.jpg)
Στην φωτογραφία, αφίσα που είχε εκδώσει η Ασφάλεια μετά τη σύλληψη του Μπελογιάννη και της Ιωαννίδου (Παππά) ζητώντας από όσους τους γνώριζαν πληροφορίες για το πού διέμεναν και για τη δράση τους.
Δύο αναρτήσεις του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο Facebook και στο Twitter ήλθαν να υπενθυμίσουν τη θλιβερή επέτειο από την εκτέλεση του κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του πριν από 63 χρόνια από το μετεμφυλιακό καθεστώς. Σε αντίθεση με το ΚΚΕ που τίμησε τη μνήμη του ηρωικού στελέχους του στον τόπο όπου εκτελέστηκε, ο κ. Τσίπρας επέλεξε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Νίκος Μπελογιάννης: Αγωνιζόμαστε για να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο, για να δημιουργήσουμε νέους χρόνους κι εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων».
«Την Κυριακή, 30 Μαρτίου 1952, στις 4.12 τα ξημερώματα, ο Νίκος Μπελογιάννης και οι σύντροφοί του, Καλούμενος, Αργυριάδη(ς) και Μπάτση(ς), εκτελούνται στο στρατόπεδο του Γουδή και περνούν διά παντός στην ιστορία» αναφέρει το post του Πρωθυπουργού στο Facebook. Δεκαετίες μετά, η υπόθεση Μπελογιάννη συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον και να συνεγείρει, ενώ κρίσιμες πτυχές της παραμένουν στο σκοτάδι. Μεταξύ αυτών και οι άκαρπες προσπάθειες απόδοσης χάριτος στον ίδιο και τους συντρόφους του.
Η κατηγορία της κατασκοπείας
«Ο Μπελογιάννης και οι μετ’ αυτού καταδικασθέντες σε θάνατο από το Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών δεν πρόκειται να εκτελεστούν. Απόφασις της κυβερνήσεως είναι ότι δι’ αδικήματα διαπραχθέντα προ της 1ης Νοεμβρίου 1951, οπότε η παρούσα κυβέρνησις δεν ευρίσκετο εις την Αρχήν, αι τυχόν επιβαλλόμεναι θανατικαί ποιναί διά κομμουνιστικήν δράσιν θα υπήγοντο εις την ρύθμισιν η οποία είχε συμφωνηθεί δι’ όλας τας μέχρι τούδε επιβληθείσας και μη εκτελεσθείσας θανατικάς καταδίκας». Αυτή ήταν η δήλωση της κυβέρνησης Πλαστήρα που έγινε τη 17η Νοεμβρίου 1951, μετά την περάτωση της πρώτης δίκης του στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Μπελογιάννη και την καταδίκη του σε θάνατο (μαζί με έντεκα ακόμη συγκατηγορουμένων του από τους 93 συνολικά κομμουνιστές που βρέθηκαν μαζί του στο σκαμνί) βάσει του Αναγκαστικού Νόμου 509/1947, με τον οποίο το ΚΚΕ τέθηκε εκτός νόμου.
Η κυβέρνηση της ΕΠΕΚ – Φιλελευθέρων είχε ορκισθεί λίγες ημέρες πριν, την 27η Οκτωβρίου 1951, με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα, καλλιεργώντας την προσδοκία ότι θα ακολουθούσε μια μετριοπαθή, «κεντρώα» πολιτική κατευνασμού των μετεμφυλιακών παθών. Βεβαίως, τίποτα από αυτά δεν ίσχυσε, παρά τις πιέσεις ορισμένων τότε κυβερνητικών στελεχών. Το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος και κυρίως οι έντονες πιέσεις και το μεγάλο ενδιαφέρον που επιδείκνυε ο αμερικανικός παράγοντας, όπως και οι επιδιώξεις του παραστρατιωτικού ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών), εξέχων παράγοντας του οποίου ήταν ο μετέπειτα δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο οποίος συμμετείχε στη σύνθεση του Στρατοδικείου που καταδίκασε τον Μπελογιάννη «εις θάνατον», δεν άφησαν περιθώρια.
Ο «άνθρωπος με το γαρίφαλο» και οι σύντροφοί του μπορεί να γλίτωσαν το εκτελεστικό απόσπασμα μετά την παρέμβαση Πλαστήρα στην πρώτη δίκη, ωστόσο μετά την ανακάλυψη (Νοέμβριος 1951) από την Ασφάλεια της γιάφκας με τους ασυρμάτους που διατηρούσε παρανόμως το ΚΚΕ (σε Γλυφάδα και Καλλιθέα), μια δεύτερη δίκη τους ανέμενε, αυτή τη φορά με ισχυρότερο νομικό οπλοστάσιο εις βάρος τους –την κατηγορία της κατασκοπείας. Ετσι, ο δρόμος για το εκτελεστικό απόσπασμα άνοιγε και πάλι. Και αυτό διότι όταν ο Μπελογιάννης καταδικάστηκε σε θάνατο στην πρώτη δίκη, ο εμφύλιος είχε λήξει πριν από δύο χρόνια, ενώ ο Α.Ν. 509/1947 προέβλεπε την εκτέλεση της θανατικής ποινής «διαρκούσης της ανταρσίας». Ετσι η εκτέλεσή του θα ισοδυναμούσε με πολιτική δολοφονία, κάτι που απέφυγαν οι διώκτες του και «έστησαν» την υπόθεση της κατασκοπείας.
«Εκάναμε το καθήκον μας»
Αλλά και οι δειλές και αμφιλεγόμενες προσπάθειες για «ειρήνευση» από την πλευρά του Πλαστήρα δεν διευκόλυναν τις εξελίξεις. Επί της ουσίας υπήρξε μεταβολή της στάσης μεταξύ πρώτης και δεύτερης δίκης με χαρακτηριστικότερη την άρνηση της κυβέρνησης να ψηφίσει νόμο για τη μετατροπή των θανατικών ποινών σε ισόβια. Ούτε βεβαίως και οι προσπάθειες όσον αφορά την απόδοση χάριτος στους καταδικασθέντες απέδωσαν. Οι ύστατες απόπειρες θα περιοριστούν στις «εκκλήσεις» του Πλαστήρα που μετέφερε ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτριος Παπασπύρου στον βασιλιά Παύλο, προκειμένου να δώσει χάρη: «Πόσο θα λυπηθώ εάν στεναχωρήσω τον πρωθυπουργό μου…» θα του απαντήσει εκείνος. Η συνάντηση έγινε στο Τατόι. Ο Παπασπύρου έφυγε με δυσάρεστες διαθέσεις. Επισκέφθηκε τον Πλαστήρα και τον ενημέρωσε για όσα απεκόμισε, κρίνοντας ότι ο βασιλιάς θα αποδεχθεί την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων, όπως και έγινε. «Εμείς εκάναμε το καθήκον μας. Ο Θεός ας τον φωτίσει» θα του πει ο Πλαστήρας.
Ακόμη και η απεγνωσμένη ενέργεια του Πλουμπίδη να στείλει επιστολή με την οποία ανελάμβανε την ευθύνη να παραδοθεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεστεί ο Μπελογιάννης δεν απέδωσε. Το Συμβούλιο Χαρίτων απέρριψε τις αιτήσεις των Μπελογιάννη, Μπάτση, Αργυριάδη, Καλούμενου (έκανε δεκτές τις αιτήσεις της Ελλης Παππά και των Λαζαρίδη, Μπισμπιάνου και Τουλιάτου) στις 28 Μαρτίου 1952, ο βασιλιάς κοινοποίησε στην κυβέρνηση προς το βράδυ της επομένης ημέρας την έγκρισή του και στις 4.12′ τα χαράματα της 30ής Μαρτίου 1952, ημέρας Κυριακής, κατά την οποία ούτε οι ναζί δεν εκτελούσαν τους μελλοθανάτους, υπό το φως των προβολέων των αυτοκινήτων, πίσω από τη «Σωτηρία», στου Γουδή, οι τέσσερις έπεφταν νεκροί από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος.
Ο Τσάπλιν και ο Ντε Γκωλ
Οι καταδίκες και οι Αμερικανοί
Από τους οκτώ καταδικασθέντες της δεύτερης δίκης –Νίκο Μπελογιάννη, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη, Νίκο Καλούμενο, Τάκη Λαζαρίδη, Χαρίλαο Τουλιάτο, Μιλτιάδη Μπισμπιάνο και Ελλη Ιωαννίδου –οι τέσσερις τελευταίοι πήραν χάρη, ενώ το Συμβούλιο Χαρίτων απέρριψε τα ανάλογα αιτήματα των τεσσάρων πρώτων. Και αυτό παρά τη μεγάλη διεθνή κινητοποίηση αλληλεγγύης που εκδηλώθηκε από προοδευτικούς πολίτες του κόσμου και προσωπικότητες όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Ζαν Κοκτό, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Λουί Αραγκόν, ο Πολ Ελιάρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Πικάσο (με το διάσημο σκίτσο του «Ανθρώπου με το γαρίφαλο»), ακόμη και ο στρατηγός Ντε Γκωλ.
Ο Μπελογιάννης είχε σταλεί από τον Νίκο Ζαχαριάδη τον Ιούνιο του 1950 στην Ελλάδα από τις σοσιαλιστικές χώρες, όπου βρισκόταν μαζί με την υπόλοιπη ηγεσία του ΚΚΕ μετά την ήττα του εμφυλίου, για να ανασυγκροτήσει τον παράνομο μηχανισμό του κόμματος που τελούσε υπό την καθοδήγηση του Νίκου Πλουμπίδη και είχε αποδεκατιστεί από την Ασφάλεια. Η σύλληψή του έγινε στις 20 Δεκεμβρίου 1950 σε σπίτι που χρησιμοποιείτο από το ΚΚΕ ως τόπος συνάντησης, ενώ τρεις ημέρες μετά συνελήφθη στο ίδιο μέρος και η σύντροφός του Ελλη Παππά (Ιωαννίδου τότε).
Στο εσωτερικό της ΕΠΕΚ υπήρχαν επιμέρους δυνάμεις που ήθελαν να σταματήσουν οι εκτελέσεις κομμουνιστών, μεταξύ αυτών ο υπουργός Συντονισμού Γεώργιος Καρτάλης και ο Γραμματέας της Νεολαίας της ΕΠΕΚ Αναστάσης Πεπονής. Ωστόσο, ο αμερικανικός παράγοντας και μάλιστα στις συνθήκες κλιμάκωσης του Ψυχρού Πολέμου, ήταν αποφασισμένος να μην επιτρέψει χαλάρωση του αντικομμουνιστικού μετεμφυλιακού πλαισίου και να μην αφήσει περιθώρια για ανασύνταξη της Αριστεράς που ήδη εκπροσωπείτο από τη νεοσυσταθείσα ΕΔΑ, η οποία στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, που έγιναν με αναλογικό εκλογικό σύστημα είχε λάβει ποσοστό 10,5%.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
