Το ευρωομόλογο είναι ασπιρίνη

Θα ακουστεί ολίγον αιρετικό για την εποχή. Αλλά οι Γερμανοί δεν έχουν άδικο. Αν τα κράτη της ευρωζώνης δεν προχωρήσουν εγκαίρως σε δημοσιονομική εξισορρόπηση, δεν θα έλθει η ανάκαμψη. Και αν δεν προηγηθεί η δημοσιονομική λιτότητα, η όποια προσπάθεια για περισσότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση και εισαγωγή ενός ομοσπονδιακού συστήματος διακυβέρνησης θα είναι αποτυχημένη. Αν δεν υπάρξουν πλεονασματικοί προϋπολογισμοί στην Ευρώπη, δεν θα μπορέσει να υπάρξει ποτέ κοινό ευρωπαϊκό χρέος ή πιο απλά ευρωομόλογο.

Ακόμη και αν υπήρχε συναίνεση στην ευρωζώνη για το θέμα της έκδοσης ευρωομολόγου, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν θα ήταν εξασφαλισμένη αν δεν περιοριζόταν ο επενδυτικός κίνδυνος. Δηλαδή αν δεν ήταν σίγουροι οι Αμερικανοί, Ασιάτες, Ρώσοι και λοιποί επενδυτές που θα τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους σε ένα μελλοντικό ευρωομόλογο ότι δεν θα τα χάσουν. Το 2011 το δημόσιο χρέος των 17 κρατών της ευρωζώνης ήταν 8,2 τρισ. ευρώ και ανερχόταν στο 87,2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της ευρωζώνης. Το 2012 το μέγεθος αυτό αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερο, αφενός διότι ο κρατικός δανεισμός στις χώρες του ευρώ συνεχίζεται, αφετέρου διότι το ΑΕΠ της ευρωζώνης θα συρρικνωθεί περαιτέρω.

Αν λοιπόν αύριο εκδιδόταν ευρωομόλογο, κάτι που θα σήμαινε ότι τα χρέη των κρατών-μελών θα έδιναν τη θέση τους στο κοινό ευρωπαϊκό χρέος, αυτό το χρέος θα ήταν κοντά στο 90% του ΑΕΠ της ευρωζώνης. Δηλαδή η ευρωζώνη θα έβγαινε στις αγορές για δανεισμό έχοντας ήδη πολύ υψηλό χρέος, κάτι που θα αποτυπωνόταν στο κόστος δανεισμού της.

Το επιτόκιο αναφοράς ενός μελλοντικού ευρωομολόγου θα είναι ο σταθμισμένος μέσος όρος των επιτοκίων των ομολόγων των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι οι ισχυρές χώρες θα δανείζονται με υψηλότερο κόστος από αυτό που ισχύει σήμερα και οι αδύναμες χώρες-μέλη με χαμηλότερο επιτόκιο από το σημερινό.

Η αξιόπιστη και φερέγγυα Γερμανία πληρώνει σήμερα επιτόκιο μόλις 1,77% για τα δεκαετή ομόλογα και 0,14% για τα ομόλογα διετούς διάρκειας που εκδίδει, ενώ η Ελλάδα είναι αποκλεισμένη από τις αγορές. Στην καλύτερη λοιπόν περίπτωση (λόγω στάθμισης) το επιτόκιο του ευρωομολόγου θα ήταν στη δεκαετία κοντά στο 3%, δηλαδή πλησίον του σημερινού κόστους δανεισμού της Γαλλίας. Γιατί λοιπόν η Γερμανία να αποδεχθεί το ευρωομόλογο, δηλαδή να πληρώνει πιο ακριβά τον δανεισμό της, ειδικά όταν οι υπόλοιπες χώρες δεν κάνουν αντίστοιχες θυσίες;

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι για την υφιστάμενη κρίση το ευρωομόλογο είναι ασπιρίνη. Για δύο λόγους. Ο πρώτος, διότι δεν υπάρχει χρόνος για την έκδοσή του. Βάσει της εμπειρίας αυτό θα απαιτούσε τουλάχιστον πέντε μήνες. Να υπενθυμίσω πως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) απέκτησε διοίκηση την 1η Ιουλίου 2010 και εξέδωσε το πρώτο ομόλογό του στις 25 Ιανουαρίου 2011, δηλαδή επτά μήνες μετά. Αν σήμερα η ευρωζώνη αποφάσιζε την έκδοση ευρωομολόγου, θα αντλούσε τα χρήματα από τις αγορές στο τέλος Νοεμβρίου.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα χρήματα που απαιτούνται για τις δημοσιονομικές διασώσεις στην ευρωζώνη δεν είναι διαθέσιμα στην αγορά. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, χρειάζεται 1 τρισ. ευρώ για να χρηματοδοτηθούν οι δανειακές ανάγκες των κυβερνήσεων της ευρωπεριφέρειας την επόμενη τριετία, δηλαδή 330 δισ. ευρώ ανά έτος, χρήματα που ακόμη και με το ευρωομόλογο δύσκολα θα συγκεντρωθούν.

Μέσα στις επόμενες 100 ημέρες Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία θα πρέπει να βγουν αρκετές φορές στις αγορές για να δανειστούν, κυρίως για να αναχρηματοδοτήσουν παλαιά δάνεια. Αν το υφιστάμενο αρνητικό κλίμα παραμείνει, το κόστος αυτού του δανεισμού θα είναι μεγάλο και θα τροφοδοτήσει εκ νέου την κρίση. Αλλωστε, μέχρι τον Ιούνιο αναμένεται νέος γύρος υποβαθμίσεων κρατών και τραπεζών από τους οίκους αξιολόγησης, κάτι που θα ασκήσει πρόσθετες πιέσεις.

Η παράλληλη δυσκολία δανεισμού των ευρωπαϊκών χωρών και τραπεζών (οι οποίες πασχίζουν για ανακεφαλαιοποίηση) θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε νέα χρηματοδοτική παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Εγκυρες ευρωπαϊκές πηγές μεταδίδουν ότι μπορεί να υιοθετηθούν για δεύτερη φορά τα φθηνά τριετή δάνεια της ΕΚΤ (Long-Term Refinancing Operation). Τα δάνεια αυτά, όμως, αποδείχθηκε ότι λειτούργησαν βλαπτικά για τις τράπεζες, καθώς χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά κρατικού χρέους (και την προσωρινή πτώση των spreads) και όχι για την τόνωση της ρευστότητας της οικονομίας.

Ισως η όξυνση της κρίσης, σε συνδυασμό με τις έντονες αποπληθωριστικές πιέσεις στην ευρωζώνη και την ανάγκη τόνωσης της ανάπτυξης μέσω των ευρωπαϊκών εξαγωγών, να οδηγήσει την ανεξάρτητη ΕΚΤ σε «τύπωμα» χρήματος κάποιας μορφής, κάτι που θα έδινε ανάσα στο σύστημα και θα έστελνε τα κατάλληλα μηνύματα στις αγορές. Μέχρι τότε οι Γερμανοί θα εξακολουθούν να «έχουν δίκιο» όταν ισχυρίζονται ότι το ευρωομόλογο δεν είναι πανάκεια.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk