Ανατρέπεται ο κυβερνητικός σχεδιασμός για την ελάφρυνση του χρέους και την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (QE) μετά την απόφαση του Eurogroup της περασμένης Δευτέρας. Πηγές που είναι σε θέση να γνωρίζουν αναφέρουν ότι η Φραγκφούρτη θεωρεί ανεπαρκή τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για να προχωρήσει σε Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποδοχή των ελληνικών τίτλων στο QE. Ετσι, ακόμα και αν κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, η οποία αποτελεί και αυτή προϋπόθεση για την ένταξη της χώρας στο QE, η Ευρωτράπεζα δεν πρόκειται να δώσει το «πράσινο φως» αν δεν υπάρχουν δεσμεύσεις των Ευρωπαίων για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.
Στη σωστή κατεύθυνση αλλά ανεπαρκή


Οι ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες στο διοικητικό συμβούλιο της περασμένης Πέμπτης συζήτησαν το αποτέλεσμα του Eurogroup και έκριναν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα «θετικά και προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά ανεπαρκή για να καταστήσουν βιώσιμο το ελληνικό χρέος». Υστερα από αυτό, αποφάσισαν να μην προχωρήσουν στη σύνταξη Μελέτης Βιωσιμότητας του Χρέους «όσο δεν υπάρχουν σαφείς δεσμεύσεις από τους Ευρωπαίους για τη λήψη μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος».
Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε το Eurogroup ο Γερούν Ντάισελμπλουμ διευκρίνισε ότι τα μεσοπρόθεσμα μέτρα θα εξεταστούν το 2018 με την ολοκλήρωση του προγράμματος και τότε το ΔΝΤ θα κάνει την οριστική του Ανάλυση Βιωσιμότητας του Χρέους. Ωστόσο πηγές από τη Φρανκφούρτη αναφέρουν ότι για την ΕΚΤ αρκεί «η λεκτική δέσμευση των Ευρωπαίων για τα μεσοπρόθεσμα». Δεν θέλουν δηλαδή να προχωρήσουν σε λεπτομερείς συζητήσεις και στον καθορισμό των μέτρων παρά μόνο σε δεσμευτικές δηλώσεις.
Και τούτο διότι η συμφωνία του Εurogroup του περασμένου Μαΐου που διαμόρφωσε τον οδικό χάρτη για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους αναφέρει ότι τα μέτρα θα λυθούν «αν κριθεί αναγκαίο». Η περίφημη φράση «if necessary» που αρέσκεται να επαναλαμβάνει ο Σόιμπλε σημαίνει ότι η λήψη μέτρων είναι αναγκαία μόνο σε περίπτωση που η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να πληρώνει τους τόκους εξυπηρέτησης του χρέους. Αυτό είναι το κριτήριο πλέον καθορισμού της βιωσιμότητας του χρέους. Μάλιστα ο Αλέξης Τσίπρας έχει συμφωνήσει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους δεν μπορεί να ξεπερνά σε πρώτη φάση το 15% του ΑΕΠ και στη συνέχεια το 20%. Οσον λοιπόν θα κινείται σε αυτά τα επίπεδα, το Βερολίνο θεωρεί ότι θα είναι αναγκαία η λήψη μέτρων.
Για τον λόγο αυτόν σημειώνεται ότι η απόφαση του Eurogroup της περασμένης Δευτέρας δεν αναφέρεται σε μακροπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους για τα οποία έκανε λόγο η απόφαση του περασμένου Μαΐου.
Εφέτος και για τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας των μέτρων που έχουν ληφθεί για το ελληνικό χρέος (χαμηλά επιτόκια, επιμήκυνση λήξεων, περίοδος χάριτος κ.λπ.), η δαπάνη εξυπηρέτησης αφορά πληρωμή μόνο τόκων και είναι ύψους 6-7 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 3,5% του ΑΕΠ. Γι’ αυτό το Βερολίνο και οι Ευρωπαίοι ζητούν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ. Τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος διασφάλισαν ότι η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια θα πληρώνει μόνο τόκους, οι οποίοι θα είναι της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ. Η ΕΚΤ ζητεί από τους Ευρωπαίους να δεσμευθούν στη λήψη μεσοπρόθεσμων μέτρων που θα καλύπτουν μέρος της περιόδου μετά το 2024, δηλαδή ύστερα από οκτώ χρόνια, όταν λήγει η περίοδος χάριτος στη διάρκεια της οποίας πληρώνουμε μόνο τόκους.
Το ΔΝΤ από την πλευρά του υποστηρίζει ότι δεν μπορεί μια οικονομία όπως η ελληνική, που πασχίζει να ανακάμψει, να παράγει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για πολλά χρόνια. Ως εκ τούτου προτείνει «κούρεμα» για την ελάφρυνση του χρέους. Βεβαίως το κόστος θα το υποστούν οι Ευρωπαίοι και όχι το ΔΝΤ, και ως εκ τούτου δεν είναι διατεθειμένοι να το αναλάβουν. Από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν το «κούρεμα», το ΔΝΤ επανέρχεται και γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να ληφθούν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα ζητεί διαρθρωτικές αλλαγές στην κοινωνική ασφάλιση. Οπως διευκρίνισε ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, οι Ευρωπαίοι είναι αυτοί που αποφασίζουν για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων και όχι το ΔΝΤ. Το Ταμείο έρχεται στη συνέχεια και αξιολογεί αν τα μέτρα είναι επαρκή για την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων. Οπως συμβαίνει τώρα για τα μέτρα του 2019, τα οποία θεωρεί ότι δεν επαρκούν και πως πρέπει να ληφθούν πρόσθετα ύψους 4,5 δισ. ευρώ.
Κοινοτικοί παράγοντες εκτιμούν ότι στην παρούσα φάση οι Ευρωπαίοι προκρίνουν για το ΔΝΤ αυτόν ακριβώς τον ρόλο, δηλαδή να μην έχει λόγο στην εκταμίευση των δόσεων, αφού δεν θα συμμετέχει στη χρηματοδότηση του προγράμματος αλλά παρέχει τεχνική βοήθεια προσδίδοντας κύρος στην εκτέλεση του προγράμματος.
Το επώδυνο Εurogroup


Το Εurogroup της περασμένης Δευτέρας αναφέρεται πως ήταν «εξαιρετικά δύσκολο» για την ελληνική πλευρά, καθώς ο Ευκλείδης Τσακαλώτος βρέθηκε υπό ασφυκτική πίεση όσον αφορά κυρίως την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ για πολλά χρόνια, πράγμα στο οποίο τελικά ενέδωσε, καθώς η απόφαση του Eurogroup ήταν, όπως είπε ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, «ομόφωνη».
Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές οι Ευρωπαίοι επιχειρηματολογούσαν ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αποκλίνει από τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζουν οι άλλες χώρες-μέλη της ευρωζώνης και προβλέπουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. «Αυτό που ισχύει για όλους πρέπει να ισχύει και για την Ελλάδα» επανελάμβαναν και επέμεναν ότι η χώρα δεν μπορεί να είναι ελλειμματική.
Πράγμα που σημαίνει ότι από τη στιγμή που οι δαπάνες για τόκους ανέρχονται τα επόμενα χρόνια σε 6-7 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου στο 3,5% του ΑΕΠ, η χώρα θα πρέπει να πετυχαίνει αντίστοιχο πρωτογενές πλεόνασμα. Στις αντιδράσεις του κ. Τσακαλώτου ότι η κοινωνία και η κυβέρνηση δεν «σηκώνουν» νέα μέτρα, του υπενθύμιζαν τις δεσμεύσεις της χώρας και τόνιζαν ότι η Ελλάδα θα πρέπει να ανακτήσει την αξιοπιστία της και την εμπιστοσύνη των εταίρων της. Δηλαδή ζητούσαν και πάλι την υπογραφή του κ. Τσακαλώτου ως μια άσκηση ανάκτησης της εμπιστοσύνης.

Αυθαίρετος υπολογισμός
Το παιχνίδι με το όφελος των 45 δισ. ευρώ

Αυθαίρετο χαρακτηρίζουν οικονομικοί αναλυτές τον υπολογισμό του Μεγάρου Μαξίμου ότι από τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος προκύπτει όφελος 45 δισ. ευρώ. Και τούτο διότι όπως εξήγησε ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ μετά το Eurogroup, το όφελος από τα βραχυπρόθεσμα μέτρα δεν είναι τίποτε άλλο από τη μεταβολή της προβολής του ελληνικού χρέους στο μέλλον. Δηλαδή το χρέος, το 2060, με βάση τα επιτόκια και τη μέση διάρκεια όπως διαμορφώνονται μετά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, θα είναι 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ χαμηλότερα από εκεί που θα ήταν πριν από τα μέτρα.
Δηλαδή αν πριν από τα μέτρα το χρέος με βάση συγκεκριμένες παραδοχές για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, τα πρωτογενή πλεονάσματα κ.λπ. διαμορφωνόταν το 2060 σε 160% του ΑΕΠ, μετά τις παρεμβάσεις και με τις ίδιες παραδοχές θα διαμορφωθεί τώρα σε 140% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα αν ήταν να φθάσει στο 130% του ΑΕΠ, τώρα θα πάει στο 110%.
Οπως τόνισε δεν μπορεί να υπολογιστεί ούτε το ποσοστό του χρέους ως προς το ΑΕΠ το 2060 ούτε το όφελος σε απόλυτους αριθμούς. Δηλαδή αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι όπως και να πάνε τα πράγματα, μετά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα το 2060 το χρέος θα είναι 20 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ χαμηλότερα απ’ ό,τι πριν τα μέτρα. Η ονομαστική αξία του χρέους δεν μεταβάλλεται από τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, καθώς ήταν ύψους 320 δισ. ευρώ πριν από το Eurogroup και παρέμεινε 320 δισ. ευρώ μετά από αυτό.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ