Φαντάζει μακριά αν βρίσκεσαι στην Αθήνα, ή μάλλον το νιώθεις έτσι γιατί δεν είναι μέσα στα πόδια σου όπως οι άλλες γκαλερί του κέντρου, όμως η οδός Πολυδεύκους, αυτή η νησίδα πολιτισμού ανάμεσα στα συνεργεία αυτοκινήτων, τις αποθήκες και τις τελευταίες βιομηχανικές μονάδες μεταλλουργίας, προϋποθέτει τελικά μόνο τη διάθεση για να ξεπεράσεις την αγκύλωση της απόστασης και του χρόνου. Αν μη τι άλλο είναι μόνο 15-20 λεπτά από το Κουκάκι, για παράδειγμα, και μόλις 5 λεπτά από τον Ηλεκτρικό του Πειραιά, σε έναν δρόμο παράλληλο πίσω από την ακτή Κονδύλη.

Σε αυτόν τον δρόμο λοιπόν, η χάρη του οποίου έχει φτάσει και στην εφημερίδα «The New York Times» μέσα από ένα ενθουσιώδες άρθρο τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε, το πρώτο και σταθερό σημείο αναφοράς είναι η γκαλερί Rodeo της Σύλβιας Κούβαλη. Με την εμπειρία της Κωνσταντινούπολης απ’ όπου ξεκίνησε η Κούβαλη, αλλά και του Λονδίνου όπου είναι ακόμη ενεργή, στην πετρόκτιστη πρώην αποθήκη των αρχών του 20ού αιώνα όπου εγκαταστάθηκε το 2018 στον Πειραιά πραγματοποιούνται ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες εκθέσεις της πόλης, ατομικές και ομαδικές. Συνήθως, δε, συνοδεύονται από κείμενα – πρωτότυπα υποκατάστατα επιμελητικών κειμένων που συνιστούν από μόνα τους ένα έργο τέχνης – παράπλευρο και συμπληρωματικό με όσα παρουσιάζονται στις τρεις τους διαστάσεις. Οπως για παράδειγμα η επιστολή που είχε στείλει ο κύπριος εικαστικός Χριστόδουλος Παναγιώτου στη Σύλβια Κούβαλη με την αφορμή της διοργάνωσης δύο ατομικών εκθέσεών του σε Λονδίνο και Πειραιά, το περασμένο καλοκαίρι. Γιατί στη Rodeo οι εκθέσεις διοργανώνονται συνήθως ανά δύο, μία στον Πειραιά και μία στο Λονδίνο, για να υπάρχει μια συνομιλία μεταξύ τους. Εκτός βέβαια από το κείμενο, διακρίνονται αναπόφευκτα ίσως και για το μελετημένο, ενίοτε ποιητικό και μελαγχολικό σκεπτικό τους, το οποίο προσφέρει στα έργα μια διακριτική αλλά ουσιαστική συγκινησιακή φόρτιση.

Γλυπτό του Ντέιβιντ
Ντουάρντ, «Untitled»
(2014)

Μια απόκριση στην κατάθλιψη

Αυτή την περίοδο η Κούβαλη επιμελείται την «ανάβασις*», μια ομαδική έκθεση-απόκριση στην κατάθλιψη του βεβαρυμένου χειμώνα μας με έργα ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών που εκπροσωπεί η γκαλερί (και κάπως έτσι μαθαίνουμε ότι ο Θανάσης Τότσικας και η Ιρις Τουλιάτου θα ενταχθούν στο «δυναμικό» της). Στην πρώτη αίθουσα της πάλαι ποτέ αποθήκης η Κούβαλη έχει τοποθετήσει έργα που λειτουργούν ως φορείς σωματικών δράσεων. Οπως εξηγεί η ίδια, εκεί φιλοξενούνται έργα που πραγματεύονται το πώς νιώθουμε, κατανοούμε, το πώς μπαίνουμε σε έναν χώρο και σχετιζόμαστε με αυτόν (χωρικά, ιστορικά και σωματικά).

Στον χώρο δεσπόζει το έργο «Untitled #07 g/j» (2019) της Χάριτος Επαμεινώνδα, μια μεγάλη εγκατάσταση που μοιάζει με ένα παραβάν από καθρέφτη εξωτερικά, εκεί όπου αντικατοπτρίζεται και κατακερματίζεται ο χώρος και λειτουργεί ως η επιβεβαίωση της ύπαρξης των υπόλοιπων έργων-φορέων των δράσεων. Οπως η εγκατάσταση «The weighing» (2022) του Θανάση Τότσικα, ένας ζυγός όπου το μάρμαρο και το κεραμικό, «το σπασμένο, το ευρεθέν και το τοποθετημένο», αναμετρώνται και βγαίνουν ίσα στο ζύγι. Ή τα κεραμικά γλυπτά του Ιαν Λόου τα οποία φέρουν πάνω τους τη δράση του καλλιτέχνη που τα φιλοτέχνησε, ενώ έχουν γίνει παράλληλα ένα δοχείο για ένα σώμα, αυτό της τρισδιάστατης φιγούρας που μπορεί να συνιστά μια ξεθωριασμένη ανάμνηση του καλλιτέχνη.

Ταυτόχρονα, το αντικατοπτρικό έργο της Επαμεινώνδα λειτουργεί το ίδιο ως φορέας της σωματικής δράσης του επισκέπτη, ο οποίος δημιουργεί ανάλογα με τη θέση του νέες σχέσεις και συνάψεις μεταξύ των έργων. Το, δε, απόλυτο μαύρο στην εσωτερική πλευρά της εγκατάστασης της Επαμεινώνδα θα έλεγε κανείς ότι μεταφέρει πιο μύχιες ή λιγότερο προφανείς θεάσεις του κόσμου και του εαυτού.

«ONE-self» (2015)
της Σίντσελ
Μάινες Χάνσεν

Η ανάβαση γίνεται «ανάληψη»

Στη δεύτερη αίθουσα, όπου η ανάβαση γίνεται «ανάληψη» και φιλοξενούνται έργα που «υποδέχονται, προσκαλούν και επιτρέπουν σε εμάς τα σώματα να χρησιμοποιούμε και να καταναλώνουμε», το πάτωμα είναι στρωμένο από ένα μαλακό χαλί που όταν το πατάς «τρίζει» περίπου όπως το πατημένο χιόνι – μια αίσθηση που ενισχύεται από το γεγονός ότι οι πατημασιές το λερώνουν ελαφρώς έτσι όπως ο τάπητας γίνεται φορέας μνήμης της παρουσίας των επισκεπτών στην γκαλερί. Ο ψυχρός αέρας από την εγκατάσταση με ανεμιστήρες της Ιριδος Τουλιάτου «Emotional Infinity (The sound of them coming back amplified and looped)» (2022) ενισχύει αυτή την εντύπωση ενώ εντείνει την αίσθηση αναγκαιότητας για εγγύτητα που έχει προκύψει μετά την παρατεταμένη πανδημία. H γλυπτική εγκατάσταση από χαλκό «Her Body» (2014) της Ταμάρα Χέντερσον παραπέμπει σε ένα μπαρ που έχει δεχθεί πολύ κόσμο αν κρίνει κανείς από τη φθαρμένη, χρωματιστή επιφάνειά του και θυμίζει πώς μπορείς να στηριχτείς πάνω της, να γνωρίσεις ανθρώπους, να πιεις, να σχετιστείς και να ζεσταθεί η καρδιά σου έστω και για λίγο από την υπόσχεση του μοιράσματος που τόσο μας έχει λείψει. Είναι πολύ εύκολο να ξεχάσεις στη Rodeo ότι πρόκειται για έναν χώρο με εμπορικό χαρακτήρα και να νιώσεις ότι βρίσκεσαι στην αίθουσα ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης. «Το ένα δεν αναιρεί το άλλο και εγώ άλλωστε δεν έκανα ποτέ αυτόν τον διαχωρισμό» θα πει η Σύλβια Κούβαλη στο «Βήμα». «Είναι μια θέση που το κοινό την ενστερνίζεται, δεν θέλει απλώς να αγοράσει κάτι με χρώμα για το σαλόνι του, αλλά και πράγματα που θεωρούνται «δύσκολα»».

Οταν και ο ήλιος είναι χολή

Η παρακείμενη The Intermission της Αρτέμιδος Μπαλτογιάννη άνοιξε τον Σεπτέμβριο του 2019 και λειτουργεί ως χώρος παρουσίασης του έργου καλλιτεχνών οι οποίοι εκπροσωπούνται από γκαλερί του εξωτερικού, εξάλλου η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως art advisor με έδρα το Λος Αντζελες, όπου και πηγαινοέρχεται. Ωστόσο, εξαιτίας της πανδημίας και της μείωσης της διεθνούς κινητικότητας, η Μπαλτογιάννη διοργάνωσε στη The Intermission και εκθέσεις δύο καλλιτεχνών που δεν εκπροσωπούνται από κάποια γκαλερί, της Zoe Paul και του Νίκου Μπάικα. Και στη δική της περίπτωση, το κτίριο που επέλεξε υπήρξε μια αποθήκη των αρχών του 20ού αιώνα που έχει ανακαινιστεί για να δημιουργηθεί εντός του μια απολύτως μίνιμαλ και φευγαλέα ενθύμηση του παλιού του χαρακτήρα και όπου κάθε φορά σκηνογραφείται ο χώρος για να αναδείξει τα έργα ανάλογα με τις ανάγκες κάθε έκθεσης. Αυτή την περίοδο που φιλοξενεί την ατομική έκθεση «Sun is bile» (Ο ήλιος είναι χολή) του 33χρονου Κούπερ Τζακόμπι, η διαδρομή μέσα στα λίγα τετραγωνικά του χώρου σε οδηγεί στην «κοιλιά» ενός σώματος ή του κόνσεπτ της έκθεσης.

Γενική άποψη από την έκθεση
του Κούπερ Τζάκομπι στον
εκθεσιακό χώρο The Intermission

Σε αυτήν κυριαρχούν τέσσερις επιβλητικοί, μυστηριώδεις και ολίγον μακάβριοι φανοστάτες. Φέρουν εντός τους κομμάτια από εσωτερικά όργανα για φακούς, αλλά και εντόσθια ζώων από σιλικόνη, με αποτέλεσμα να μοιάζουν εγκλωβισμένα σε μια εναλλακτική διάσταση και να θυμίζουν ιεροτελεστία από σενάριο σε ταινία επιστημονικής φαντασίας-τρόμου. Για τον Τζακόμπι τα εντόσθια συνδέονται με τις πρώτες μορφές πρόβλεψης για το μέλλον μέσα από την εξέταση των σπλάχνων ενός θυσιασμένου ζώου και συνδέονται με το ερώτημα «πώς θα επιβιώσω;» που αναγράφεται σε μια μικρή οθόνη πάνω σε τέσσερις θερμοστάτες που παρακολουθούν τη θερμοκρασία στον χώρο αλλά δίνουν και απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Η Μπαλτογιάννη ακολούθησε τη φίλη και παλιά συνεργάτιδά της Κούβαλη στην Πολυδεύκους. Οπως θα πει στο «Βήμα»: «Αφενός μου άρεσε πολύ ο χώρος και αφετέρου εδώ βρισκόταν μια γκαλερί, η Rodeo, που με εκφράζει το πρόγραμμά της και απευθύνεται σε ένα αντίστοιχο κοινό, γι’ αυτό και ήρθα στη γειτονιά. Οποιος θέλει να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα των εικαστικών στην πόλη σίγουρα θα έρθει και από εδώ. Υπάρχει συνεχής, σταθερή ροή με κόσμο που έρχεται για να παρακολουθήσει τις εκθέσεις. Τώρα τι θα συμβεί με όλα όσα γίνονται στην Ουκρανία δεν μπορώ να το προβλέψω. Αυτό είναι ένα ερώτημα ευρύτερης οικονομικής φύσης και όχι αγοράς τέχνης μεμονωμένα. Προφανώς όλοι περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει». Ή όπως θα συμπληρώσει η Κούβαλη: «Είναι λίγο απάνθρωπο να σκεφτόμαστε σε μια τέτοια στιγμή την αγορά».

Και Κάστορος και Πολυδεύκους

Στο εικαστικό δίπολο Rodeo – The Intermission παρεμβάλλεται μια γκαλερί με στόχευση το ντιζάιν. Η μεταφορά της Carwan Gallery από τον Λίβανο στην Ελλάδα και στο νούμερο 39 της οδού Πολυδεύκους ύστερα από 10 χρόνια παρουσίας στη Βηρυτό θεωρήθηκε επιβεβλημένη εξαιτίας της ολοένα και μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης στη χώρα. Οι ιδιοκτήτες της, ο Καναδός Νικολά Μπελαβάνς-Λακόντ και ο Γάλλος Καντάν Μόις, εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στο collectible design, δηλαδή στην παρουσίαση χρηστικών αντικειμένων που βρίσκονται πολύ κοντά στην τέχνη και διατίθενται σε περιορισμένο αριθμό. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε επεκτάθηκαν και στον παράλληλο δρόμο που είναι η οδός Κάστορος, σε (άλλη μια) παλιά αποθήκη 100 τ.μ., η οποία χρησιμοποιείται για τη μεταφορά και αποθήκευση των αντικειμένων αλλά και για ατομικές και ομαδικές εκθέσεις και γενικά για δραστηριότητες που συνδέονται με τον σχεδιασμό και τη δημιουργία αντικειμένων ντιζάιν. Στους δύο χώρους παρουσιάζονται αυτή την περίοδο έργα και αντικείμενα της βελγικής κολεκτίβας BRUT (στην Κάστορος), όπως και μια ατομική έκθεση του μέλους της, Λίντε Φρέγια Τάνγκελντερ (στην Πολυδεύκους).

Γενική άποψη από την
έκθεση με έργα της
ολλανδής ντιζάινερ Λίντε
Φρέγια Τάνγκελντερ
στην Carwan gallery

Οπως θα πει στο «Βήμα» ο υπεύθυνος Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων της γκαλερί, Κρις Κοσάιφι: «Είναι πολύ λίγες οι γκαλερί στην Αθήνα που έχουν αυτή τη στόχευση. Μάθαμε πρόσφατα ότι και η The Breeder θα αρχίσει να παρουσιάζει collectible design και πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό για την πόλη της Αθήνας. Η πορεία μας στον Πειραιά και την Ελλάδα είναι καλή, καθώς μέσα από την παρουσίαση ταλαντούχων και καταξιωμένων σχεδιαστών από την Ελλάδα και το εξωτερικό κερδίζουμε σταθερά την προσοχή και το ενδιαφέρον. Η συγκεκριμένη χρονική στιγμή είναι μια ιδιαίτερα περίπλοκη περίοδος, η αρχή της εξόδου από την πανδημία βρίσκει τη Ρωσία να έχει εισβάλει στην Ουκρανία. Υπάρχει αμηχανία, πολλοί δεν θέλουν να ανεβάζουν στα κοινωνικά δίκτυα «ανάλαφρα» θέματα που συνδέονται με τον πολιτισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κόσμος θα σταματήσει να θέλει να ομορφαίνει το περιβάλλον του για να αποσπάται έστω για λίγο μέσα τις εκφάνσεις του πολιτισμού που του προσφέρουν μια ανακούφιση».