Ενας καλοντυμένος παππούς που συνοδεύει τα εγγόνια του, φορτωμένα τις σχολικές τους τσάντες. Μια χαμογελαστή μαύρη κυρία που κοντοστέκεται και σιάζει τον εντυπωσιακό κεφαλόδεσμό της. Ενας νεαρός που φωνάζει κάπως αδέξια τον σκύλο του. Μια κοπέλα που λύνει με ένταση μια παρεξήγηση μιλώντας στο κινητό της τηλέφωνο. Φωκίωνος Νέγρη, στις αρχές της εβδομάδος, με ήλιο αλλά και την ψύχρα του φθινοπώρου πλέον αισθητή. Οση ώρα συνομιλούσαμε με τον Χρήστο Α. Χωμενίδη, καθισμένοι σε ένα καφέ στο οποίο συχνάζει, σχηματιζόταν από πίσω του, σαν αυτοσχέδιο φόντο της καθημερινότητας, με τα χρώματα και τους ήχους της, η πολυπολιτισμική ανθρωπογεωγραφία της περιοχής στην οποία μεγάλωσε και εξακολουθεί να ζει.

Χρήστος Α. Χωμενίδης

Ο Τζίμης στην Κυψέλη

Εκδόσεις Πατάκη, 2021, σελ. 368,

τιμή 17,70 ευρώ

Κάποια στιγμή, ενώ ο γνωστός συγγραφέας εξηγούσε στο «Βήμα» πώς και πού διαφέρει από τον ήρωα του καινούργιου του βιβλίου με τίτλο Ο Τζίμης στην Κυψέλη, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμφανίζεται ένας άνδρας, τον πλησιάζει, τον χτυπάει φιλικά στην πλάτη και «γεια σου, ρε Τζιμάκο!» του λέει. Ο Χωμενίδης, ελαφρώς αιφνιδιασμένος, αντιδρά γρήγορα και «εσύ είσαι πιο Τζίμης από μένα, ρε φίλε» του αντιγυρίζει. Γιατί ο άλλος ήταν πιο Τζίμης από τον ίδιο; «Μα γιατί είναι ο ιδιοκτήτης του καφέ! Ξέρετε, το είχα αυτό, μπορείτε να το πείτε και φαντασιακό απωθημένο, ήθελα να γίνω μικροεπιχειρηματίας. Ισως επειδή τέτοιου είδους μαγαζιά – ένα μίνι μάρκετ ας πούμε – λειτουργούν ως κόμβοι οικειότητας και συγχρωτισμού μέσα στις γειτονιές. Πριν από χρόνια, όταν διέμενα στην Κέρκυρα, είχα κάνει στ’ αλήθεια την απονενοημένη σκέψη να αγοράσω ένα εστιατόριο όπου απολάμβανα ιδιαιτέρως το φαγητό. Ευτυχώς με συνέφεραν και ήρθα στα συγκαλά μου, διότι είναι άλλο να τρως σε ένα εστιατόριο και άλλο να διατηρείς ένα ως ιδιοκτήτης».

 

Το θέατρο και ο κόσμος του

Ιδιοκτήτης όμως είναι και ο πρωταγωνιστής του νέου του μυθιστορήματος, όχι εστιατορίου βεβαίως, αλλά θεάτρου, πιο συγκεκριμένα της σκηνής «Πέτρος Γρύλος» (κληρονομιά των θετών γονέων του). «Φανταστείτε ότι αν υπήρχε όντως το θέατρο, θα ήταν κάπου εκεί, λίγα μέτρα πιο πέρα» έδειξε με το χέρι ο Χωμενίδης. «Θα μπορούσε τώρα ο Τζίμης να είναι έξω, να τριγυρίζει, να επιδίδεται σε ό,τι απολαμβάνει περισσότερο, να μυρίζει την ανθρωπίλα αυτής της συνοικίας, τι να σας πω, τον έχω αγαπήσει τον ήρωά μου» συνέχισε. Ο Τζίμης είναι 58 ετών (τέσσερα χρόνια γηραιότερος από τον άνθρωπο που τον επινόησε) και βρίσκεται στα πρόθυρα ενός κρίσιμου επαναπροσδιορισμού, του βίου και του χαρακτήρα του. Ως παραγωγός, με τους καλλιτεχνικούς του συνεργάτες, έχοντας σταθεί όρθιος εν μέσω πανδημίας, ετοιμάζεται για την πρεμιέρα του έργου «Περονόσπορος», το οποίο συνδέεται με ό,τι ακόμη βιώνουμε.

Το θέμα ωστόσο είναι αλλού, στην υπαρξιακή περιπέτεια και στις απίθανες καταστάσεις που περιμένουν τον «θεατρώνη» Τζίμη σε κάμποσες γωνίες. «Την ιστορία «θέατρο» την ξέρω καλά. Αν δημοσίευα το αυθεντικό μου βιογραφικό – που δεν θα το κάνω ποτέ, εννοείται – θα το καθιστούσα σαφές. Εχω, για ποικίλους λόγους, και προσωπικούς, μια ικανοποιητική ιδέα για τον χώρο, τις αγωνίες του. Είχα δε την ευκαιρία να παρακολουθήσω τα πράγματα και από μέσα, όταν ανέβηκε το μυθιστόρημά μου «Νίκη» στο θέατρο, το 2017. Πιστεύω πάντως ότι η παλέτα, το πεδίο που κάθε φορά επιλέγεις να διερευνήσεις σε ένα βιβλίο, οφείλει να είναι μισογνωστό-μισοάγνωστο. Να το ξέρεις δηλαδή τόσο πολύ ώστε, αφενός, να μη λες μπούρδες και, αφετέρου, τόσο λίγο ώστε να έχεις το κίνητρο να το ανακαλύψεις. Θέατρο με πήγαιναν οι δικοί μου από πολύ μικρό, τα καλοκαίρια στις ανοιχτές επιθεωρήσεις και τους χειμώνες στον Κάρολο Κουν, παντού με πήγαιναν. Θυμάμαι όταν ήμουνα πιτσιρικάς, ούτε δώδεκα, περπατούσα μια μέρα με τον πατέρα μου στην Πατησίων. Μπροστά από το «Μινώα» (δεν υπάρχει πια, έχει γίνει πάρκινγκ) σταματάει εκείνος και με ρωτάει αν είχα δει ποτέ ζωντανά τη Βλαχοπούλου και τον Σταυρίδη. Οχι, του λέω. Βγάζει αυθόρμητα εισιτήρια και με μπάζει μέσα, να δούμε την παράστασή τους. Μου φάνηκε μαγικό. Επειδή τότε τις σχετικές εξόδους τις προγραμμάτιζαν βδομάδες πριν. Στα μυαλά των δικών μου το θέατρο ήταν κάτι per se σημαντικό. Τους είχαν ψηλά τους ηθοποιούς. Οπως άλλωστε κι εγώ. Για έναν επιπλέον λόγο πια, όχι μόνο ως θεατής. Ως συγγραφέας, εγώ μεταμορφώνομαι στους ήρωές μου, όποτε γράφω. Εκείνοι, οι ηθοποιοί, το κάνουν αυτό σχεδόν κάθε βράδυ. Είναι δύσκολο, είναι φοβερό αυτό, να είσαι ηθοποιός» ανέφερε ο Χωμενίδης. «Την άνοιξη του 2020, που λέτε, όταν έσπασε η πρώτη καραντίνα, καθόμουν με την αγαπημένη μου στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου και το συλλογιζόμουν: ήθελα, μετά από τόσα βιβλία, να γράψω για κάτι που συμβαίνει εδώ και τώρα, να κάνω μια αποφασιστική στροφή στον ρεαλισμό».

Πράγματι, τελευταία φορά που το επιχείρησε αυτό ήταν μάλλον με Το σπίτι και το κελί (2005). «Η μεγαλύτερη πρόκληση για εμένα, το ζητούμενο ήταν να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα που δεν είναι ούτε μέσος ούτε μέτριος ούτε καν κανονικός, αλλά κάποιον που φαίνεται κανονικός, διότι ανταποκρίνεται σε ένα δεδομένο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο. Γιατί αν πάρεις είτε έναν από το πάνω περιθώριο, έναν πάμπλουτο, είτε έναν από το κάτω περιθώριο, έναν πάμφτωχο, έχεις πολλές ευκολίες και δεν αποκλείεται να διολισθήσεις σε εντυπωσιασμούς ή απλώς ανοησίες».

Ο δημοφιλής έλληνας συγγραφέας με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημά του «Ο Τζίμης στην Κυψέλη» μιλάει στο «Βήμα» για την προσέγγιση του παρελθόντος, τη σημερινή Ελλάδα, την τέχνη και τη σημασία τού να απολαμβάνει κανείς τις μικρές χαρές της ζωής

 

Τζίμης, ο μικρομεσαίος

Ο Τζίμης, για να επανέλθουμε, ένα σημερινό υβρίδιο του πάλαι ποτέ μικρομεσαίου, νιώθει ότι έχει ένα λιθάρι να του πλακώνει το στήθος και θέλει να απαλλαγεί από δαύτο. «Είναι λίγο συγχυσμένος γιατί είναι μορφωμένος, είναι καλαίσθητος αλλά δεν μπορεί να έχει ένα θέατρο που παίζει βλακείες. Προσπάθησε να το κάνει σοβαρό, αλλά κανείς δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά, ούτε τον ίδιο ούτε τη σκηνή του (ούτε καν τον «Μικρό Γρύλο», το ποιοτικό του υπόγειο). Ο χώρος τον θεωρεί παρακατιανό κι αυτό τον ενοχλεί. Πλην όμως το αντέχει αυτό για τρεις δεκαετίες και πλέον! Πότε τον νοιάζει τον Τζίμη και πότε όχι. Οταν το σκέφτεται, στενοχωριέται, όταν το ξεχνάει, είναι όλα καλά, σαν να παθαίνει συναισθηματική αμνησία. Κοντολογίς είναι – όπως όλοι μας, ασφαλώς – βουτηγμένος στις αντιφάσεις του. Το ίδιο ισχύει και με το παρελθόν. Απεχθάνεται τη νοσηρή νοσταλγία, αλλά τον απασχολούν κιόλας τα περασμένα, δεν κάνει χωρίς αυτά». Από την άλλη μεριά, «έχει μια τεράστια ευλογία ο Τζίμης, είναι μικρόχαρος. Είναι σπουδαίο αυτό. Να τρέφεσαι ψυχικά με τις μικρές χαρές της ζωής σου. Είναι ένας μικρός θεός (του δωδεκάθεου) που του αρέσει, που γουστάρει το καθετί. Ομως, αδυνατεί να καταλάβει τι ακριβώς συντελείται γύρω του, έχει μια υστέρηση να αντιληφθεί πώς αλλάζει ο κόσμος, από τη στάθμη των ηθών μέχρι την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας. Στο τέλος της αφήγησης, το συνειδητοποιεί αυτό. Κι εγώ είμαι μικρόχαρος σαν τον Τζίμη. Κάθε μέρα βρίσκω κάτι μικρό να μου δώσει χαρά. Κι αν δεν βρω, ας πούμε, έχω μια σταθερή εναλλακτική, τα βράδια, πριν πέσω για ύπνο, όταν νανουρίζω τον εαυτό μου με ιστορίες που πλάθω εκείνη την ώρα. Σημειώσεις δεν κρατώ. Αν κάτι έχει αξία, δεν είναι φύρα απλώς, θα επανέλθει μόνο του».

Ο Τζίμης έχει μια κόρη, την 19χρονη Κερασίνα, η οποία τα έχει με τον Ισίδωρο, έναν γλυκύτατο μιγά που παίζει μπάσκετ, «γέννημα-θρέμμα προφανώς της Κυψέλης», γράφει όλο νόημα ο Χωμενίδης. «Γνησίως φιλελεύθερος ο Τζίμης. Προτιμά να είναι η θυγατέρα του με ένα τέτοιο αγόρι, παρά με κάνα φλώρο. Δεν ξέρω αν ο ίδιος ο Τζίμης είναι λαϊκός, έχει όμως σίγουρα μέσα του το αίτημα της λαϊκότητας. Του αρέσει αυτό. Και πιστεύει στην κοινωνική κινητικότητα, ασχέτως αν εκτιμά ότι αυτή στην Ελλάδα θα χαθεί. Δεν είναι όμως μια πολιτική άποψη αυτή ακριβώς. Αλλωστε σε περίπτωση που ρωτούσαν τον Τζίμη αν είναι αριστερός ή δεξιός, θα έβαζε τα γέλια». Γιατί; «Γιατί στην Κυψέλη ήμασταν ανέκαθεν πάνω από όλα αυτά» αποκρίθηκε ο συγγραφέας και πήρε να αφηγείται μια άλλη ιστορία, όταν ο δεξιός διοικητής του αστυνομικού τμήματος, το έτος 1949 μάλιστα, έκατσε να χάσει στην πρέφα για να κάψει τον «φάκελο» του αριστερού του πατέρα, ώστε να μπορέσει ο τελευταίος να φοιτήσει στη Νομική Σχολή. «Μετρούσαν τα πρόσωπα, οι άνθρωποι. Για αυτό και ο Τζίμης, λόγου χάριν, αυτά τα δίπολα τα βλέπει όχι αφ’ υψηλού αλλά σχετικοποιημένα. Ολοι οι χαρακτήρες μου έχουν κάτι από μένα, εξυπακούεται. Αλλά έχουν και τη δική τους αυτονομία. Η καθήλωση στο παρελθόν είναι μέγα πρόβλημα για την κοινωνία μας. Εγώ προσπαθώ τουλάχιστον να προσεγγίζω το παρελθόν απροκατάληπτα και να μην το εξιδανικεύω. Και να μην τρώω αμάσητους διάφορους μύθους που προέρχονται από ύποπτες πηγές. Στη «Νίκη» έδειξα ότι σε όλους τους πολιτικούς χώρους υπήρχαν και καθοίκια και υπέροχοι άνθρωποι».

«Η καθήλωση στο παρελθόν είναι μέγα πρόβλημα για την κοινωνία μας. Εγώ προσπαθώ τουλάχιστον να προσεγγίζω το παρελθόν απροκατάληπτα. Και να μην τρώω αμάσητους διάφορους μύθους που προέρχονται από ύποπτες πηγές»

 

Παρωδία και ρεαλισμός

Εν τέλει, ρωτήσαμε τον Χρήστο Α. Χωμενίδη, είστε «παρωδιακός» συγγραφέας; «Ελπίζω να μη διακινείται ακόμη αυτό. Είναι τελείως αβάσιμο αυτό με την παρωδία, κατά τη γνώμη μου. Διότι όποιος ζει λίγο παραπάνω στον πραγματικό κόσμο – και δεν συναγελάζεται μόνο με ανθρώπους συγκεκριμένης στόφας, ενός υψηλού επιπέδου υποτίθεται – θα καταλάβαινε ότι εγώ είμαι ένας απόλυτος ρεαλιστής, έως νατουραλιστής θα έλεγα, συγγραφέας. Οι ίδιοι οι άνθρωποι είναι που αυτο-παρωδούνται! Αρα, τι κάνω εγώ; Δεν τους σοβαρεύω. Δεν τους φοράω σιδερωμένα ρούχα, δεν τους χτενίζω, κυριολεκτικώς ή μεταφορικώς. Τους παρουσιάζω, θεωρώ, όπως είναι. Οποιος θέλει comme il faut ιστορίες, ας τις αναζητήσει αλλού, όχι σε μένα. Είμαι κατηγορηματικός και ελαφρώς ενοχλημένος τώρα που σας απαντώ. Γιατί πιστεύω ότι, ως συγγραφέας, πατώ γερά στη γη, είμαι μέσα στη ζωή, ξέρω τι γίνεται. Εν πάση περιπτώσει, όταν γράφω έναν ήρωα ή μια ηρωίδα, ξέρω πόσα λεφτά έχει στην τσέπη του, τι νούμερο παπούτσι φοράει και άλλα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα…» τόνισε.

«Δεν γίνεται τώρα, είμαι έτοιμος να χριστώ παπάς»

Προς το τέλος της κουβέντας μας, χτύπησε το κινητό του (ήχος κλήσης ένα κρώξιμο, μια πάπια ίσως;) και, ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, απάντησε «ναι, αλλά δεν γίνεται τώρα, είμαι έτοιμος να χριστώ παπάς, είμαι έξω από τον ναό ήδη, φοράω ήδη τα ράσα, ναι, σας χαιρετώ». Το έκλεισε. «Από μια εταιρεία δημοσκοπήσεων ήταν. Εντάξει, μια φορά είχα πει ότι είμαι στο χειρουργείο. Μου ήρθε απλώς κάτι πιο ευφάνταστο τώρα».

Το κορυφαίο παράσημό τουκαι ο έρωτας με τα ελληνικά

Λαϊκός συγγραφέας είναι o Χρήστος Χωμενίδης; «Ναι! Και το θέλω πάρα πολύ! Μέχρι μια ορισμένη ηλικία δεν είχα πάρει κανένα βραβείο και δεν έβλεπα να παίρνω κιόλας. Εν πάση περιπτώσει, μετά μάλλον τα πήγα καλούτσικα… Κοιτάξτε, υπάρχουν πολλοί συγκεκριμένοι λόγοι που ένα κομμάτι της κριτικής ή της διανόησης δεν με πολυσυμπαθεί. Νομίζω ότι ο βασικότερος έχει να κάνει με εμένα ως άνθρωπο. Αν πέθαινα, ας πούμε, θα άλλαζαν γνώμη. Αυτά τα δίπολα, το ξαναλέω εδώ για τη λογοτεχνία πια, είναι φτιαχτά. Ετσι το βλέπω. Και θα σας πω ποιο θεωρώ το κορυφαίο παράσημό μου. Είχα πάει πριν από μερικά χρόνια σε ένα νοσοκομείο, να δω έναν φίλο μου, γιατρό. Κρατούσα ένα βιβλίο μου, το μυθιστόρημα “Ο βασιλιάς της”, να του το δωρίσω. Και μια κυρία, εργαζόμενη ως σεκιούριτι, μου λέει “πολύ ωραίο βιβλίο κρατάτε”. Tότε, με ενθουσιασμό μικρού παιδιού της είπα, “εγώ το έχω γράψει”. Αυτά έχουν αξία για μένα. Οχι οι επιτροπές, τυπικές ή άτυπες, των ειδημόνων».

Τέλος, στραφήκαμε στην ίδια τη γλώσσα. «Είμαι ερωτευμένος με τα ελληνικά. Εχουν τα πάντα. Αρδεύω απ’ όλες τις ιστορικές περιόδους και όλους τους χώρους, έχω νομίζω σφαιρική εποπτεία της γλώσσας. Και είμαι πεπεισμένος ότι έχουν έναν εσωτερικό ρυθμό τα βιβλία μου, έχω πιάσει ένα τέμπο. Αν έγραφα πιο παλιά, πολύ παλιά, θα έγραφα σίγουρα σε δεκαπεντασύλλαβο» κατέληξε ο Χωμενίδης.