ΣΤΑ ΜΕΣΑ της δεκαετίας του ’80 το όνομα «Χαλυβουργική» φέρεται αναμεμειγμένο σε υπόθεση υποτιμολογήσεων και υπερτιμολογήσεων. Ενα εξοντωτικό πρόστιμο, που αργότερα θα «καταρρεύσει», επιβάλλεται στην εταιρεία από το υπουργείο Εμπορίου. Τα ηνία της «Χαλυβουργικής» έχει αναλάβει ήδη από το 1975 ο Δημήτρης Αγγελόπουλος, ο οποίος τον Απρίλιο του 1986 πέφτει θύμα δολοφονικής επίθεσης από την τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη». Τότε λέγεται η χαλυβουργία άρχισε να συμβιβάζεται με την ιδέα ότι ίσως να μην έκανε καλά που δεν στράφηκε και αυτή σε εμπορικές δραστηριότητες. Οι ευρωπαϊκές χώρες δαπανούσαν τεράστια κεφάλαια για να επιδοτούν τις χαλυβουργίες τους όχι όμως και η Ελλάδα.
Την ίδια περίοδο η πίεση από το εισαγωγικό εμπόριο μεγάλωνε. Η «Χαλυβουργική», υπό την ηγεσία πλέον του Παναγιώτη Αγγελόπουλου, δεν σταμάτησε ποτέ να επενδύει και να εκσυγχρονίζεται κατά πολύ λιγότερο όμως από όσο τον παλιό καλό καιρό. Είχε αρχίσει ήδη να αναζητεί μεγάλες αγορές στο εξωτερικό για τη διάθεση των προϊόντων της και κυρίως των πλατέων χαλυβουργικών προϊόντων. Το ήμισυ σχεδόν της παραγωγής εξάγεται στην Ιταλία, σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και σε χώρες της Απω Ανατολής.
Η διετία 1988-89 ήταν «χρυσή» για όλες τις ελληνικές χαλυβουργίες καθώς ανέβηκαν στα ύψη οι τιμές. Γρήγορα όμως, μετά τις αλλαγές σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο στην Ανατολική Ευρώπη αλλά και τα πρόσθετα μέτρα που ελήφθησαν σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες για τη στήριξη του χαλυβουργικού τομέα, οι ελληνικές χαλυβουργίες επλήγησαν. Το 1990 η παραγωγή της «Χαλυβουργικής» έπεσε περίπου στις 950.000 τόνους. Οι εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ από άλλες χώρες των Βαλκανίων καθώς επίσης και οι εισαγωγές από τη γειτονική Ιταλία, που επιδοτεί με εύσχημο τρόπο τις χαλυβουργίες της, έπληξαν καίρια την ελληνική χαλυβουργία. Χρόνο με τον χρόνο οι εισαγωγές αυξάνονται και η παραγωγή της «Χαλυβουργικής» υποχωρεί το 1993 στις 650.000 τόνους. Η πίεση στις τιμές καθίσταται αφόρητη και πολλές φορές οι πωλήσεις γίνονται αναγκαστικά σε τιμές που αφήνουν ζημιά συχνά μεγάλη. Είναι η περίοδος όπου η «Χαλυβουργική» αρχίζει να έχει μεγάλες απώλειες από συναλλαγματικές διαφορές.
Είναι επίσης η περίοδος όπου οι τέσσερις βασικές χαλυβουργίες της Ελλάδας αρχίζουν να επικρίνουν τα οικονομικά υπουργεία για «παροχή αθρόων αδειών εισαγωγής χαλυβουργικών προϊόντων από τρίτες χώρες» και να ζητούν ευνοϊκότερη τιμολόγηση από τη ΔΕΗ, αναφέροντας ότι η ιταλική χαλυβουργία προμηθεύεται την ηλεκτρική ενέργεια στη μισή τιμή από ό,τι η ελληνική. Η παραγωγή της «Χαλυβουργικής», στην οποία ηγετικό ρόλο έχει αναλάβει πλέον η τρίτη γενιά των Αγγελόπουλων, το 1994 μειώνεται ακόμη περισσότερο, όπως και ο αριθμός των εργαζομένων. Το επόμενο έτος, 1995, οι τιμές ανακάμπτουν αλλά η παραγωγή μόλις που ξεπερνά τις 725.000 τόνους χάλυβος. Την περίοδο 1994-95 στις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης οι άδειες εισαγωγής χαλυβουργικών προϊόντων μειώνονται κατά 10% αλλά στην Ελλάδα αυξάνονται κατά 98%.
Την ίδια στιγμή όπου οι ελληνικές χαλυβουργίες υποχρεώνονται να διέλθουν από μια δαιδαλώδη και πολυδάπανη διαδικασία πιστοποίησης των προϊόντων τους για να τα εξάγουν σε κάποια άλλη χώρα, η Ελλάδα συνεχίζει να αδυνατεί να εφαρμόσει ένα αποτελεσματικό σύστημα ποιοτικού ελέγχου για τα εισαγόμενα προϊόντα. Ετσι δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι από τις αρχές του 1996, με δεδομένη την κρίση στην ευρωπαϊκή αγορά χάλυβος, η Ελλάδα κατακλύζεται από εισαγωγές συχνά σε τιμές ντάμπινγκ χαλυβουργικών προϊόντων από την Ιταλία, την Ισπανία και τις Βαλκανικές χώρες…
