. Πιο συγκεκριμένα, αφού τώρα υπολογίζεται ότι ο δείκτης γονιμότητας ανέρχεται σε 1,5 παιδιά ανά γυναίκα, αυτός ο δείκτης θα πρέπει να μεταβληθεί στο 1,7 με 1,8.
Τι πολιτικές θα πρέπει να εφαρμοστούν;
Τα επιδόματα δεν επαρκούν, προκειμένου ένα νέο ζευγάρι να αποφασίσει να κάνει ένα παιδί, στο οποίο θα θέλει να του παρέχει όσα χρειάζεται, για να καλύψει τις ανάγκες του. Οι καθαρά οικονομικές ενισχύσεις έχουν περιορισμένη και κυρίως βραχυπρόθεσμη επίδραση. Για αυτό και κρίνεται απαραίτητο να γίνουν σημαντικές διορθωτικές αλλαγές, οι οποίες θα δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια.
Πρώτον, η Πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει, ώστε να μειωθεί σημαντικά το κόστος ανατροφής ενός παιδιού, κυρίως στα δύο βασικότερα αγαθά, την εκπαίδευση και την υγεία. Παράλληλα, θα πρέπει να στηριχθεί η συμφιλίωση οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής και των δύο γονέων, δηλαδή και οι δύο γονείς που θα πρέπει να εργαστούν, ώστε να μπορούν να συνδυάζουν την εργασία με τη γονεϊκότητα.
Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρξουν περισσότερες προσβάσιμες δομές προσχολικής ηλικίας. Αυτό μπορεί να είναι αρκετά βοηθητικό για τους γονείς που εργάζονται, προκειμένου να «αφήνουν» τα παιδιά τους, ιδίως όταν δεν έχουν κάποιον που μπορεί να αναλάβει τη φροντίδα τους τις ώρες που θα βρίσκονται στην εργασία τους.
Ακόμα, είναι απαραίτητο να βρεθεί λύση στο στεγαστικό πρόβλημα. Καθημερινά παρατηρείται άνοδος στην αγορά και στην ενοικίαση ακινήτων. Τα νέα ζευγάρια δυσκολεύονται με αυτόν τον τρόπο όχι απλά να αποκτήσουν τη δική τους οικογένεια, αλλά ακόμα να μείνουν μαζί σε ένα δικό τους σπίτι.
Μία σημαντική παράμετρος για να αυξηθούν οι γεννήσεις είναι και η προώθηση της ισότητας των φύλων. Η ανατροφή ενός παιδιού δεν είναι ζήτημα που απασχολεί ή επηρεάζει μόνο τις γυναίκες, είναι σημαντικό και οι άντρες να βοηθούν σε αυτή τη διαδικασία.
Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο μέτρο που πρέπει να προωθήσει η Πολιτεία, είναι να φροντίσει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των νέων στο μέλλον. Αρκετοί άνθρωποι, γυναίκες και οι άντρες βρίσκονται αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα για το αύριο, με αποτέλεσμα να μην είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν στη δημιουργία οικογένειας.
Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα λειτουργούν αποτρεπτικά στη γέννηση παιδιών. Τα τελευταία χρόνια οι νέοι έχουν έρθει αντιμέτωποι με αρκετές κρίσεις, όπως την οικονομική, την πανδημία, τις διεθνείς συγκρούσεις, ακόμα και την κλιματική αλλαγή, αυτοί οι παράγοντες περιορίζουν τα όνειρά τους.
Ποια είναι τα όρια των δημογραφικών πολιτικών;
Επισημαίνεται πως οι δημογραφικές αλλαγές δεν ανατρέπονται εύκολα, ενώ τα μεμονωμένα μέτρα δε δύνανται να φέρουν αποτελέσματα, πόσο μάλλον άμεσα. Όλα αυτά απαιτούν συνοχή, σταθερότητα, καθώς και έναν μακροχρόνιο σχεδιασμό.
Η δημογραφική πολιτική δεν ταυτίζεται μόνο με την οικογενειακή πολιτική. Αντιθέτως, έχει πολλούς παράγοντες που την επηρεάζουν και κάποιες φορές αυτοί οι παράγοντες μπορεί να είναι και ανασταλτικοί. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν της Πολιτείας ότι η θνησιμότητα και η μετανάστευση είναι μέρος του δημογραφικού ζητήματος.
Επίσης, υπογραμμίζεται στο κείμενο του ΙΔΕΜ, ότι δεν υπάρχει «ιδανικός» πληθυσμός από καθαρά δημογραφική σκοπιά. Ο στόχος εξαρτάται από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό όραμα μιας χώρας.
Ποιος ευθύνεται για αυτή την κατάσταση;
Η δραστική αντιστροφή της δημογραφικής συρρίκνωσης είναι εξαιρετικά δύσκολη, αλλά όχι ακατόρθωτη. Μάλιστα, ο ρεαλιστικός στόχος για την αλλαγή των συνθηκών δεν είναι η επιστροφή στα παλιά επίπεδα γεννήσεων, αλλά η επιβράδυνση της πτώσης και μια ήπια σταθεροποίηση.
Οφείλεται να τονιστεί ότι η αύξηση ή η μείωση της γονιμότητας εν προκειμένω δεν είναι θέμα «προσωπικών επιλογών» μόνο, αλλά κυρίως κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.
Χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις και αποκατάσταση εμπιστοσύνης στο μέλλον, η δημογραφική πορεία δεν μπορεί να αλλάξει και οι αριθμοί θα είναι ακόμα πιο απογοητευτικοί τα επόμενα χρόνια.
