Η πρώτη – μετά τον τοκετό – μεταμόρφωση

ΜΑΝΤΟΝΑ Η πρώτη - μετά τον τοκετό - μεταμόρφωση «Είμαι η βασίλισσα της απόγνωσης» δήλωσε πρόσφατα η Μαντόνα Λουίζα Τσικόνε στον βρετανικό Τύπο, εγκαινιάζοντας το ολοκαίνουργο ίματζ της. Πόσοι από εμάς την πιστεύουμε; Ημουν 13 χρόνων όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα της Μαντονομανίας, στις αρχές της δεκαετίας του ''80: τα κοριτσάκια όλου του κόσμου κυκλοφορούσαν με δαντελωτά γάντια χωρίς «δάχτυλα»

Η πρώτη – μετά τον τοκετό – μεταμόρφωση



«Είμαι η βασίλισσα της απόγνωσης» δήλωσε πρόσφατα η Μαντόνα Λουίζα Τσικόνε στον βρετανικό Τύπο, εγκαινιάζοντας το ολοκαίνουργο ίματζ της. Πόσοι από εμάς την πιστεύουμε;


Ημουν 13 χρόνων όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα κρούσματα της Μαντονομανίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’80: τα κοριτσάκια όλου του κόσμου κυκλοφορούσαν με δαντελωτά γάντια χωρίς «δάχτυλα» και χιλιάδες βραχιόλια στα χέρια, που τα βροντούσαν ηχηρά προσπαθώντας να λικνισθούν στους γλυκερούς ήχους τού «Like a Virgin» και του «Material Girl». Ημουν και εγώ ένα από αυτά τα κοριτσάκια. Οι γονείς μου δεν είπαν τίποτε όταν είδαν το δωμάτιο της θυγατέρας τους καλυμμένο ως το ταβάνι με αφίσες μιας αναμαλλιασμένης «τραγουδιάρας», άρχισαν όμως να τα χάνουν όταν συνειδητοποίησαν ότι κλεινόμουν με τις ώρες στο σαλόνι για να «χτυπηθώ», ωσάν ξεπεσμένη μετα-πανκ μαινάδα, ακούγοντας κάτι «χαζοχαρούμενα» τραγουδάκια.


Δεν θυμάμαι πόσο ακριβώς κράτησε όλη αυτή η ιστορία. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το απερίγραπτο συναίσθημα απογοήτευσης που με κυρίευσε όταν το είδωλό μου άλλαξε «λουκ» το 1986, με το «True Blue»: πάνε οι δαντέλες και τα βραχιόλια, πάνε τα κρεπαρισμένα μαλλιά, πάνε όλα. Ποια είναι αυτή με το αγορίστικο κούρεμα, το πλατινέ μαλλί και το επιμελημένο ντύσιμο; Εψαχνα απεγνωσμένα να βρω μια δικαιολογία για αυτή την κοσμοϊστορική ρήξη. Ενιωθα προδομένη, χαμένη: πώς τόλμησε να μας το κάνει αυτό; Για πρώτη φορά τότε κατάλαβα ότι δεν υπάρχει καμιά σταθερή αξία σ’ αυτή την παλιοζωή.



Με το πέρασμα των χρόνων και τον ερχομό της εφηβείας δεν άργησα να απαρνηθώ τα παλιά μου είδωλα και να στραφώ σε άλλα, πιο «επαναστατικά», πιο «γνήσια», πιο «ροκ». Τη Μαντόνα δεν ήθελα ούτε να την βλέπω. Αντιπροσώπευε όλα αυτά που μάθαινα να απεχθάνομαι: την ελαφρότητα, την επιφανειακότητα, το «ξεπούλημα» της ροκ, την επέλαση των κατάπτυστων δυνάμεων του μάρκετινγκ. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μια σκεπτόμενη έφηβη που σέβεται τον εαυτό της και αναζητεί μια λύση σε όλα τα συνταρακτικά προβλήματα που μαστίζουν τη σύγχρονη κοινωνία; Η εν λόγω έφηβη σαφώς θα προτιμήσει τη «μαυρίλα» των περιθωριακών συγκροτημάτων (Smiths, Cure και Joy Division), που γράφουν τόσο «σκοτεινούς» στίχους, έχουν αυτοκαταστροφικές τάσεις και συνθέτουν «ποιοτική» μουσική. Το 1989, όταν κυκλοφόρησε το «Like a Prayer», η Μαντόνα ήταν πια παρελθόν για μένα. Είχα, βλέπετε, εισχωρήσει σε νέες μουσικές σφαίρες, όπου δεν υπήρχε καθόλου χώρος για ελαφρόμυαλες και ατάλαντες «τραγουδιάρες».


Ευτυχώς η εφηβεία κάποτε έφθασε στο ένδοξο τέλος της ­ τουλάχιστον έτσι αρέσκομαι να πιστεύω. Τα χρόνια περνούσαν και η Μαντόνα εκεί, να αναδύεται ξανά και ξανά, κάθε φορά διαφορετική, κάθε φορά πιο «αποκαλυπτική». Η κάθε νέα εμφάνισή της αποτελούσε γεγονός που κανένας δεν άφηνε ασχολίαστο: η Μαντόνα γοργόνα, η Μαντόνα με ζαρτιέρες να περιφέρεται στους διαδρόμους του Ritz, η Μαντόνα να κάνει ολόγυμνη οτοστόπ, η Μαντόνα με έναν μαύρο να της κρατάει το στήθος, η Μαντόνα να χαϊδεύεται με τη Ναόμι Κάμπελ, η Μαντόνα να αυνανίζεται μπροστά στο ξέφρενο κοινό της, η Μαντόνα «Εβίτα», η Μαντόνα το ένα, το άλλο, τα… πάντα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια μεταμόρφωση που δεν την έχει ήδη σκαρφιστεί ή κάποια σεξουαλική στάση που δεν την έχει ήδη πάρει μπροστά στον φακό. Μοιάζει σαν μια τεράστια, καλοσχεδιασμένη συνωμοσία: οι καλύτεροι σχεδιαστές, οι καλύτεροι φωτογράφοι, οι καλύτεροι στυλίστες ­ όλοι πίσω της, να βάζουν τα δυνατά τους να την ικανοποιήσουν, να την κάνουν αγνώριστη, να την στέψουν αδιαμφισβήτητη βασίλισσα της ποπ ­ και όχι μόνον.


Σιγά σιγά, όπως έχετε ίσως ήδη καταλάβει, σταμάτησα να βλέπω τη Μαντόνα με κριτικό μάτι. Σταμάτησα να περιμένω από εκείνη να γίνει κάτι που δεν ήθελε να γίνει, που δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει. Αρχισα λοιπόν να απολαμβάνω αυτά που μπορούσε σίγουρα να μου προσφέρει: μια αισθητική ικανοποίηση, μια ευχάριστη μελωδία, κάποια χορευτικά κομμάτια που με έστελναν ­ και με στέλνουν ­ ανελλιπώς στην πίστα… Με λίγα λόγια, την άφησα ­ και την αφήνω ­ να με διασκεδάζει. Και επιπλέον ομολογώ ότι της βγάζω το καπέλο: τόσα χρόνια έχουν περάσει και εκείνη, 39 χρόνων πια, βρίσκει συνεχώς καινούργιους τρόπους να τραβάει την προσοχή μας. Ισως, από την άλλη, ο λόγος που δεν έχουμε κουραστεί να είναι ότι έχει τελικά κάτι ενδιαφέρον να μας πει. Ακόμη και τώρα που έγινε μητέρα και «ηρέμησε» και δεν προσπαθεί πλέον να μας σοκάρει. Ισως ακριβώς να την πιστεύουμε όταν δηλώνει ότι είναι η «βασίλισσα της απόγνωσης».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version