• Αναζήτηση
  • Οι Νύμφες του Αστεροσκοπείου

    Καθισμένος σε έναν βράχο του λόφου των Νυμφών, κατά τη διάρκεια του «πλέον αφόρητου καύσωνος» της Αθήνας, πλην αρκούντως προστατευμένος από μια ομπρέλα και ένα πρόχειρο αντίσκηνο για τα χρειώδη,

    Καθισμένος σε έναν βράχο του λόφου των Νυμφών, κατά τη διάρκεια του «πλέον αφόρητου καύσωνος» της Αθήνας, πλην αρκούντως προστατευμένος από μια ομπρέλα και ένα πρόχειρο αντίσκηνο για τα χρειώδη, ο γερμανός διοικητικός σύμβουλος της Αντιβασιλείας August Ferdinand Stademann σχεδιάζει το άνυδρο καλοκαιρινό τοπίο που ξεδιπλώνεται μπροστά του. Ο βράχος φέρει μια επιγραφή του 5ου αι. π.Χ.  που δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών: ΗΙΕΡΟΝ ΝΥΜΦΟΝ ΔΕΜΟ.
    Βρισκόμαστε στο 1835 και ο Stademann την περιλαμβάνει στα σχέδιά του, αγνοεί όμως ότι ακριβώς κάτω από τα πόδια του κρύβονται όλα τα τεκμήρια της λατρείας αυτού του ιερού: εκατοντάδες ειδώλια που οι αρχαίοι Αθηναίοι ανέθεταν στις Νύμφες και άλλα αντικείμενα. Θα έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να εντοπισθούν από τους αρχαιολόγους που ανέσκαψαν το ιερό των Νυμφών αποδεικνύοντας ότι αποτελούσε ένα εξαιρετικά δημοφιλές λαϊκό τέμενος κάτω από την Ακρόπολη.
    Στην αρχαιότητα η κορυφή του λόφου του Αστεροσκοπείου ήταν ένα σκληρό ασβεστολιθικό πέτρωμα, απόκρημνο, γυμνό από βλάστηση και κατάμεστο από φυσικά κοιλώματα και σπήλαια, ενώ ο βράχος αποτελούσε «ιδανικό τόπο για την κατοικία των Νυμφών», όπως λέει η αρχαιολόγος της Α’ Εφορείας Αρχαιοτήτων κυρία Μαρία Ντούρου, η οποία ανέσκαψε και μελέτησε το ιερό. «Ο τύπος των υπαίθριων ιερών και η μορφή τους διαφέρουν κάθε φορά ανάλογα με το φυσικό τους περιβάλλον. Θεωρούμε όμως ότι το βραχώδες έξαρμα αποτελεί τον κεντρικό χώρο του ιερού και οι διαμορφώσεις πάνω από την επιγραφή σχετίζονται πιθανόν με βωμό και «βόθρο» προσφορών» προσθέτει.
    Ο Δίας


    Λίγο χαμηλότερα, στον ίδιο πάντα βράχο, οι χαραγμένες επιγραφές ΗΟΡΟΣ και ΗΟΡΟΣ ΔΙΟΣ του 6ου αι. π.Χ. υποδηλώνουν την πρώτη βεβαιωμένη λατρεία του Δία στην Αττική. Είναι γνωστό άλλωστε από τη μυθολογία ότι ο Δίας συνδεόταν με τις Νύμφες, που παρουσιάζονταν άλλοτε ως κόρες του και άλλοτε ως τροφοί. «Οι τελετές στις Νύμφες Κουροτρόφους είχαν μυητικό χαρακτήρα και επισφράγιζαν την είσοδο των νέων στην ώριμη ηλικία. Σχετίζονταν επίσης με τον γάμο και τη γονιμότητα της φύσης και των ανθρώπων, ως εκ τούτου ήταν προστάτιδες των επίτοκων και των αρτιτόκων γυναικών» αναφέρει η αρχαιολόγος.
    Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο της ανασκαφής όμως ήταν οι δύο αποθέτες σαν κόγχες στο βράχο. Περί τα 800 χειροποίητα ειδώλια, μαζί με θραύσματα αγγείων, υπήρχαν στον έναν από αυτούς, ενώ σε παρακείμενες μικρές φυσικές κοιλότητες βρέθηκαν πολλά ακέραια ειδώλια, καθώς και 1.650 τμήματα ειδωλίων, από τα οποία συγκολλώνται περισσότερα από 600. Χωρίς διακόσμηση τα περισσότερα από αυτά, με τριγωνικό κορμό και πτηνόσχημη κεφαλή, συνιστούν «χαρακτηριστικό είδος αναθήματος στα αρχαϊκά ιερά γυναικείων θεοτήτων στην Αττική».
    Οι Κόρες


    Ο δεύτερος αποθέτης, ακόμη μία φυσική κοιλότητα του βράχου, έκρυβε 350 τμήματα ειδωλίων από τα οποία τουλάχιστον 150 παραμένουν ακέραια, αλλά και όστρακα κεραμικής και οστά ζώων. Τα περισσότερα αναπαριστούν καθιστές γυναικείες μορφές, υπάρχουν όμως και ειδώλια όρθιων γυναικών, όπως οι Κόρες της Ακρόπολης, οι οποίες αφιερώνονταν την ίδια εποχή στον Ιερό Βράχο από πλουσιότερους αναθέτες. Εχουν και αυτές το δεξί χέρι λυγισμένο στο στήθος και κρατούν καρπό ή άνθος, ενώ χρονολογούνται από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. ως το 460 π.Χ. Ξεχωριστά θεωρούνται εξάλλου δύο τμήματα από τη βάση ομοιώματος «κυκλικού χορού» του 6ου αι. π.Χ., σαν αυτά που έχουν βρεθεί σε ιερά Νυμφών στη Λευκάδα, στην Κεφαλλονιά, στη Βόνιτσα, στο Αργος, στην Αρκαδία, ενώ εντός Αττικής έχει προκύψει μόνον ένα από αποθέτη της Αρχαίας Αγοράς.
    Και μία έκπληξη: Μικροσκοπικά ευρήματα από οργανική ύλη, όπως ταινία δέρματος, τμήμα μπλε υφάσματος, υπόλευκα νήματα και ίνες, βρέθηκαν επάνω στα ειδώλια κατά τη συντήρησή τους από τη συντηρήτρια αρχαιοτήτων κυρία Βασιλική Μυλωνά. Η ερμηνεία τους όμως επί του παρόντος είναι άγνωστη.
    Ο δήμος


    Το ιερό των Νυμφών ήταν χωροθετημένο στον Δήμο Μελίτης και προστατευόταν από τον Θεμιστόκλειο περίβολο. Βρισκόταν κοντά στις Δήμιες Πύλες και ήταν εύκολα προσβάσιμο από δύο κεντρικές οδούς. Εξυπηρετούσε έτσι τις λατρευτικές ανάγκες και της ευρύτερης περιοχής. Ενα χάραγμα που εντοπίσθηκε εξάλλου επάνω στον βράχο του ιερού από το οποίο διαβάζονται τα γράμματα «… ΝΕΙΔΟΝ» μπορεί να αναφέρεται, σύμφωνα με πρώτη ανάγνωση από τον επιγραφολόγο κ. Αγγελο Ματθαίου, στο όνομα ενός γένους. Εν προκειμένω στο γένος των «Κονειδόν» στο οποίο ενδέχεται να ανήκε το ιερό – όπως το ιερό των Τριτοπατρέων στον Κεραμεικό -, καθώς σε πολλές περιπτώσεις παλαιές οικογένειες αναλάμβαναν τα έξοδα και τη φροντίδα ιερών, κάτι που τους προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος.

    «Στην Αθήνα και σε όλη την Αττική η λατρεία των Νυμφών ήταν πολύ διαδεδομένη. Η ίδρυση του συγκεκριμένου χρονολογείται από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ενώ ο αποθέτης του σφραγίστηκε μετά το 480 π.Χ. σηματοδοτώντας ενδεχομένως κάποια σημαντική αλλαγή στη λειτουργία αλλά και στη διαμόρφωση του ιερού»,
    καταλήγει η κυρία Μαρία Ντούρου.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Πολιτισμός