Η ληστεία που σημειώθηκε προ ημερών στη Συλλογή Buehrle της Ζυρίχης ήταν, αν μη τι άλλο, μια από τις πιο γρήγορες της Ιστορίας: τρία μόλις λεπτά χρειάστηκαν, σύμφωνα με μαρτυρίες, οι ληστές για να εξαφανιστούν μαζί με τα έργα «Αγόρι με κόκκινο γιλέκο» του Πολ Σεζάν (1890), «Ο υποκόμης Λέπιτς και οι κόρες του» του Εντγκάρ Ντεγκά (1871), «Παπαρούνες κοντά στο Βετέιγ» του Κλοντ Μονέ (1880) και «Ανθισμένα κλαδιά καστανιάς» του Βικέντιου βαν Γκογκ (1890). Λίγο αργότερα, ο διευθυντής της Συλλογής Buehrle Λούκας Γκλόορ σημείωνε ότι οι κλεμμένοι πίνακες αποτελούσαν το κεντρικό μέρος της Συλλογής, ενώ το «Αγόρι με κόκκινο γιλέκο» είναι ένας από τους πιο γνωστούς πίνακες του Σεζάν.
Η ταχύτητα και η βιαιότητα της ληστείας κατέπληξαν πολλούς. Οι ληστές, φορώντας μάσκες του σκι, ακινητοποίησαν στο πάτωμα τους φρουρούς και τους υπόλοιπους υπαλλήλους και ξήλωσαν τους πίνακες από τον τοίχο, όσο ένας εξ αυτών απειλούσε το προσωπικό με αυτόματο όπλο. Παρ’ ότι η Συλλογή Buehrle διαθέτει εξελιγμένο σύστημα συναγερμού, οι ληστές διέφυγαν πολύ προτού καταφθάσει η αστυνομία. Και μολονότι οι ελβετικές αρχές τονίζουν ότι τα σύνορα της χώρας παρακολουθούνται αδιάκοπα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ληστεία αποτελεί πλήγμα για το γόητρο μιας χώρας που υπερηφανεύεται για την ασφάλεια την οποία προσφέρει και είναι γνωστή ως «ο τραπεζίτης του κόσμου». Το εθνικό γόητρο επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα είχαν κλαπεί δύο έργα του Πικάσο, από πολιτιστικό κέντρο κοντά στη Ζυρίχη. Πάντως όσοι γνωρίζουν συγκρίνουν την ταραχή που προκάλεσε το συμβάν στη Συλλογή Buehrle με εκείνη που είχε προκαλέσει η ληστεία στο Μουσείο Isabella Stewart Gardner της Βοστώνης, όταν το 1990 είχαν κλαπεί έργα του Ρέμπραντ, του Βερμέερ και άλλων.
Η αξία των έργων που εκλάπησαν από τη Συλλογή Buehrle αγγίζει τα 164 εκατ. δολάρια, ο δημιουργός της Συλλογής, Εμιλ Μπέρλε, είχε συγκεντρώσει σημαντικά έργα ιμπρεσιονιστών και μεταϊμπρεσιονιστών ζωγράφων, χάρη στην περιουσία που του είχε χαρίσει η πώληση αντιαεροπορικών όπλων στη ναζιστική Γερμανία.
Ισως η πιο διάσημη κλοπή έργου τέχνης στην Ιστορία – παρά την ιδιοτυπία της – είναι αυτή της «Τζιοκόντας». Ο παράγοντας της ταραχής είναι πάντοτε σημαντικός: κανένας δεν πίστευε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό. Ο διευθυντής του Μουσείου του Λούβρου Τεοφίλ Ομόλ είχε μάλιστα καυχηθεί ότι θα ήταν «σαν να προσπαθείς να κλέψεις έναν από τους πύργους της Παναγίας των Παρισίων». Δεν πέρασε ούτε ένας χρόνος ώσπου να διαψευστεί.
Στις 22 Αυγούστου 1911 ένας επισκέπτης παρατήρησε ξαφνικά ότι εκεί όπου βρισκόταν ο πίνακας του Λεονάρντο ντα Βίντσι ο τοίχος ήταν άδειος. Το αδιανόητο είχε συμβεί. Η «Μόνα Λίζα» είχε κλαπεί. Το Λούβρο παρέμεινε κλειστό επί μία εβδομάδα για να διευκολυνθεί η έρευνα. Από τον Τεοφίλ Ομόλ ζητήθηκε η παραίτησή του. Τα στοιχεία όμως ήταν ισχνά. Η αστυνομία βρήκε την κορνίζα του πίνακα σε μια εσωτερική σκάλα του μουσείου. Ενα δακτυλικό αποτύπωμα βρέθηκε στην κορνίζα αλλά δεν οδήγησε πουθενά.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Αλφρέντο Γκέρι, γνωστός έμπορος τέχνης και παλαιοπώλης από τη Φλωρεντία, έλαβε ένα γράμμα που έλεγε ότι ο αποστολέας είχε στην κατοχή του τη «Μόνα Λίζα». Ο αποστολέας υπέγραφε ως «Λεονάρντο». Λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο κατάστημα του Γκέρι στη Φλωρεντία και είπε ότι είχε τον πίνακα στο ξενοδοχείο του. Εξήγησε ότι τον είχε κλέψει για να τον επιστρέψει στην Ιταλία όπου δικαιωματικά έπρεπε να βρίσκεται. Δήλωσε ότι ήθελε μισό εκατομμύριο λιρέτες και τη διαβεβαίωση ότι ο πίνακας θα αναρτηθεί στα Uffizi της Φλωρεντίας. Ο Γκέρι, έξυπνα σκεπτόμενος, συμφώνησε στην τιμή αλλά είπε ότι ο διευθυντής των Uffizi έπρεπε να δει τον πίνακα προτού δεχθεί να τον εκθέσει στο μουσείο. Την επόμενη ημέρα ο Γκέρι και ο διευθυντής των Uffizi πήγαν στο ξενοδοχείο. Ο «Λεονάρντο» τούς έδειξε τον πίνακα. Στο πίσω μέρος ήταν η σφραγίδα του Λούβρου. Ηταν η αληθινή «Μόνα Λίζα». Ο διευθυντής των Uffizi είπε ότι έπρεπε, για να σιγουρευτεί, να συγκρίνει τον πίνακα με άλλα έργα του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ο «Λεονάρντο» δεν είχε αντίρρηση. Ο διευθυντής και ο Γκέρι έφυγαν με τη «Μόνα Λίζα» υπό μάλης και ο «Λεονάρντο» – το αληθινό του όνομα ήταν Βιντσέντσο Περούτζια – συνελήφθη λίγο αργότερα. Η «Μόνα Λίζα» επεστράφη στο Λούβρο στις 30 Δεκεμβρίου 1913.
Ο Βιντσέντσο Περούτζια είχε εργαστεί στο Λούβρο το 1908 και ήξερε τη διάταξη του χώρου. Μπήκε στο μουσείο, πρόσεξε ότι η αίθουσα Carre ήταν άδεια, άρπαξε τη «Μόνα Λίζα», πήγε στην εσωτερική σκάλα, έβγαλε τον πίνακα από την κορνίζα και βγήκε από το μουσείο με το έργο κάτω από το παλτό του.
Η ληστεία της «Τζιοκόντας» αποδείχθηκε ότι υπήρξε απλούστερη από ό,τι πολλοί φαντάζονταν. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με άλλες διάσημες ληστείες, τις οποίες βλέπουμε ασφαλώς με λιγότερο ρομαντισμό, καθ’ ότι δεν μας χωρίζουν από αυτές 97 χρόνια. Το 1990 ίσως έχει γίνει η πιο διάσημη ληστεία έργων τέχνης των τελευταίων χρόνων. Δύο άνδρες μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς λήστεψαν το Μουσείο Isabella Stewart Gardner της Βοστώνης και εξαφανίστηκαν με πίνακες του Ρέμπραντ, του Βερμέερ, του Μανέ, του Ντεγκά κ.ά., αξίας 300 εκατ. δολαρίων.
Ο κατάλογος δεν έχει τέλος: το 1994 ληστές έδεσαν χειροπόδαρα τον νυχτοφύλακα της Πινακοθήκης Schirn της Φραγκφούρτης και έκλεψαν έργα αξίας 50 εκατ. δολαρίων. Στην Εθνική Πινακοθήκη Μοντέρνας Τέχνης της Ρώμης το 1998 τρεις οπλισμένοι ληστές εισέβαλαν, κλείδωσαν τους φύλακες στην τουαλέτα αφού τους ανάγκασαν να αποσυνδέσουν τον συναγερμό και έγιναν καπνός με έναν πίνακα του Σεζάν και δύο του Βαν Γκογκ, συνολικής αξίας 30 εκατ. δολαρίων. (Λίγους μήνες αργότερα ευτυχώς οι πίνακες βρέθηκαν και επεστράφησαν στην πινακοθήκη.) Το 1999 οι υπάλληλοι της Πινακοθήκης της Υόρκης παρακολουθούσαν δεμένοι και φιμωμένοι τους ληστές να κλέβουν 20 πίνακες, ανάμεσά τους και μια υδατογραφία του Τέρνερ. Και η ρωσική αστυνομία αναζητεί ακόμη δύο κλεμμένα γλυπτά του Αυγούστου Ροντέν, επί συνόλου 40.000 έργων τέχνης που έχουν κλαπεί σε ρωσικό έδαφος και εξακολουθούν να αγνοούνται.
Ασφαλώς, συχνά, κάποια κλεμμένα έργα εντοπίζονται, όπως στην περίπτωση της πασίγνωστης «Κραυγής» του Εντβαρντ Μουνκ, που είχε κλαπεί από την Εθνική Πινακοθήκη του Οσλο το 1994, ή του πίνακα του Ρούμπενς, τον οποίο βρήκε η ιρλανδική αστυνομία πριν από έξι χρόνια στο Βόρειο Δουβλίνο. Επρόκειτο για έναν από τους δεκαοκτώ που είχε κλέψει πριν από 16 χρόνια η συμμορία του διαβόητου ιρλανδού κακοποιού Μάρτιν Κάιλ. Τα έργα είχαν κλαπεί από το σπίτι του Σερ Αλφρεντ Μπάιτ, εμπόρου χρυσού και πολύτιμων λίθων. Ο Σερ Αλφρεντ, μάλλον κακότυχος, δεν έπεσε θύμα ληστείας μόνο μία φορά. Τον είχαν ληστέψει συνολικά τρεις φορές, με συνταρακτικότερη ίσως τη ληστεία του 1974, όταν ο Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός τού είχε κλέψει 19 πίνακες, αφού είχε δέσει τον ίδιο και τη γυναίκα του χειροπόδαρα.
Οι πίνακες που εντοπίζονται ωστόσο είναι σίγουρα λιγότεροι από αυτούς που παραμένουν άφαντοι. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ειδικής βρετανικής υπηρεσίας Art Loss Register, η αξία των έργων τέχνης που κλέβονται ανά τον κόσμο κάθε χρόνο φθάνει τα 4,8 δισ. δολάρια.
