«Από τότε που οι ήπειροι άρχισαν να αλληλοεπηρεάζονται πολιτικά… η Ευρασία είναι το κέντρο της παγκόσμιας ισχύος».

Αυτό έγραφε στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Σκακιέρα» ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι -σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών (1977-1981)- θέτοντας το ερώτημα αν η υπεροχή της Αμερικής θα μπορούσε να έχει διάρκεια σε βάθος χρόνου.

Εικοσιτρία χρόνια ύστερα από τη συγγραφή του πολύτιμου εγχειρίδιου διεθνούς πολιτικής, το ερώτημα παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πολύ δε περισσότερο μετά την αλλαγή σκυτάλης στην αμερικανική προεδρία και τον Ντόναλτ Τραμπ ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις επιχείρησε να επανατοποθετήσει την Αμερική στη διεθνή σκακιέρα με άτσαλο τρόπο.

Ο Τζο Μπάιντεν έχει υποσχεθεί επιστροφή σε μια θεσμικότερη προσέγγιση στο πεδίο απ’ ό,τι ο προκάτοχός του.

Η επιστροφή σε αυτή την υπεροχή που περιέγραφε ο Μπρεζίνσκι και η σχέση που θα σφυρηλατήσει με την Κίνα, τον αναδυόμενο γίγαντα, αλλά και τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι από τα κομβικά σημεία ανάλυσης στα οποία στέκονται με ιδιαίτερη προσοχή διεθνείς αναλυτές.

Σε Πεκίνο και Μόσχα τελούν εν αναμονή, αν και σε αδρές γραμμές, ξέρουν τι να περιμένουν.

ΓΡΑΦΗΜΑ - ΣΗΜΑΙΑ - ΗΠΑ - ΚΙΝΑ

Οι σινοαμερικανικές σχέσεις

«Λιγότερη κυκλοθυμία, σκληρές σχέσεις» είναι το δίπτυχο που αναμένει το Πεκίνο από τη νέα ηγεσία στην Ουάσιγκτον και οι προσδοκίες του είναι πέρα για πέρα βάσιμες. Θα μπορούσαν οι σχέσεις των δυο γιγάντων που έφθασαν σε ιστορικό χαμηλό 40 ετών επί προεδρίας Τραμπ να βελτιωθούν; Σε επίπεδο ρητορικής αναμφίβολα ναι. Σε επίπεδο ουσίας, μάλλον όχι.

Για τον Μπάιντεν η Κίνα αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση. Ο ίδιος κατανοεί, έχοντας περάσει πολλές ώρες με τους ηγέτες της, ότι το χάσμα είναι βαθύ στα ακανθώδη σημεία που τους χωρίζουν: Ταϊβάν, Χονγκ Κονγκ, διεκδικήσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα, Θιβέτ, 5-G τεχνολογία, ανθρώπινα δικαιώματα, Ιαπωνία. Στην τελευταία λίγα χιλιόμετρα μακριά από την ηπειρωτική Κίνα υπάρχει αμερικανική στρατιωτική βάση (Οκινάουα) κάτι που ενοχλεί έντονα την Κίνα.

Η νέα ηγεσία στην Ουάσιγκτον θα είναι ιδιαίτερα σκληρή στα παραπάνω, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που ο κόκκινος δράκος μεγιστοποιεί την ισχύ του σε όλα τα επίπεδα και διευρύνει τους στόχους του όχι μόνο στην ευρύτερη περιφέρεια αλλά και το δυτικό ημισφαίριο.

Παιχνίδι με κανόνες

Στην ανάλυσή του τον περασμένο Ιανουάριο στο Foreign Affairs ο Μπάιντεν είχε άλλωστε προϊδεάσει μιλώντας για την ανάγκη ανάσχεσης της κινεζικής ισχύος: «Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης αυτής της πρόκλησης είναι να οικοδομήσουμε ένα ενιαίο μέτωπο συμμάχων και εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι των καταχρηστικών συμπεριφορών της Κίνας και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και όταν επιδιώκουμε να συνεργαστούμε με το Πεκίνο για ζητήματα στα οποία συγκλίνουν τα συμφέροντά μας, όπως είναι η κλιματική αλλαγή, η μη διάδοση [των πυρηνικών όπλων] και η παγκόσμια ασφάλεια υγείας».

Η εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον θα έχει συνεπώς συνέχεια, πλην όμως λιγότερες «κορώνες» (βλ.«κινεζικός ιός») ή απειλές για δασμούς όπως συνήθιζε ο Τραμπ. Αναμφίβολα θα πρόκειται για ένα παιχνίδι που θα διέπεται από κανόνες, δεδομένου ότι «ο Μπάιντεν βλέπει την Κίνα ως έναν ανταγωνιστή ενώ ο Τραμπ ως έναν εχθρό» όπως αναφέρει στους Financial Times ο Λου Ξιάνγκ, ειδικός σε θέματα αμερικανικής πολιτικής στην Κινεζική Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών στο Πεκίνο.

Τι αναμένει η Ρωσία

«Αντιρωσική ρητορική και περισσότερη αντιπαράθεση». Αυτή είναι η στάση που η Μόσχα θεωρεί ότι θα αντιμετωπίσει την ερχόμενη τετραετία υπό τον Τζο Μπάιντεν, τον οποίο μέχρι στιγμής δεν είχε συγχαρεί επισήμως για τη νίκη του.

Ο Πούτιν δεν τρέφει αυταπάτες και αναγνωρίζει τα αντιρωσικά αισθήματα που τρέφει ο Μπάιντεν, οι μνήμες του οποίου άλλωστε από την προσάρτηση της Κριμαίας όταν ήταν αντιπρόεδρος αλλά και του ρωσικού δάκτυλου στις αμερικανικές εκλογές του 2016, είναι νωπές.

Ο νεοκλεγείς Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει «κλεπτοκρατικό» και «αυταρχικό» το σύστημα Πούτιν, έχει μιλήσει για επιβολή κυρώσεων για τις παραβιάσεις της Ρωσίας σχετικά με τους διεθνείς κανόνες, για «ρωσική επιθετικότητα» η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω της βορειο-ατλαντικής συμμαχίας.

Δυτικός διπλωμάτης στην Ουάσιγκτον θέτει το πλαίσιο εύστοχα: «Υπάρχει απίστευτο μίσος για τη Ρωσία μεταξύ της ομάδας του Μπάιντεν.

Ένα μίσος που δεν είναι απλά ορθολογικό, είναι και πολύ συναισθηματικό» (Financial Times).

Ελπίδες για καλυτέρευση των αμερικανο-ρωσικών σχέσεων υφίστανται μόνο σε συγκεκριμένους τομείς όπως η παράταση της συμφωνίας ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών New Start που λήγει στις 5 Φεβρουαρίου, ή συνεργασία μέσω της επιστροφής των Ηνωμένων Πολιτειών σε διεθνείς συμφωνίες όπως αυτή των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, ή του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA), για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων της Τεχεράνης.

Όλα τα παραπάνω μένουν να φανούν στην πράξη. Το 2021 αναμένεται σε κάθε περίπτωση πυκνό σε εξελίξεις στη «Μεγάλη Σκακιέρα» στην οποία η Αμερική και επιδιώκει και επιθυμεί να επιστρέψει στο επίκεντρο.