Ο Θεός δεν έχει πεθάνει

Οι επιθέσεις των τζιχαντιστών στη Γαλλία αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον ρόλο της θρησκείας σήμερα και για τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό.

Νίκος Π. Μουζέλης
Νεωτερικότητα και θρησκευτικότητα:
Εκκοσμίκευση – φονταμενταλισμός – ηθική
Μετάφρ. Τίνα Πλυτά.
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2014,
σελ. 214, τιμή 15 ευρώ

Οι επιθέσεις των τζιχαντιστών στη Γαλλία αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον ρόλο της θρησκείας σήμερα και για τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Στο τελευταίο βιβλίο του ο Νίκος Μουζέλης, ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας της LSE, αφενός προσφέρει μια νέα ερμηνεία για την ανθεκτικότητα της θρησκείας στην καταναλωτική, τεχνολογικά προηγμένη και διαδικτυακά συνδεδεμένη κοινωνία του 21ου αιώνα, αφετέρου σκιαγραφεί και αξιολογεί διάφορες εκδοχές θεμελίωσης της ηθικής οι οποίες δεν ερείδονται σε ιερά κείμενα, σε παραδόσεις ή στον ορθό λόγο.

Στα τρία πρώτα από τα έξι κεφάλαια του βιβλίου εξηγεί πειστικά γιατί «ο Θεός δεν έχει πεθάνει», παρότι οι κλασικοί κοινωνιολόγοι θεωρούσαν ότι στη νεωτερικότητα η θρησκεία σταδιακά θα υποβαθμιζόταν. Η εκκοσμίκευση δεν ακολουθεί κάποια γραμμική εξέλιξη, μειώνοντας διαρκώς τη σημασία της θρησκείας στην καθημερινή ζωή. Κάποτε ηγεμονεύουν οι εκκοσμικευμένες και άλλοτε οι θρησκευτικές αντιλήψεις οργάνωσης της ζωής.
Εμπεδωμένος φονταμενταλισμός




Ο Μουζέλης ερμηνεύει ειδικότερα τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό όχι ως μια επιστροφή στα βασικά (fundamenta), όσο ως μια σύγχρονη εμπέδωση θεμελιακών πεποιθήσεων της θρησκείας στα κοινωνικο-δομικά χαρακτηριστικά της εποχής μας, δηλαδή της ύστερης νεωτερικότητας. Ο συγγραφέας ανήκει στους πολλούς θεωρητικούς οι οποίοι, εύλογα, δεν δέχονται ότι η σημερινή εποχή έχει τόσες διαφορές με τη νεωτερικότητα του 19ου και του 20ού αιώνα, ώστε να κάνουμε λόγο για μετανεωτερική, μεταμοντέρνα κοινωνία.
Η νεωτερικότητα διακρίνεται από τρία κοινωνικο-δομικά χαρακτηριστικά: πρώτον, την αποδυνάμωση των παραδοσιακών κοινοτήτων και την ένταξη των ατόμων στην ευρύτερη κοινότητα του έθνους-κράτους, δεύτερον, την πρωτοφανή – σε σύγκριση με την προνεωτερική περίοδο – διαφοροποίηση της «λογικής» που διέπει την οικονομία, την πολιτική και τον πολιτισμό και, τρίτον, την εξατομίκευση της κοινωνικής εμπειρίας, με την έννοια της επαγγελματικής εξειδίκευσης του κάθε ανθρώπου αλλά και του πολλαπλασιασμού των ταυτοτήτων, καθεμιά από τις οποίες αποτελεί δική του επιλογή, καθώς αυτός κινείται ανάμεσα στις σφαίρες της οικονομίας, της πολιτικής, του πολιτισμού και της θρησκείας.
Πριν από τη νεωτερικότητα, τέτοιες δυνατότητες επιλογής αποτελούσαν προνόμιο των ελίτ, ενώ κατόπιν τις απέκτησαν και οι μάζες. Δεν είναι οι διαφορές στον πολιτισμό που διακρίνουν την προνεωτερική από τη νεωτερική δομή, είναι οι κοινωνικές δομές. Εδώ νομίζω ότι θα άξιζε ξεχωριστή μνεία στη μισθωτή εργασία, ως πρόσθετο δομικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας.
Στην ύστερη νεωτερικότητα, συνεχίζει ο Μουζέλης, οι εξελίξεις στις δομές περιλαμβάνουν άμβλυνση της αυτονομίας του έθνους-κράτους λόγω των πιέσεων της παγκοσμιοποίησης, της ευρύτατης διείσδυσης του πολυεθνικού κεφαλαίου σε όλον τον κόσμο και της πρωτόγνωρης, σε σχέση με το παρελθόν, πρόκλησης προς τα άτομα να υιοθετήσουν μόνα τους τον τρόπο ζωής και τις ταυτότητες που προτιμούν. Νομίζω όμως ότι αυτή η τελευταία δυνατότητα δεν υπάρχει στις κοινωνίες που δεν είναι εξίσου ενσωματωμένες στο «παγκόσμιο χωριό» όσο οι αναπτυγμένες και οι ταχύτατα αναπτυσσόμενες κοινωνίες. Θα πρόσθετα ότι ειδικά στις τελευταίες υπάρχουν θύλακες όπου οι εξατομικεύμενες δυνατότητες π.χ. του κατοίκου μιας σύγχρονης «δυτικής» μεγαλούπολης να επιλέξει το επάγγελμά του, το κόμμα του, τη θρησκεία του, την προσωπική ζωή, ακόμα και το φύλο του, παραμένουν απλώς αδιανόητες.
Πολύ περιορισμένες, κατά τον συγγραφέα, είναι οι δυνατότητες εξατομίκευσης στα καθεστώτα όπου επικρατεί θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Εκεί, όπως υπογραμμίζει διεισδυτικά, επικρατεί «ισοπεδωτικός συντονισμός ταυτοτήτων». Σε τέτοια καθεστώτα δεν έχουμε ούτε τη σύμφυρση οικονομίας, πολιτικής και πολιτισμού της προνεωτερικής εποχής ούτε τον εξισορροπημένο συντονισμό ταυτοτήτων των σύγχρονων, μη φονταμενταλιστικών καθεστώτων. Αντίθετα υπάρχει έδαφος εύφορο για τον «φανατισμό του ζηλωτή που συναντάμε στην ύστερη νεωτερικότητα». Ο φονταμενταλισμός αυτός δεν είναι λοιπόν μια επιστροφή στις ρίζες: ο φανατισμός ενός θρησκόληπτου «παραδοσιακού χωρικού διαφέρει από εκείνον ενός ιδιαίτερα εξατομικευμένου πιστού, που επιπλέον είναι άνεργος, στο αστικό κέντρο». Αυτός ενστερνίζεται το όραμα «ενός εκ βάθρων συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας και της προσωπικότητας».
Ο Μουζέλης συνδυάζει τη διεθνώς αναγνωρισμένη μακρο-ιστορική κοινωνιολογική του προσέγγιση με την ψυχοδυναμική προσέγγιση, απαντώντας έτσι στο γιατί υπό τις ίδιες συνθήκες ορισμένα άτομα αντιδρούν καταφεύγοντας στον φονταμενταλισμό ενώ άλλα όχι. Μεταξύ των προσεγγίσεων του Φρόιντ, της Κλάιν και του Λακάν, που αξιολογεί ο συγγραφέας, πιο πειστική είναι εδώ η λακανική προσέγγιση: μέσω της προσφυγής στον φονταμενταλισμό, το υποκείμενο επιδιώκει να ανακτήσει «ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, π.χ., την ισλαμική Ούμα, εντός της οποίας επικρατούσαν τέλεια αρμονία, αδελφική αλληλεγγύη και ηθική αγνότητα».
Αυθεντική πνευματικότητα


Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι περισσότερο φιλοσοφικό παρά κοινωνιολογικό. Τα κεφάλαια 4, 5 και 6 αφορούν στις απαντήσεις των Μάκινταϊρ, Μπούμπερ, Λεβινάς και Κρισναμούρτι στο ζήτημα του ηθικού θεμελίου και, ξεχωριστά, σε μια συνάρθρωση του κοσμικού, δηλαδή μη θρησκευτικού, διαλογισμού με την ψυχαναλυτική θεωρία του Λακάν.
Αυτό το εγχείρημα του Μουζέλη δεν απευθύνεται μόνο προς τους ειδικούς αναλυτές των εν λόγω ρευμάτων σκέψης, αλλά προς όλους, γιατί εκκινεί από τη στέρεη παρατήρηση του ίδιου για την όξυνση της αλλοτρίωσης στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία της ύστερης νεωτερικότητας. Προκύπτει από την πεποίθηση του συγγραφέα ότι η πνευματικότητα βρίσκεται σήμερα σε άτακτη υποχώρηση μπροστά στην επέλαση της μη πνευματικότητας («ανεγκέφαλος καταναλωτισμός», «φονταμενταλισμός»). Μια αυθεντική, ανεκτική και πλουραλιστική πνευματικότητα, στην οποία χωρούν όσοι δεν πιστεύουν και όσοι πιστεύουν σε διάφορες θρησκείες, είναι απαραίτητη για την επιβίωση του πλανήτη, γράφει. Με το γνωστό διαυγές ύφος του, που εδώ έχει υπηρετηθεί από τη μετάφραση της Τίνας Πλυτά, ο Μουζέλης κάνει προσιτό τον προβληματισμό σύγχρονων θεωριών για το θείο και το ηθικό, που απασχολούν τον καθένα όταν καταλαγιάζει η σκόνη της καθημερινότητας.
Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk