Το σκάνδαλο της «Ανοιξης»

Σήμερα ουδείς αμφιβάλλει ότι πρόκειται για έργο-ορόσημο του περασμένου αιώνα. Δεν είναι παράξενο: ελάχιστα μουσικά έργα ανοίγουν διάπλατους νέους δρόμους όπως αυτό.

Σήμερα ουδείς αμφιβάλλει ότι πρόκειται για έργο-ορόσημο του περασμένου αιώνα. Δεν είναι παράξενο: ελάχιστα μουσικά έργα ανοίγουν διάπλατους νέους δρόμους όπως αυτό. Οι ήχοι και οι δομές του υπήρξαν πρωτόγνωρα. Οι ορίζοντες που ξαφνικά αποκάλυπτε στους ανυποψίαστους ακροατές, συναρπαστικοί. Μοιάζουν σαν ένα ταξίδι μέσα σε μια συγκλονιστική «πνευματική ζούγκλα» που άνθρωπος δεν την είχε δει ποτέ ξανά. Ωστόσο δεν πρυτανεύει το χάος, αλλά η οργάνωσή του. Παραμένει έτσι αυτό το έργο, για όποιον έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του, μια μοναδική ακουστική εμπειρία.
Οταν όμως πριν από 100 χρόνια, στις 29 Μαΐου 1913, Η «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι, κάθε άλλο παρά τέτοια ήταν η πρόσληψή της: ο Ιγκορ Στραβίνσκι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει έξαλλος το Theatre des Champses – Elysees υπό τα γιουχαΐσματα του κοινού που παρακολουθούσε την παγκόσμια πρεμιέρα του έργου σε μορφή μπαλέτου – από τα ρωσικά μπαλέτα του Ντιαγκίλεφ. Χρειάστηκε να περάσει ένας χρόνος ώσπου ο επίμονος συνθέτης να επανέλθει, αυτή τη φορά με την ορχηστρική μορφή του, για να γνωρίσει, στην ίδια πόλη – ίσως και από το ίδιο κοινό – την αποθέωση, όταν ο Πιερ Μοντέ το διηύθυνε στις 5 Απριλίου 1914 στο Casino de Paris.
Φυσικά, υπήρξαν και εκείνοι που είχαν καταλάβει από την αρχή: οι ιδιοφυΐες αναγνωρίζουν αμέσως τις ιδιοφυΐες. Αυτό συνέβη με τους δύο «πατριάρχες» της γαλλικής μουσικής, τον Κλοντ Ντεμπυσί και τον Μορίς Ραβέλ, οι οποίοι συνειδητοποίησαν αμέσως τη σημασία του έργου και ενθάρρυναν τον δημιουργό του. Εκτοτε η «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» πέτυχε κάτι σπάνιο, στα όρια του μοναδικού: έγινε θρύλος στον καιρό της. Τη λάτρεψαν όχι μόνο το κοινό και η κριτική αλλά, το πιο δύσκολο απ’ όλα, οι ομότεχνοι του συνθέτη.

Ανοιξε νέους δρόμους
Δεν πρέπει να υπάρχει άλλο έργο, τουλάχιστον της «ύστερης» περιόδου της μουσικής, με τέτοια επίδραση στις επόμενες γενιές. «Πώς θα ήταν δυνατόν να ξεφύγει κανείς από την «ατομική βόμβα» που συνιστά η «Ιεροτελεστία»;» είχε αναρωτηθεί ο Αρθουρ Χόνεγκερ, καθώς άνοιγε εντελώς νέους δρόμους στις τεχνικές και στις κατευθύνσεις της σύνθεσης.
Ο Χόνεγκερ, πολύ σημαντικός συνθέτης ο ίδιος, δεν ήταν ο μόνος που συνέδεσε την πορεία του με την «Ιεροτελεστία»: για τον Ελιοτ Κάρτερ, έναν από τους κορυφαίους συνθέτες του μεταπολεμικού κόσμου, η επίδραση ήταν ακόμη πιο βαθιά. Οπως έχει αφηγηθεί, «η «Ιεροτελεστία» ήταν τόσο ενδιαφέρουσα που (σ.σ.: ακούγοντάς την) αποφάσισα να γίνω συνθέτης». Στην Αμερική άλλωστε η επίδρασή της υπήρξε επίσης πολύ μεγάλη: ο Ααρον Κόπλαντ τη χαρακτήρισε «το πιο εντυπωσιακό ορχηστρικό επίτευγμα του 20ού αιώνα», ενώ τα σημάδια της είναι καταφανή και στις συνθέσεις του… υμνητή της Λέοναρντ Μπερνστάιν.
Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις είναι όμως εκείνη που έγραψε στο ημερολόγιό του το 1931 ο κορυφαίος άγγλος συνθέτης του 20ού αιώνα Μπέντζαμιν Μπρίτεν, σύμφωνα με την οποία βρήκε το έργο «τρομακτικό», εξηγώντας γιατί το θαύμασε, αν και δεν το αγάπησε. Πίσω στην πατρίδα του Στραβίνσκι, τη Ρωσία, ο ομότεχνός του Μιασκόφσκι έγραψε το πρώτο σημαντικό κείμενο που αναγνώριζε τη σημασία της «Ιεροτελεστίας» αμέσως μετά την πρεμιέρα του έργου στη Μόσχα το 1914 από τον Σέργιο Κουσεβίτσκι, μετέπειτα διευθυντή της Συμφωνικής της Βοστώνης. Ο Προκόφιεφ υπήρξε επίσης ενθουσιώδης, σε αντίθεση με τον Σοστακόβιτς ο οποίος είχε αρκετές επιφυλάξεις.
Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι καμία άλλη μουσική σύνθεση του 20ού αιώνα, με ενδεχόμενη εξαίρεση τη «Θάλασσα» του Ντεμπυσί και το Κοντσέρτο για Ορχήστρα του Μπέλα Μπάρτοκ, δεν γνώρισε τέτοιο εύρος συναυλιακών παρουσιάσεων και ηχογραφήσεων όσο η «Ιεροτελεστία της Ανοιξης».
Οι πρώτες ηχογραφήσεις του έργου έγιναν στο Παρίσι το 1929 από τον Πιερ Μοντέ και αμέσως μετά από τον ίδιο τον Στραβίνσκι. Πολύ γρήγορα ο Λέοπολντ Στοκόφσκι τούς ακολούθησε στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Ωστόσο η ανάπτυξη της τεχνολογίας των ηχογραφήσεων υπήρξε καθοριστική για ένα έργο που αποτελεί εκρηκτικό συνδυασμό ήχων: η επιτυχία του στις αίθουσες συναυλιών άρχισε να αποτυπώνεται από νωρίς και στη δισκογραφία, ενώ δεν είναι λίγοι οι κορυφαίοι αρχιμουσικοί που το ηχογράφησαν δύο ή και περισσότερες φορές, σε διάφορα στάδια εξέλιξης της δισκογραφικής τεχνικής: μονοφωνικώς, στα χρόνια της στερεοφωνίας και στην ψηφιακή εποχή.

Τι περιέχει το CD box
Οχι λιγότερες από 38 ηχογραφήσεις της «Ιεροτελεστίας» συγκεντρώνονται μαζί για πρώτη φορά σε ένα CD box που εξέδωσε η δισκογραφική εταιρεία DECCA για τα 100 χρόνια από τη δημιουργία της. Η πρώτη, του Βαν Μπάινουν, με την ορχήστρα Κονσέρτχεμπαου του Αμστερνταμ, έρχεται από το 1946, ενώ η τελευταία, τον Γκουστάβ Ντουνταμέλ, από το 2010. Ανάμεσά τους βρίσκει κανείς ονόματα-θρύλους: Ανσερμέ, Μοντέ, Φριτσάι, Ντοράτι, Λάινστορφ, Κάραγιαν, Μπερνστάιν, Αμπάντο, Λιβάιν, Κόλιν Ντέιβις, Χάιτινγκ, Ρατλ, Μπουλέζ – για να αναφέρουμε μόνον ορισμένους από τους αρχιμουσικούς που έχουν διευθύνει την «Ιεροτελεστία» για δίσκους των εταιρειών DECCA, Deutsche Grammophon και Philips, από τις οποίες προέρχονται οι 38 ηχογραφήσεις που περιέχει το CD box. (Να σημειωθεί ότι συμπεριλαμβάνονται και τρεις ηχογραφήσεις της εκδοχής του έργου για πιάνο ντούο.) Μια τέτοια συλλογή ερμηνευτικών προσεγγίσεων δεν έχει προηγούμενο. Πρόκειται για έναν πραγματικό «παράδεισο» για τους φίλους αυτής της τόσο ιδιαίτερης σύνθεσης που άλλαξε για πάντα τον κόσμο της μουσικής.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk