• Αναζήτηση

ΤΣΑΡΛΣ ΣΙΜΙΚ «Στις ΗΠΑ ο λόγος του διανοουμένου δεν παίζει κανέναν ρόλο»

Από τους κορυφαίους μεταπολεμικούς αμερικανούς ποιητές, ο Τσαρλς Σίμικ γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1938 και σε ηλικία 16 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ με την οικογένειά του. Μεγάλωσε και σπούδασε στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και σήμερα ζει στο Νιου Χαμσάιρ. Στο ενεργητικό του έχει 21 ποιητικές συλλογές, 14 βιβλία μεταφράσεων (ποιητών από την πρώην Γιουγκοσλαβία κυρίως) και επτά συλλογές δοκιμίων και αναμνήσεων. Το 2007 η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου τον εξέλεξε «δαφνοστεφανωμένο ποιητή» (poet laureate).

Από τους κορυφαίους μεταπολεμικούς αμερικανούς ποιητές, ο Τσαρλς Σίμικ γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1938 και σε ηλικία 16 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ με την οικογένειά του. Μεγάλωσε και σπούδασε στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και σήμερα ζει στο Νιου Χαμσάιρ. Στο ενεργητικό του έχει 21 ποιητικές συλλογές, 14 βιβλία μεταφράσεων (ποιητών από την πρώην Γιουγκοσλαβία κυρίως) και επτά συλλογές δοκιμίων και αναμνήσεων. Το 2007 η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου τον εξέλεξε «δαφνοστεφανωμένο ποιητή» (poet laureate). Για την ποίησή του έχει τιμηθεί με δύο κορυφαία βραβεία: το Πούλιτζερ (1990) και το βραβείο Γουάλας Στίβενς (2007) από την Ακαδημία Αμερικανών Ποιητών. Πρόσφατα εκδόθηκε από την Κοινωνία των «(δε)κάτων» μια εκλογή από τα ποιήματά του με εισαγωγή του Στρατή Χαβιαρά, μεταφρασμένα ωραία από τον ίδιο και τον Ντίνο Σιώτη. Ο Τσαρλς Σίμικ έρχεται στην Αθήνα την επόμενη εβδομάδα και την 1η Νοεμβρίου θα δώσει διάλεξη και θα συνομιλήσει με το κοινό σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής στο πλαίσιο του προγράμματος Μegaron Ρlus. Με την ευκαιρία αυτή επικοινωνήσαμε μαζί του και μας παραχώρησε τη συνέντευξη αυτή αποκλειστικά για «Το Βήμα».

– Κύριε Σίμικ,μολονότι έχετε ταξιδέψει πολλές φορές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη,έρχεστε για πρώτη φορά στην Ελλάδα,αν δεν κάνω λάθος.Πώς αισθάνεστε;

«Ανυπομονώ. Είχα πολλές ευκαιρίες κατά το παρελθόν, αλλά δεν τα κατάφερα να έλθω. Στο γενεαλογικό μου δέντρο υπάρχει ελληνικό αίμα (από την πλευρά της μητέρας μου). Μου είχε πει, ακόμη, ότι όταν ήταν μικρή στην οικογένεια όλοι μπορούσαν να μιλήσουν ελληνικά εκτός από την ίδια».

– Αυτά συνέβαιναν στο Βελιγράδι; «Ναι, στο Βελιγράδι. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά το μακρινό παρελθόν οι Τούρκοι ήθελαν το εμπόριο να βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων, όχι των Σέρβων. Ετσι, προέκυψαν μεικτοί γάμοι, αλλά οι οικογένειες εκείνες με το πέρασμα του χρόνου εξαφανίστηκαν. Η μητέρα μου, για παράδειγμα, έμοιαζε πάρα πολύ με Ελληνίδα».

– Φύγατε από τη Γιουγκοσλαβία στα 15 σας χρόνια.Βέβαια ήσασταν παιδί,όχι όμως και πολύ μικρό.Πώς προσαρμοστήκατε στο νέο σας περιβάλλον;

«Γεννήθηκα το 1938 και έφυγα από τη Γιουγκοσλαβία το 1953. Τον πρώτο χρόνο τον πέρασα στο Παρίσι. Στις ΗΠΑ πήγαμε το 1954. Η προσαρμογή μου έγινε μέσα από την εκπαίδευση, αφού φοίτησα σε αμερικανικά σχολεία. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός και στη Γιουγκοσλαβία, από τη δεκαετία του ΄30 ακόμη, ερ γαζόταν σε μια αμερικανική εταιρεία. Μετά τον πόλεμο κατάφερε να φύγει από τη χώρα και να πάρει μαζί του την οικογένειά του. Η χώρα, όπως γνωρίζετε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κατεστραμμένη».

– Πώς ήλθατε σε επαφή με το αμερικανικό λογοτεχνικό περιβάλλον;

«Εγραφα ποιήματα από πολύ μικρός, από το Γυμνάσιο. Τότε ήθελα να γίνω ζωγράφος. Ζωγράφιζα πολύ εκείνα τα χρόνια. Συνέχισα όμως να γράφω. Ζούσαμε στο Σικάγο, όπου συναναστρεφόμουν τους νέους ποιητές της εποχής. Φοιτούσα στο Γυμνάσιο του Οακ Παρκ. Επειτα αποφάσισα να ζήσω μόνος μου και μετακόμισα κοντά στην Dearborn (σ.σ.: δρόμος και γειτονιά από τις πιο ονομαστές του Σικάγου), όπου έμεινα από το 1956 ως το 1958, και άρχισα να δημοσιεύω σε μικρά περιοδικά. Ολα συνέβησαν σιγά σιγά. Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Οι γονείς μου χώρισαν, έμεινα μόνος, και έπρεπε να εργάζομαι τη νύχτα και να πηγαίνω την ημέρα στο κολέγιο. Εκείνα τα χρόνια όμως ήταν πολύ εύκολο να βρεις δουλειά στην Αμερική. Ετσι, έζησα στο Σικάγο και έπειτα μετακόμισα στη Νέα Υόρκη. Συνέχισα να δημοσιεύω πάντα σε μικρά περιοδικά και σιγά σιγά να συναντώ όλο και περισσότερους λογοτέχνες, ανάμεσα σε πολλά άλλα πράγματα που έκανα εκείνο τον καιρό».

– Ποιο ήταν το αποφασιστικό γεγονός για την καθιέρωσή σας;

«Το 1967 εκδόθηκε ένα ποιητικό μου βιβλίο από τον μικρό αλλά πολύ γνωστό εκδοτικό οίκο της Καλιφόρνιας Κayak. Είχε εξαιρετική διανομή- από την ίδια εταιρεία που είχε διένειμε και το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ. Εκδότης ήταν ο Τζορτζ Χίτσκοκ (σ.σ.: ο Χίτσκοκ εξέδωσε βιβλία πολύ γνωστών αργότερα αμερικανών συγγραφέων, όπως ο Φίλιπ Λιβάιν, ο Ρόμπερτ Μπλάι και ο Τζέιμς Τέιτ). Το βιβλίο πήρε ευνοϊκές κριτικές και έτσι άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστό το όνομά μου. Επειτα εξέδωσα και δεύτερο βιβλίο και άρχισα να παίρνω κάποια βραβεία. Πέρασε όμως καιρός ώσπου να καθιερωθώ».

– Πώς νιώσατε όταν σας πρότειναν από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου τη θέση του «δαφνοστεφανωμένου ποιητή» (poet laureate);

«Στην αρχή δεν ήθελα να δεχτώ, αλλά ένα από τα παιδιά μου το θεώρησε πολύ σημαντικό. Ετσι δέχτηκα και μου άρεσε. Εμεινα μόνο έναν χρόνο. Θα μπορούσα να μείνω άλλον έναν, όμως οι υποχρεώσεις ήταν πολλές και δεν μου άφηναν αρκετό χρόνο για γράψιμο».

– Πώς εξηγείτε το ότι η ποίηση του Καβάφη είναι τόσο δημοφιλής και η φήμη του μεγαλώνει όλο και περισσότερο,77 χρόνια μετά τον θάνατό του; ότι έχουν πρόσφατα μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Μέντελσον ακόμη και τα αποκηρυγμένα του ποιήματα; «Ο Καβάφης είναι μεγάλος ποιητής. Ειδικά όμως με τις μεταφράσεις που αναφέρετε αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ήταν γκέι (σ.σ.: όπως και ο Μέντελσον). Παρά το γεγονός ωστόσο ότι κάποια ποιήματά του, όπως το Περιμένοντας τους βαρβάρους”, ακούγονται θαυμάσια στα αγγλικά, για πολλά άλλα δεν ισχύει το ίδιο. Μοιάζουν επίπεδα και διαβάζοντάς τα αναρωτιέται κανείς πού είναι ο μεγάλος ποιητής. Αυτός είναι ο λόγος που πολλαπλασιάζονται συνεχώς οι μεταφράσεις του Καβάφη. Οι μεταφραστές προσπαθούν να αναδείξουν τον μεγάλο ποιητή που στις προγενέστερες μεταφράσεις δεν φαινόταν».

– Γνωρίζετε άλλους σημαντικούς έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα;

«Γνωρίζω αρκετά καλά την ποίηση του Ρίτσου. Διάβαζα πολύ Ρίτσο στα νιάτα μου. Και νομίζω ότι έχει γράψει εξαιρετικά ποιήματα».

– Σας ευχαριστώ πολύ. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑΣ
«Μου πρόσφεραν πολλά λεφτά για να μεταφράσω ποιήματα του Κάρατζιτς»

Το τελευταίο βιβλίο με ποιήματα του Ράντοβαν Κάρατζιτς όπως είχε εκτεθεί το 2005 (όταν ο ίδιος ήταν καταζητούμενος) στο Εθνικό Μουσείο του Ποζάρεβατς, γενέθλιας πόλης του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς

– Εχετε στενούς δεσμούς με τον γενέθλιο τόπο σας.Μεταφράσατε,για παράδειγμα,στα αγγλικά πολλούς ποιητές από τη Σερβία,την Κροατία και τη Σλοβενία.

«Οι δεσμοί πάντα υπήρχαν και ανανεώθηκαν το 1990.Εγραψα τότε αμέτρητα κείμενα που αφορούσαν τη γιουγκοσλαβική κρίση,αλλά τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον μου έχει αισθητά περιοριστεί.

Ημουν στο Βελιγράδι πριν από τρία χρόνια.Πάντοτε μου άρεσε όταν βρισκόμουν εκεί.Είμαι Σέρβος, φυσικά, αλλά έπειτα από 57 χρόνια που έχω φύγει από τη χώρα είμαι πολύ πιο παθιασμένος με τα όσα συμβαίνουν στην αμερικανική πολιτική σκηνή και με τα προβλήματα των ΗΠΑ».

– Ξέρουμε ότι πολλοί είναι οι υπεύθυνοι για τη γιουγκοσλαβική τραγωδία.Πέραν όμως των προσώπων,ποια είναι κατά τη γνώμη σας η βασική αιτία;

«Είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη ιστορία.Υπό το κομμουνιστικό καθεστώς είχαμε μια τάξη ανθρώπων που κατείχαν την εξουσία και τεράστιο πλούτο και έστελναν τα παιδιά τους σε ευρωπαϊκά σχολεία. Κάτω από την απειλή του κινδύνου να τα χάσουν όλα έγιναν εθνικιστές».

– Μέσα σε μία νύχτα; «Ναι,σε μία νύχτα.Αρχισαν να πηγαίνουν στην εκκλησία,να σταυροκοπιούνται επιδεικτικά και να επιδίδονται σε εθνικιστικά κηρύγματα.Η Γιουγκοσλαβία ήταν πολύ δύσκολο να διαλυθεί γιατί υπήρχαν πλήθος γάμοι ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικές Δημοκρατίες,όπως και πολλές μειονότητες σε κάθε Δημοκρατία».

– Ποιος ήταν ο ρόλος του Μιλόσεβιτς;

«Ο Μιλόσεβιτς υπήρξε ο απόλυτος ηλίθιος.Ηταν ένας τύπος που,αν για παράδειγμα έπαιζες σκάκι μαζί του,θα σου έλεγε ότι επιτρέπεται να κουνήσεις μόνο αυτά και αυτά τα κομμάτια…Η Σερβία ήταν πανίσχυρη,αλλά αυτός ήταν ηλίθιος και την οδήγησε στην καταστροφή.Ποτέ δεν κατάλαβε τι συνέβαινε γύρω του.Ωστόσο,ακόμη και αν δεν υπήρχαν ο Μιλόσεβιτς, ο Ιζετμπέκοβιτς και ο Τούτζμαν,θα ήταν πολύ δύσκολο να διαλυθεί με ειρηνικό τρόπο η Γιουγκοσλαβία.Θα ήταν εξαιρετικά περίπλοκο».

– Γι΄ αυτό επέλεξαν τον πόλεμο… «Είναι μια τρομερά θλιβερή ιστορία.Μιλάμε για ανθρώπους που ζούσαν πολύ καλά επί δεκαετίες. Και οι συγγραφείς επικοινωνούσαν μεταξύ τους και διάβαζαν από κοινού στα διάφορα φεστιβάλ και στις πολιτιστικές εκδηλώσεις».

– Για εμάς ήταν σοκαριστικό που ποιητές σαν τον Λάλιτς και πεζογράφοι σαν τον Πάβιτς πήραν θέση υπέρ του Μιλόσεβιτς, όπως και η Σερβική Ακαδημία.Και ουδείς μπορούσε να πιστέψει ότι ο Κάρατζιτς ήταν ποιητής.Δεν μοιάζει με μαύρο υπερρεαλισμό;

«Ο Κάρατζιτς όντως είναι,εκτός από εγκληματίας, και κάκιστος ποιητής.Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία δέχτηκα ένα τηλεφώνημα αργά το βράδυ από έναν Σέρβο που μου πρόσφερε ένα τεράστιο ποσόν για να μεταφράσω τα ποιήματα του Κάρατζιτς.Είχα μείνει τόσο έκπληκτος ώστε το μόνο το οποίο έλεγα συνεχώς ήταν “μα είναι εγκληματίας”…Εκείνος όμως συνέχιζε να επιμένει λέγοντας “ω,έλα τώρα” κτλ.Ηταν απίστευτο!».

– Τι γνώμη έχετε σχετικά με το σχέδιο για ανεξάρτητο Κοσσυφοπέδιο; «Πρόκειται για fait accompli (τετελεσμένο γεγονός).Και δεν είναι τωρινό.Υπάρχει μια διάσημη αναφορά από τον σέρβο θεατρικό συγγραφέα Λούσιτς.Το 1911 τον ρώτησαν σχετικά και από τότε είχε πει “ξεχάστε το,θα το χάσετε”. Ηταν ξεκάθαρο από πολύ καιρό ότι το Κοσσυφοπέδιο θα χανόταν για τη Σερβία.Και εδώ έχουμε την ανοησία του Μιλόσεβιτς,ο οποίος, ενώ μπορούσε να κάνει μια συμφωνία με τον τότε ηγέτη των Αλβανών Ιμπραήμ Ρουγκόβα προσφέροντας ένα είδος ενισχυμένης αυτονομίας στους Αλβανούς,έκανε το εντελώς αντίθετο».

– Ας αφήσουμε τη Γιουγκοσλαβία και ας έλθουμε στην Αμερική.Πώς είναι η κατάσταση στις ΗΠΑ μετά τον Μπους; Είναι καλύτερη;

«Η κατάσταση με τα οικονομικά είναι πολύ δύσκολη.Και τώρα αρχίζουν να γίνονται ορατά τα προβλήματα.Αν λ.χ. διασχίσετε τη Νέα Αγγλία,θα παρατηρήσετε ότι όλες οι πόλεις όπου υπάρχουν εργοστάσια είναι πολύ καταθλιπτικά μέρη.Εγκαταλειμμένα κτίρια, πλήθος ανέργων,δεν υπάρχουν πλέον δουλειές.Περνώ τρεις ημέρες την εβδομάδα στη Νέα Υόρκη όπου διδάσκω στο πανεπιστήμιο.Η Νέα Υόρκη δείχνει μια χαρά.Αν πάτε όμως σε άλλα μέρη, στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, στις Συρακούσες ή στο Ρότσεστερ,είναι καταθλιπτικά.Οι βιομηχανίες,τα εργοστάσια έχουν φύγει από τη χώρα.Η αμερικανική βιομηχανία αποφάσισε πριν από χρόνια να μεταφέρει τα εργοστάσιά της στο εξωτερικό επειδή το εργατικό κόστος στην Αμερική είναι πολύ υψηλό.Δεν βλέπω πώς μπορεί να διορθωθεί η κατάσταση».

– Και ο Ομπάμα; Τι γνώμη έχετε για αυτόν;

«Είναι άτολμος.Και το κόμμα του, των Δημοκρατικών,έχει γίνει πολύ επιφυλακτικό.Φοβάται μήπως ενοχλήσει το μεγάλο κεφάλαιο. Στις επόμενες εκλογές οι Δημοκρατικοί θα χάσουν μερικές έδρες στο Κογκρέσο.Οι άνθρωποι είναι τόσο απελπισμένοι που θα ψηφίσουν ξανά όσους έφεραν στην εξουσία τον Μπους και την παρέα του,που τους οδήγησαν στη δυστυχία τα χρόνια της διακυβέρνησής τους».

– Ποιος μπορεί να είναι ο παρεμβατικός ρόλος ενός συγγραφέα ή διανοουμένου σε τέτοιες περιπτώσεις; Πόσο επιδρά ο λόγος του;

«Στις ΗΠΑ ο λόγος του διανοουμένου δεν παίζει κανέναν ρόλο.O βαθμός της επίδρασής του είναι μηδέν.Πριν από τον πόλεμο στο Ιράκ πολλοί,και εγώ μαζί τους,είχαμε προειδοποιήσει για τις συνέπειες που θα είχε ένας τέτοιος πόλεμος.Ηταν σαν να μην είχε ειπωθεί τίποτε.Τώρα είμαστε κολλημένοι εκεί και κάθε μέρα σκοτώνεται κόσμος».

Πολιτισμός
Σίβυλλα
Helios Kiosk