Για πρώτη φορά εφαρμόζεται στο «Prestige» η βιολογική αποδόμηση του αργού πετρελαίου, που έχει απομείνει στα τοιχώματα των δεξαμενών του ναυαγίου, με τη βοήθεια μικροοργανισμών που ζουν στον βυθό της θάλασσας

Τα BAKTHPIA που «τρώνε» το μαζούτ

Τα BAKTHPIA που «τρώνε» το μαζούτ Για πρώτη φορά εφαρμόζεται στο «Prestige» η βιολογική αποδόμηση του αργού πετρελαίου, που έχει απομείνει στα τοιχώματα των δεξαμενών του ναυαγίου, με τη βοήθεια μικροοργανισμών που ζουν στον βυθό της θάλασσας ΛΑΛΙΝΑ ΦΑΦΟΥΤΗ Εκατοντάδες δισεκατομμύρια βακτήρια υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή «τρώνε» το μαζούτ που είναι κολλημένο στα τοιχώματα των δεξαμενών του «Prestige»,

Τα BAKTHPIA που «τρώνε» το μαζούτ | tovima.gr

Εκατοντάδες δισεκατομμύρια βακτήρια υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή «τρώνε» το μαζούτ που είναι κολλημένο στα τοιχώματα των δεξαμενών του «Prestige», στον βυθό του Ατλαντικού Ωκεανού, στα ανοιχτά των ακτών της Γαλικίας. Εφαρμόζοντας για πρώτη φορά σε τέτοιες συνθήκες τη μέθοδο της βιολογικής αποκατάστασης, οι ισπανικές αρχές και οι ειδικοί εκτιμούν ότι το αργότερο σε 15 χρόνια το πετρέλαιο θα έχει μετατραπεί σε διοξείδιο του άνθρακα και νερό χωρίς επιβλαβείς συνέπειες για το περιβάλλον. Τον περασμένο Οκτώβριο η πετρελαϊκή εταιρεία Repsol, η οποία έχει αναλάβει το έργο της απορρύπανσης, κατόρθωσε να περισυλλέξει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που εξακολουθούσε να είναι κλεισμένο στις δεξαμενές του ναυαγίου και, σε συνεργασία με ερευνητές από το Ινστιτούτο Υδατος και την Ομάδα Περιβαλλοντικής Μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου της Γρανάδας, το Πανεπιστήμιο Α&Μ του Τέξας και το Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας της Μασσαλίας, πέρασε στην τελική φάση του προγράμματός της. Αυτή συνίσταται στη βιολογική αποδόμηση του μαζούτ, που έχει απομείνει στα τοιχώματα των δεξαμενών και στην πρύμνη του ναυαγίου, με τη βοήθεια μικροοργανισμών που ζουν στον βυθό της θάλασσας.


H λεγόμενη «βιολογική αποκατάσταση» (bioremediation) είναι πολλά υποσχόμενη και φιλική προς το περιβάλλον μέθοδος απορρύπανσης από τοξικά απόβλητα, η οποία τα τελευταία χρόνια αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένων μελετών. Στηρίζεται στη χρησιμοποίηση μικροοργανισμών οι οποίοι «τρέφονται» με τις τοξικές ουσίες που έχουν προκαλέσει τη ρύπανση, με αποτέλεσμα να τις μεταβολίζουν και να τις διασπούν σε αβλαβή για το περιβάλλον συστατικά. Εχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για τον καθαρισμό μολυσμένων με τοξικά απόβλητα εδαφών, ακτών και της επιφάνειας υδάτων, ιδιαίτερα σε ποταμούς. Είναι όμως η πρώτη φορά που εφαρμόζεται σε μεγάλο βάθος και για τον καθαρισμό δεξαμενών πετρελαιοφόρου.


Το έργο παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες. H βιολογική αποδόμηση του βαρέος μαζούτ που μετέφερε το «Prestige» είναι δύσκολη και, επί πλέον, οι επιστήμονες δεν γνώριζαν αν βακτήρια τα οποία μπορούν να μεταβολίσουν υδρογονάνθρακες μπορούν να ζήσουν υπό τις συνθήκες υψηλών πιέσεων και χαμηλών θερμοκρασιών που επικρατούν σε βάθος 3.600 μ. όπου βρίσκεται το ναυάγιο. Αρχικά υπήρξε η σκέψη να εισαχθούν «ξένα» βακτήρια, απορρίφθηκε όμως γιατί οι συνέπειες που μπορεί να είχε μια τέτοια μαζική εισαγωγή στο συγκεκριμένο οικοσύστημα ήταν άγνωστες. Αναλύοντας δείγματα νερού από το σημείο του ναυαγίου, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι απαραίτητοι για τη βιολογική αποκατάσταση μικροοργανισμοί ζούσαν ήδη εκεί. Ετσι αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την οικολογικά πιο ισορροπημένη μέθοδο της «ενίσχυσής» τους με ειδικά θρεπτικά συστατικά, τα οποία αυξάνουν τον ρυθμό πολλαπλασιασμού και εντείνουν και επιταχύνουν τη δράση τους.


«Δεν γνωρίζαμε αν υπήρχε έντονη μικροβιακή δραστηριότητα στα 4.000 μέτρα βάθος» λέει στην εφημερίδα «El Pais» η Κονσεπσιόν Κάλβο, μικροβιολόγος του Ινστιτούτου Υδατος του Πανεπιστημίου της Γρανάδας. «Τα βακτήρια όμως υπάρχουν τελικά παντού, ακόμη και σε πολύ πιο εχθρικά οικοσυστήματα. Διαπιστώσαμε ότι δίπλα στο «Prestige» υπήρχαν μικροοργανισμοί ικανοί να αποδομήσουν το πετρέλαιο και ότι μπορούσαμε να τους ενισχύσουμε ώστε να αναπτυχθούν περισσότερο».


Υστερα από έρευνες κατέληξαν ότι το ιδανικό θρεπτικό συστατικό για την ενίσχυση των αυτόχθονων βακτηρίων που αποδομούν ταχύτερα και καλύτερα τους σε μεγάλο ποσοστό αρωματικούς υδρογονάνθρακες του μαζούτ ήταν ένα μείγμα από άλατα αζώτου, φωσφόρο, ποτάσσιο και μικρές ποσότητες σιδήρου και θειούχων αλάτων, το οποίο ονόμασαν ΝΡΚ. «Τα πειράματα» επισημαίνει μιλώντας στον Europa Press ο διευθυντής της Ομάδας Περιβαλλοντικής Μικροβιολογίας του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Χεσούς Γκονσάλες «έδειξαν ότι το καλύτερο φυσικό «όχημα» για το μείγμα αυτό θα ήταν ένα λίπασμα βραδείας απελευθέρωσης ώστε τα συστατικά να απελευθερώνονται μέσα στις δεξαμενές με τον κατάλληλο ρυθμό».


Τον περασμένο Οκτώβριο περίπου 60 τόνοι αυτού του θρεπτικού «κοκτέιλ» εισήχθησαν στις σφραγισμένες πλέον δεξαμενές του «Prestige» και αφέθηκαν να δράσουν. Με βάση τις δοκιμές στο εργαστήριο, οι επιστήμονες υπολογίζουν ότι το ΝΡΚ θα πολλαπλασιάσει κατά 10.000 τα υπάρχοντα βακτήρια, αυξάνοντας τον αριθμό τους από 10.000 σε 100.000 ανά χιλιοστό του λίτρου. Το «κοκτέιλ» είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να πολλαπλασιάσει όχι μόνο τους αυτόχθονες μικροοργανισμούς του νερού αλλά και αυτούς που βρίσκονται στο μαζούτ και στα παράγωγα ιζήματά του. Ο κ. Γκονσάλες όμως σημειώνει ότι οι αυτόχθονες θαλάσσιοι μικροοργανισμοί είναι αυτοί που θα επιτελέσουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου.


Για την περισυλλογή και τον καθαρισμό του μαζούτ που είχε απομείνει στις δεξαμενές του «Prestige», η Repsol εκπόνησε και εφήρμοσε ένα πραγματικά πρωτοποριακό και δαπανηρό πρόγραμμα (συνολικού κόστους 100 εκατ. ευρώ) και μια σειρά από τεχνικές οι οποίες χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά – δέσμες νετρονίων για τον υπολογισμό της ποσότητας του πετρελαίου, ειδικούς σάκους-οχήματα για την περισυλλογή του, ειδικά ρομπότ για να εργαστούν σε τόσο μεγάλο βάθος και τη μέθοδο βιολογικής αποκατάστασης που περιγράφεται εδώ. H εταιρεία κατόρθωσε να περισυλλέξει περίπου 13.000 τόνους (οι οποίοι και επωλήθησαν αποφέροντας το ποσό των δύο εκατ. ευρώ) και υπολογίζει ότι στα τοιχώματα των δεξαμενών και στα σημεία της πρύμνης όπου δεν μπόρεσε να φθάσει, απομένουν συνολικά 1.300 τόνοι πετρελαίου.


Οπως ανακοίνωσαν οι ειδικοί της, τα βακτήρια θα τους έχουν εξαφανίσει πλήρως μέσα σε 15 χρόνια. Ορισμένοι όμως, και μεταξύ αυτών ο κ. Γκονσάλες, δηλώνουν περισσότερο αισιόδοξοι, θεωρώντας ότι το χρονικό διάστημα του πλήρους καθαρισμού θα είναι μικρότερο.

Science
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk