Μαρκ Ρέιβενχιλ: «Στα ’90s νομίζαμε ότι τα McDonald’s θα έφερναν την ειρήνη, τώρα όλοι είναι γεμάτοι φόβο»

Ο κορυφαίος συγγραφέας, ιδρυτικό μέλος του οργισμένου in-yer-face κινήματος, μιλάει αποκλειστικά στο ΒΗΜΑ για το έργο του «Μπεν και Ίμο» που παρουσιάζεται σε πανελλήνια πρώτη στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, τον εφησυχασμό που έγινε φόβος και τη δική του εξέλιξη.

Μαρκ Ρέιβενχιλ: «Στα ’90s νομίζαμε ότι τα McDonald’s θα έφερναν την ειρήνη, τώρα όλοι είναι γεμάτοι φόβο»

Στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το ελληνικό κοινό θα δει πρώτη φορά το θεατρικό έργο Μπεν και Ίμο (2024) του ριζοσπαστικού Μαρκ Ρέιβενχιλ, κορυφαία φωνή του σύγχρονου βρετανικού θεάτρου. Το έργο «βουτά» στην αληθινή ιστορία και την ψυχολογία της παθιασμένης και συχνά ταραχώδους σχέσης ανάμεσα στον Μπέντζαμιν Μπρίττεν και την Ίμοτζεν Χολστ, που υπήρξαν θρυλικές μουσικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα.

Πολυσχιδής και πολυγραφότατος, ο Μαρκ Ρέιβενχιλ, πίσω στα χρόνια της δεκαετίας του ’90, καθιερώθηκε διεθνώς ως ένας από τους πρωτοπόρους θεατρικούς συγγραφείς στο πλαίσιο του κινήματος «in-yer-face»· ένα ρεύμα ωμό, επιθετικό και αμείλικτα προκλητικό, που γέννησε έργα όπως το δικό του Shopping and Fucking (1996), το οποίο γνωρίζουμε από τις μεταφορές του στην αθηναϊκή σκηνή.

Από το βίαιο στυλ των ’90s στον πολιτικό σχολιασμό, από την εξερεύνηση θεμάτων ταυτότητας και LGBTQ+ ιστορίας στην ευρύτερη (εξουσιαστική) διαπλοκή των ανθρώπινων σχέσεων (θυμίζουμε τη Ράβδο του που με επιτυχία έχει μεταφράσει και σκηνοθετήσει ο Γιώργος Σκεύας), ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας από το Δυτικό Σάσεξ με έδρα το Λονδίνο, απομακρύνθηκε περαιτέρω στα 00s από τον μοντερνιστικό ρεαλισμό, αλλάζοντας συνεχώς στυλ και θεατρική είδη, εντρυφώντας στη μουσική και την όπερα – δύο σημεία αναφοράς της τέχνης του που τον οδήγησαν σε συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως ο Μαρκ Άλμοντ, ο Ρόμπι Γουίλιαμς και ο Γκάι Τσέιμπερς.

Στο Μπεν και Ίμο, ο Ρέιβενχιλ εστιάζει σε δύο πρόσωπα που τον ενδιαφέρουν πολύ, παρακολουθώντας την συνεργασία του Μπέντζαμιν Μπρίτεν και της Ίμοτζεν Χολστ στο σπίτι εκείνου στην Ανατολική Αγγλία. Αν και οι δυο τους συνδέονται με ισχυρούς μουσικούς δεσμούς, βιώνουν εν έτει 1952 την πίεση των προσωπικών τους διαφορών και των κοινωνικών συνθηκών της εποχής.

«Μπεν και Ίμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, με τους Άρη Μπαλή και Αγγελική Παπαθεμελή. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Μαρκ Ρέιβενχιλ αντλεί υλικό από ημερολόγια και αρχεία, μεταφέροντας το έργο από το ραδιόφωνο στη σκηνή το 2024 από τον θίασο του Royal Shakespeare Company στο Swan Theatre και το 2025 στο Orange Tree του Λονδίνου.

Μιλώντας μας, ο Βρετανός καλλιτέχνης δεν κρύβει την ανυπομονησία του για να διαπιστώσει πώς το έργο θα γίνει δεκτό από το ελληνικό κοινό.

Κύριε Ρέιβενχιλ, πώς βλέπετε αυτή την συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή στην Ελλάδα; Ποια είναι η πρόκληση της μεταφοράς του έργου σε μια ξένη και διαφορετική από εκείνη του Λονδίνου, θεατρική σκηνή;

Είναι πολύ συναρπαστικό το γεγονός ότι το έργο θα παρουσιαστεί σε μια άλλη χώρα – πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από δύο χρόνια. Από μία άποψη, είναι μια πολύ βρετανική ιστορία, αλλά ταυτόχρονα ξεπερνά αυτό το πλαίσιο: αφορά δύο ανθρώπους που ενώνονται για να δημιουργήσουν ένα έργο τέχνης, καθώς και τις προκλήσεις, τις συγκρούσεις και τη φιλία που αναπτύσσονται ανάμεσά τους. Είμαι πραγματικά περίεργος να δω πώς θα ανταποκριθεί το ελληνικό κοινό — αν μια ιστορία τόσο ριζωμένη στο βρετανικό πλαίσιο μπορεί να συγκινήσει πέρα από τα σύνορα του Ηνωμένου Βασιλείου. Πιστεύω πως θα το κάνει, και αυτό είναι μια καλή δοκιμασία για το έργο.

«Ήταν πολύ δύσκολο για τους δύο αυτούς καλλιτέχνες να συνεργαστούν, αλλά ταυτόχρονα ήταν σαν να ζούσαν ένα λαβ στόρι: ερωτεύονταν ο ένας τον άλλον, χώριζαν και ερωτεύονταν ξανά στη διαδικασία της δημιουργίας της όπερας.»

Τι πρέπει να γνωρίζουν οι θεατές πριν δουν την παράσταση, κατά την άποψη σας; Το ιστορικό της πλαίσιο ίσως, τη σχέση του Μπέντζαμιν Μπρίτεν με την Ιμοτζεν Χολστ ή την υποδοχή της όπερας Gloriana την οποία προετοίμαζαν;

Ιδανικά, το έργο συνομιλεί με τους θεατές χωρίς να απαιτείται προετοιμασία. Αν είναι απαραίτητο, λίγη ιστορική γνώση βοηθά. Ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν ανέλαβε να γράψει τη Gloriana για τους εορτασμούς της στέψης της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄. Η όπερα έκανε πρεμιέρα το 1953, έπειτα από μια πολύ συμπυκνωμένη περίοδο γραφής — περίπου εννέα μήνες.

Ήταν η πρώτη φορά που ο Μπρίτεν έγραφε ένα έργο με κρατική επιχορήγηση – είχε μόλις εγκαινιαστεί το Arts Council και το πρόγραμμα κρατικής χρηματοδότησης προς τις τέχνες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι, προσπαθούσε να ανακαλύψει αν η δημιουργικότητα και το όραμά του μπορούσαν να ανθίσουν στο πλαίσιο μιας τόσο επίσημης εκδήλωσης. Και καθώς έπρεπε να γράψει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, εννέα μήνες για αυτή την τεράστια όπερα, προσκάλεσε την Ίμοτζεν Χολστ να γίνει συνεργάτης του. Ήταν η πρώτη φορά που άφηνε κάποιον άλλο να εμπλακεί τόσο στενά στη διαδικασία συγγραφής μιας από τις όπερές του, ήταν μια απίστευτη προσωπικότητα. Μερικές φορές ήταν πολύ δύσκολο για τους δύο αυτούς καλλιτέχνες να συνεργαστούν, αλλά ταυτόχρονα ήταν σαν να ζούσαν ένα λαβ στόρι: ερωτεύονταν ο ένας τον άλλον, χώριζαν και ερωτεύονταν ξανά στη διαδικασία της δημιουργίας της όπερας.

Το «Μπεν και Ίμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Το Ben and Imo ξεκίνησε ως θεατρικό έργο για το βρετανικό ραδιόφωνο και επιστρέψατε σε αυτό σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, στη διάρκεια της πανδημίας. Αισθανθήκατε ότι έπρεπε να δουλέψετε ξανά πάνω σε αυτή τη σχέση των δύο μουσικοσυνθετών;

Μου ανατέθηκε να γράψω ένα θεατρικό έργο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Μπρίτεν γύρω στο 2012. Θεωρούσα ότι η ραδιοφωνική εκδοχή ήταν καλή, αλλά ήξερα πως μπορούσε να γίνει καλύτερη· υπήρχαν ακόμη πράγματα να ανακαλυφθούν. Η ζωή προχώρησε και δεν είχα τον χρόνο να επιστρέψω σε αυτό.

Έπειτα, τον πρώτο χρόνο της πανδημίας, όλα σταμάτησαν και μείναμε όλοι στο σπίτι. Σκέφτηκα: να η ευκαιρία μου. Το ξαναέπιασα, έκανα νέα έρευνα και σκέψη, και το ανασύνθεσα — ουσιαστικά πολύ διαφορετικό από το ραδιοφωνικό έργο, και, νομίζω, πολύ καλύτερο. Χαίρομαι πολύ που είχα αυτή την παύση για να επιστρέψω σε αυτό.

«Για αυτό το λόγο, το Μπεν και Ίμο εξετάζει το πώς οι γυναίκες διαχρονικά υποστήριξαν το έργο των ανδρών εντούτοις η γυναικεία δημιουργικότητα παρέμεινε υποτιμημένη. Αυτή η ιστορία εξακολουθεί να μας αφορά.»

Το έργο είναι διαποτισμένο από τις αμφιβολίες των καλλιτεχνών, τις αγωνίες τους σχετικά με την προσθεμία παρουσίασης του έργου, τις προσδοκίες του κοινού. Πόσο επίκαιρες είναι αυτές οι αγωνίες των καλλιτεχνών;

Κάθε παράσταση έχει πάντα μια πρεμιέρα — υπάρχει πάντα η πίεση του χρόνου. Αυτό που ίσως συνειδητοποιούμε περισσότερο σήμερα είναι ότι ο Μπρίτεν είχε ήδη αποκτήσει τότε το καθεστώς του «ιδιοφυούς» στα μάτια της κοινωνίας — λόγω του ταλέντου του, ναι, αλλά και λόγω των έμφυλων στερεοτύπων. Εκείνη την εποχή, ήταν πολύ πιο δύσκολο να αποδοθεί σε μια γυναίκα το ίδιο κύρος, η αναγνώριση της ιδιοφυίας της. Η Ίμοτζεν έκανε τα πρώτα της βήματα ως πολλά υποσχόμενη μουσικός και συναρπαστική συνθέτρια κατά τη διάρκεια των σπουδών της, συνθέτοντας σημαντικό έργο και κάνοντας εξαιρετική δουλειά στην κοινότητα κατά τη διάρκεια του πολέμου για να ενθαρρύνει τους ερασιτέχνες και τα παιδιά να ασχοληθούν με τη μουσική.

Έίχε τη δυναμική να γίνει μια εξίσου αναγνωρισμένη συνθέτρια με τον Μπρίτεν, αλλά λόγω του φύλου της, αυτό δεν ήταν δυνατό. Και έτσι βρέθηκε στη θέση να υποστηρίζει και να διευκολύνει αυτό το ανδρικό ευφυές ταλέντο. Οι διαφορετικές ευκαιρίες για τις γυναίκες και τους άνδρες και ο τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες συχνά βρίσκονται να διευκολύνουν το έργο των ανδρών, νομίζω ότι είναι κάτι που εξακολουθεί να απασχολεί πολύ το κοινό. Συνειδητοποιούμε όλο και περισσότερο τώρα, τόσο ιστορικά όσο και κοινωνικά, ότι η δημιουργικότητα και η τέχνη των γυναικών δεν αναγνωρίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως των ανδρών. Αυτή η ιστορία εξακολουθεί να μας αφορά. Για αυτό το λόγο, το Μπεν και Ίμο εξετάζει το πώς οι γυναίκες διαχρονικά υποστήριξαν τους άνδρες εντούτοις η γυναικεία δημιουργικότητα παρέμεινε υποτιμημένη.

«Μπεν και Ίμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ με τους Άρη Μπαλή και Αγγελική Παπαθεμελή στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Είναι χρήσιμη – λέτε – η σύγκριση διαφορετικών χρονικών περιόδων και τα συμπεράσματα που αφορούν την εξέλιξη και τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα.

Νομίζω ότι είναι συναρπαστικό να γνωρίσεις αυτές τις δύο προσωπικότητες σε βάθος μέσω αυτού του έργου. Μιλάμε για ένα έργο χαρακτήρων όπου θα περάσεις τον χρόνο σου με δύο άτομα. Για μένα αποτέλεσε μια ευχάριστη διαδικασία κατά τη διάρκεια της δουλειάς στο lockdown, όταν ήμασταν απομονωμένοι. Οι δύο αυτοί άνθρωποι ήταν μαζί μου επί μήνες, ένιωσα μια οικειότητα και μια συντροφιά ζωτική, ενδιαφέρουσα.

Τι ελπίζετε να αποκομίσει το κοινό από το Μπεν και Ίμο;

Την ένταση της σχέσης. Αυτοί οι δύο επιτρέπουν ο ένας στον άλλον να είναι ολοκληρωτικά ο εαυτός τους από ό,τι με οποιονδήποτε άλλον κιι αυτό μπορεί να είναι απελευθερωτικό. Αλλά ταυτόχρονα πληγώνουν ο ένας τον άλλον πιο βαθιά από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο έχουν ενδεχομένως δίπλα τους. Για μένα, πρόκειται κυρίως για τη συναισθηματική εμπειρία μιας σχέσης με μεγάλο εύρος και διακυμάνσεις – πόνο, ελευθερία και τραύμα, όλα μαζί.

«Μπεν και Ίμο» με την Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ υπό τη διεύθυνση της Κωνσταντίνας Πιτσιάκου και τους Άρη Μπαλή και Αγγελική Παπαθεμελή. @Ανδρέας Σιμόπουλος

Η ψυχολογική ένταση και η μουσική κατέχουν βασική θέση στο έργο σας, κυρίως στο μουσικό θέατρο και την όπερα από όπου ξεκινήσατε πριν αναγνωριστείτε ως πρωτοπόρος του in-yer-face theatre και πολιτικό δράμα. Πώς διαχειρίζεστε αυτές τις δύο μορφές θεάτρου σήμερα;

Πριν την παραγωγή του πρώτου μου θεατρικού έργου, ασχολιόμουν αρκετά με την όπερα. Στην πραγματικότητα, πίστευα ότι αυτή ήταν η πορεία της ζωής μου περνώντας από διαφορετικά στάδια ως βοηθός σκηνοθέτη και στη συνέχεια ως σκηνοθέτης, δουλεύοντας με τραγουδιστές σε σχολές, μέχρι που έγινα (πολύ αργότερα) καλλιτεχνικός διευθυντής στο Little Opera House (King’s Head Theatre).

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, υπέθετα ότι η καριέρα μου θα ήταν στην όπερα. Έπειτα έγραψα το Shopping and Fucking, και γνώρισε μεγάλη επιτυχία· ο κόσμος ήθελε περισσότερα θεατρικά έργα, και ακολούθησα αυτόν τον δρόμο. Για πολύ καιρό, η όπερα πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Κάποια στιγμή σκέφτηκα: εξακολουθώ να έχω αυτή την εμπειρία και τον ενθουσιασμό για την όπερα, οπότε πώς μπορώ να επανασυνδεθώ; Το Μπεν και Ίμο ήταν μια ευκαιρία να συνδυάσω και τους δύο κόσμους — τη γνώση της όπερας και τη θεατρική γραφή.

«Όταν έγραφα το Shopping and Fucking στα μέσα της δεκαετίας του ’90, βρισκόμασταν σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο. Υπήρχε η αίσθηση του εφησυχασμού και της αυταρέσκειας σε μεγάλο μέρος του κόσμου· ότι ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, ότι κάθε χώρα θα εναρμονιζόταν με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και ότι θα επικρατούσε ειρήνη.»

Αν γράφατε σήμερα το Shopping and Fucking, τι είδους σοκ θα επιδιώκατε;

Δεν είμαι σίγουρος ότι ήθελα ποτέ πραγματικά να σοκάρω. Ο στόχος δεν ήταν να δημιουργήσω μεγάλο σοκ. Όταν έγραφα το Shopping and Fucking στα μέσα της δεκαετίας του ’90, βρισκόμασταν σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο. Υπήρχε η αίσθηση του εφησυχασμού και της αυταρέσκειας σε μεγάλο μέρος του κόσμου· ότι ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει, ότι κάθε χώρα θα εναρμονιζόταν με τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό και ότι θα επικρατούσε ειρήνη. Μέχρι και η φράση ότι μόλις κάθε χώρα αποκτήσει τις «Χρυσές Αψίδες» της McDonald’s δεν θα υπάρχει πλέον πόλεμος, είχε ακουστεί. Μου φαινόταν γελοίο και μάλλον αυτάρεσκο, αλλά το γενικό κλίμα υπαγόρευε πως όλα τα μεγάλα προβλήματα της ιστορίας είχαν ξεπεραστεί και αν κάθε χώρα υιοθετούσε το αμερικανικό μοντέλο, όλα θα πήγαιναν θαυμάσια. Ήθελα λοιπόν να γράψω ενάντια σε αυτόν τον εφησυχασμό.

Ωστόσο σήμερα βρισκόμαστε σε ένα πολύ διαφορετικό σημείο: όλοι είναι γεμάτοι φόβο, θυμό και αντιπαλότητα μεταξύ τους. Στην ουσία, στα ’90s έγραφα για να αμφισβητήσω την εφησυχασμό μας όμως τώρα δεν έχει νόημα, γιατί επικρατεί ο αντίθετος πόλος: πραγματικός θυμός και φόβος.

Με δεδομένο τον σημερινό θυμό και φόβο — την άνοδο του συντηρητισμού, την επιθετική ρητορική τύπου Τραμπ, την ακροδεξιά στην Ευρώπη — πώς μπορεί να απαντήσει το θέατρο;

Κάθε καλλιτέχνης έχει διαφορετική προσέγγιση σε αυτά τα μέτωπα. Στη δική μου δουλειά σήμερα, με ενδιαφέρει το πώς μπορούμε να είμαστε «μαζί». Στο διαδίκτυο και σε πλατφόρμες όπως το X, είμαστε εξοργισμένοι και διχασμένοι, όμως το θέατρο λειτουργεί αντίθετα, φέρνει τους θεατές σε πραγματικό χρόνο σε έναν χώρο για να μοιραστούν την εμπειρία της συλλογικής δουλειάς των ηθοποιών. Με ελκύει το θέατρο που βρίσκει ένα κοινό τόπο για όλους, που μας βοηθά να είμαστε ήρεμοι, στοχαστικοί, να γελάμε και να χαλαρώνουμε — όλα όσα δεν συμβαίνουν σε έναν καβγά στα social. Νομίζω ότι αυτό θέλω να κάνω με ένα θεατρικό έργο σήμερα, κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που έκανα όταν ξεκίνησα να γράφω πριν από 30 χρόνια.

Στα πρώιμα έργα σας, η σεξουαλικότητα και το σώμα λειτουργούσαν συχνά ως πολιτικές πράξεις. Παραμένουν η επιθυμία και η ταυτότητα πεδία πολιτικής σύγκρουσης;

Είναι ένα μεγάλο ερώτημα. Ως θεατρικός συγγραφέας, επικεντρώνομαι στο να αφηγηθώ μια ιστορία και να δημιουργήσω ένα θεατρικό έργο, παρά στο να θεωρητικοποιώ σε αυτό το επίπεδο. Ίσως είναι προτιμότερο να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση ένας ακαδημαϊκός.

Και το βρετανικό θέατρο σήμερα, σε ποιο επίπεδο βρίσκεται; Αποτελείτε κομμάτι της χρυσής εποχής του στη δεκαετία του ’90, του νέου τότε ρεύματος «in-yer-face».

Η ένταση γύρω από τα νέα έργα έρχεται και φεύγει. Αυτή τη στιγμή, το θέατρο στο Λονδίνο είναι πιο δημοφιλές από ποτέ — εκατοντάδες χώροι είναι γεμάτοι. Η δημοτικότητα σου δίνει κάτι πάνω στο οποίο μπορείς να χτίσεις· ένα μεγάλο κοινό, δημιουργεί τη δυνατότητα για νέα, συναρπαστική δουλειά. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή η στιγμή είναι ιδιαίτερα προοδευτική στη θεατρική παραγωγή, αλλά αρκούν μία έως τρεις δυνατές νέες φωνές για να πυροδοτήσουν αυτή την ενέργεια. Ίσως περιμένουμε ένα νέο κύμα.

Τα έργα σας είναι δημοφιλή στην Ελλάδα — η Ράβδος μάλιστα ανέβηκε και τη φετινή χρονιά στην Αθήνα. Παρακολουθείτε το ελληνικό θέατρο;

Όχι στενά, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια συντονίζω μια ομάδα συγγραφέων με ένα Φεστιβάλ στο Κόσοβο — την ονομάζουμε Ομάδα Θεατρικών Συγγραφέων των Βαλκανίων — με συγγραφείς από βαλκανικές χώρες όπως η Σερβία, η Βόρεια Μακεδονία, το Κόσοβο και η Ελλάδα. Είχε ενδιαφέρον να εξερευνήσουμε αν υπάρχει μια κοινή βαλκανική ταυτότητα και πώς οι νέοι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς νιώθουν συνδεδεμένοι — ή όχι — με αυτήν.

Την επιρροή του δικού σας έργου πάντως στους Έλληνες θεατές θα τη διαπιστώσετε από κοντά στην πανελλήνια πρεμιέρα του Μπεν και Ίμο.

Ελπίζω πως ναι. Αυτό σκοπεύω να κάνω.

INFO «Μπεν και Ίμο» του Μαρκ Ρέιβενχιλ σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, από τις 22 Ιανουαρίου έως τις 14 Φεβρουαρίου 2026, για 15 παραστάσεις. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμηνεύουν ο Άρης Μπαλής και η Αγγελική Παπαθεμελή.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version