Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος

H έκθεση «Everything Τhat’s Ιnteresting Ιs Νew» στο Εργοστάσιο της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, το 1996, είχε αφήσει εποχή. Ηταν ένα πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα εικαστικό πρότζεκτ, σε αυτή συμμετείχαν πάνω από εκατό καλλιτέχνες διεθνούς ακτινοβολίας. Ανάμεσά τους και ο Μάρτιν Κιπενμπέργκερ, ο οποίος είχε πει: «Δεν θεωρώ αυτού του είδους την έκθεση «ομαδική». Είναι περισσότερο ένα one man show, ενός ανθρώπου, του συλλέκτη». Ο Δάκης Ιωάννου μειδιά όταν του το θυμίζω. «Ετσι είναι, δεν έχω αναστολές για αυτό». Οντως είναι έτσι. Το ιδιοσυγκρασιακό και ασυμβίβαστο Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ, μέσω του οποίου διοργανώθηκε η έκθεση, είναι μια πλατφόρμα πολιτισμού άρρηκτα συνδεδεμένη με την προσωπικότητα του Δάκη Ιωάννου.


Αριστερή φωτογραφία: Ο Δάκης Ιωάννου με τον καλό του φίλο, τον ιταλό εικαστικό Μαουρίτσιο Κατελάν, στον καναπέ Serpentone της Τσίνι Μποέρι.

Μεσαία φωτογραφία: Η Λιέτα και ο Δάκης Ιωάννου στην Κύπρο το 1970, τη χρονιά που παντρεύτηκαν.

Δεξιά φωτογραφία: Στην Υδρα το 1987 με τους Τζεφ Κουνς (αριστερά), Νταν Φρίντμαν και Τζέφρι Ντάιτς.

Εφέτος συμπληρώνονται 33 χρόνια της νομαδικής δραστηριότητάς του. Ακόμη και η επισήμανση της επετείου δεν θα μπορούσε να συνδεθεί με ένα στρογγυλό νούμερο. «Γιατί στα 33 χρόνια; Αυτό είναι ένα μυστήριο… Πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς. Εντάξει, ας σας δώσω ένα στοιχείο: το νούμερο μπορεί να διαβαστεί και ανάποδα». Ο Δάκης Ιωάννου δεν είναι άνθρωπος που φλυαρεί, δεν μιλάει με στόμφο για τον εαυτό του, τη συλλογή του ή το έργο του ΔΕΣΤΕ. Και είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι βάζει «κόφτη» σε όσους επιχειρούν να το κάνουν στη θέση του με παραπάνω ζέση. Κοινώς, είναι immune, όπως λένε οι Αγγλοι, στην κολακεία. «Δεν περνάνε αυτά τα πράγματα» λέει και το εννοεί, καθισμένος σε έναν καναπέ στο σπίτι του, το οποίο ενίοτε λειτουργεί και σαν μουσείο, τριγυρισμένος από τέχνη που τραβάει το βλέμμα και τέρπει τις αισθήσεις. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει απρόσιτος, όμως, τελικά, πίσω από το αυστηρό ανάχωμα, εκτοξεύει ριπές χιούμορ στον συνομιλητή του εντελώς απροειδοποίητα και δημιουργεί ένα ευχάριστο κλίμα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το όνομά του είναι μαγνήτης για τους απανταχού καλλιτέχνες, επιμελητές, δημοσιογράφους, socialites της τέχνης και έχει εμφανιστεί σε πηχυαίους τίτλους στις μεγαλύτερες εφημερίδες του κόσμου, καθώς επίσης και στις λίστες με τους ισχυρότερους ανθρώπους της τέχνης παγκοσμίως. Αναπόφευκτα, όταν πριν από μερικά χρόνια αποφάσισε να αποκτήσει προφίλ στο Facebook, μέσα σε ελάχιστο χρόνο είχε πάνω από χίλια αιτήματα φιλίας. «Δεν μπορούσα να μείνω, κατάργησα το προφίλ μου. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, γιατί φεύγεις με τρομερή δυσκολία και το όνομά σου παραμένει πάντα εκεί μέσα».

Δέστε τη Διεθνή Ελληνική Σύγχρονη Τέχνη
Δεν εκπλήσσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι εν είδει εορτασμού της αντισυμβατικής επετείου «εξομολογείται» την προσωπική του ιστορία και την πορεία του ΔΕΣΤΕ μέσα από μια πληθωρικότατη έκδοση περίπου 900 σελίδων, με τίτλο «DESTE: 33 YEARS», σε επιμέλεια Κάρεν Μάρτα, Νιλ Μακ Κλίστερ και Ελένης Μιχαηλίδη. Ούτε ότι όταν αναφέρεται στα πεπραγμένα του Ιδρύματος εκτός βιβλίου, επιλέγει να βγει από το κάδρο, ή έστω μισοεμφανίζεται σε αυτό, γιατί θέλει να αποδιώξει τα φώτα της δημοσιότητας από πάνω του για να τα στρέψει στους νέους έλληνες και κύπριους καλλιτέχνες. Τριάντα τρεις από αυτούς –για καθένα από τα τριάντα τρία χρόνια του ΔΕΣΤΕ -, με ανώτατο όριο ηλικίας περίπου τα 35 χρόνια, θα παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο Μουσείο Μπενάκη από τις 17 Ιουνίου. Οι χαρισματικοί «Equilibrists/ Εξισορροπιστές», όπως είναι ο τίτλος της έκθεσης, επιλέχτηκαν από τους επιμελητές του New Museum της Νέας Υόρκης, Γκάρι Καριόν-Μουραγιάρι και Χέλγκα Κριστόφερσεν, έπειτα από προσωπική τους έρευνα, καθώς και χάρη στις προτάσεις «είκοσι και πλέον επιμελητών, καλλιτεχνών και συγγραφέων στην Ελλάδα ύστερα από επισκέψεις τους σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κύπρο, Λονδίνο, Βερολίνο». Της επιμέλειας προΐσταται βέβαια ο Μασιμιλιάνο Τζιόνι, καλλιτεχνικός διευθυντής του New Museum, επιμελητής της 55ης Μπιενάλε Βενετίας και παλιός γνώριμος του Δάκη Ιωάννου. «Το ΔΕΣΤΕ αντί να στραφεί στο παρελθόν κοιτάζει προς τα εμπρός και εστιάζει στο μέλλον της νέας τέχνης στην Ελλάδα» σημειώνεται στο δελτίο Τύπου της έκθεσης. Κι όμως, κατά μία έννοια μοιάζει να ανατρέχει στις ρίζες του. Ελάχιστοι θυμούνται ότι το ακρωνύμιο που έγινε γνωστό σε όλον τον κόσμο και συνδέθηκε με την ανάδειξη ορισμένων από τους πιο διάσημους καλλιτέχνες και επιμελητές στον κόσμο, όπως ο Τζεφ Κουνς, ο Μαουρίτσιο Κατελάν ή ο προαναφερθείς Μασιμιλιάνο Τζιόνι, δεν σημαίνει απλώς «κοιτάξτε» ούτε παραπέμπει μόνο στην προτροπή «δέστε τους», ένα χιουμοριστικό σχόλιο για το ανοιχτό μυαλό, την τρέλα αν θέλετε, του ιδρυτή του και των συνεργατών του. Οταν ο Δάκης Ιωάννου ίδρυε το ΔΕΣΤΕ το 1984 σε συνεργασία με τις επιμελήτριες Αντελίνα φον Φίρστενμπεργκ και Εφη Στρούζα, έπειτα από την καθοριστική καθοδήγηση του κριτικού τέχνης και θεωρητικού πατέρα του «Νέου Ρεαλισμού», Πιερ Ρεστανί, έδινε στο εγχείρημά του έναν σαφή διεθνή προσανατολισμό ορμώμενος από τη φιλοδοξία «να παρουσιάζει την τέχνη μέσα στο πλαίσιο της εποχής της». Ομως, ΔΕΣΤΕ σημαίνει κατά βάση Διεθνής Ελληνική Σύγχρονη Τέχνη. «Ηταν ιδέα της Εφης» επισημαίνει ο Δάκης Ιωάννου.
Η Εφη Στρούζα ήταν και η πρώτη διευθύντριά του, η μία από τις δύο που είχε ποτέ το Ιδρυμα. Η δεύτερη ήταν η ιδρυτική διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης στο Ψυχικό, Κατερίνα Γρέγου, την περίοδο 1997-2002. Με εξαίρεση τη «θητεία» τους, το ΔΕΣΤΕ παρέμεινε και παραμένει «ακέφαλο» και χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα. «Ολα απλώς συμβαίνουν, δεν υπάρχει στρατηγικός σχεδιασμός» λέει ο Δάκης Ιωάννου. «Αυτό που ήθελα ήταν να αναπτύσσω εκθέσεις μέσα από έναν ανοιχτό διάλογο με φίλους και συνεργάτες».
Οταν ο Δάκης συνάντησε την ποπ αρτ και τον σουρεαλισμό


Η επαφή του Δάκη Ιωάννου με την τέχνη απ’ ό,τι φαίνεται είχε νομοτελειακό χαρακτήρα, ενώ τα γονίδιά του προϊδέαζαν για τον μελλοντικό κοσμοπολιτισμό του. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τα Λεύκαρα, μια κωμόπολη με παράδοση στη δημιουργία και στο εμπόριο κεντημάτων, οι κάτοικοι της οποίας ταξίδευαν στην Ευρώπη για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και γίνονταν έτσι φορείς ενός πολιτισμού που ξεπερνούσε τα στενά όρια του μικρού, επαρχιακού δήμου.


Ο Δάκης Ιωάννου στον κήπο του ΔΕΣΤΕ στη Νέα Ιωνία πίσω από το επετειακό λεύκωμα για τα 33 χρόνια του Ιδρύματος.

Από τη γενέτειρά του Κύπρο στο αμερικανικό Κολλέγιο της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε το 1958 –«οι γονείς μου είχαν ακούσει κάποιες ιστορίες με τον ΕΟΚΑ και με έφεραν στην Ελλάδα» -, έως τις ΗΠΑ, όπου σπούδασε πολιτικός μηχανικός σε Κορνέλ και Κολούμπια, και τη Ρώμη, όπου πήγε το 1964 για να συμπληρώσει τις ακαδημαϊκές γνώσεις του με ένα διδακτορικό στην αρχιτεκτονική, αναζητούσε με το βλέμμα του την τέχνη. «Πικάσο, για παράδειγμα, το πιο εύκολο που μπορούσες να δεις μέσα από τα βιβλία στην Κύπρο», στη συνέχεια Κλε και Βαν Γκογκ στην Αθήνα και έπειτα στη Νέα Υόρκη ζωντανά και in situ τον αφρό των καλλιτεχνών της ποπ αρτ «Τζονς, Γουόρχολ, Λιχτενστάιν» και στην Ιταλία «Ντε Κίρικο, Μαντσού, Μαρίνι, αλλά όχι arte povera».

Οταν ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σπουδές του, οι γονείς του τον ρώτησαν τι δώρο θα ήθελε να του κάνουν. «Εγώ, βέβαια, ήθελα έναν Ντε Κίρικο, αλλά θα ήταν ένα πολύ ακριβό δώρο» θα πει. Ζήτησε τελικά και έλαβε το «Il grande bersaglio tricolore», ένα έργο του Λούτσιο ντελ Πέτσο που συνδύαζε την ποπ αρτ με τη μεταφυσική ζωγραφική. Αυτό είναι το πρώτο έργο που απέκτησε ποτέ ο Δάκης Ιωάννου, πολύ πριν διανοηθεί καν ότι κάποτε όχι μόνο θα ξεκινούσε μια συλλογή, αλλά και ότι θα γινόταν ένας από τους σπουδαιότερους συλλέκτες σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Την ίδια εποχή έκανε τη δική του απόπειρα να δημιουργήσει ένα έργο τέχνης. Ηταν ένα μπουκάλι κόκα-κόλα με μια πίπα κολλημένη πάνω της, ένα ολόλευκο γλυπτό όπου «η ποπ αρτ συναντούσε τον σουρεαλισμό». Το γνώριζαν ελάχιστοι, όμως το 2014, με αφορμή τα 75α γενέθλιά του, ανέθεσε στον ελβετό καλλιτέχνη Ουρς Φίσερ να αναπαραγάγει 500 αντίγραφα εκείνου του αρχικού έργου για να το στείλει σε φίλους και συνεργάτες «ως ένα δώρο γενεθλίων από την ανάποδη». «Επαιζα, ποτέ δεν ισχυρίστηκα ότι είμαι καλλιτέχνης. Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να αφιερώσει τη ζωή του στην τέχνη. Δεν λέω ότι δεν μπορείς να το κάνεις για την πλάκα και για το κέφι σου. Αλλά δεν μπορείς μετά να έχεις απαιτήσεις».
Εκείνος γνώριζε πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να αφιερωθεί στην τέχνη κατ’ αυτόν τον απόλυτο τρόπο. Το 1967 γύρισε, λοιπόν, στην Κύπρο για να εργαστεί στην οικογενειακή επιχείρηση, την κατασκευαστική εταιρεία που είχε συνιδρύσει ο πατέρας του το 1941 ως «Ιωάννου και Παρασκευαΐδης» προκειμένου να συνδράμει τους Βρετανούς στην κατασκευή των κατάλληλων υποδομών για τις πολεμικές επιχειρήσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου –τελικά μία από τις μεγαλύτερες εργολήπτριες εταιρείες σε Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική και Ελλάδα. Μετά την εισβολή μετακόμισε μαζί με τη σύζυγό του, Λιέτα, στο Λονδίνο και λίγα χρόνια αργότερα, το 1980, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ζει έκτοτε. «Δεν είχαμε ούτως ή άλλως σκοπό να μείνουμε μόνιμα στο Λονδίνο λόγω των παιδιών μας. Θέλαμε να μεγαλώσουν σαν Ελληνες, να έχουν ελληνική συνείδηση. Βλέπαμε τα παιδιά των Ελλήνων που μεγάλωναν στην Αγγλία και δεν ήταν ούτε Εγγλέζοι ούτε Ελληνες. Τα εγγόνια τους, δε, ήταν Εγγλέζοι κανονικοί».
Η πολιτισμική γεωμετρία και ο έλληνας καλλιτέχνης



«One Ball Total Equilibrium Tank» (1985) του Τζεφ Κουνς, το έργο με το οποίο εγκαινίασε τη συλλογή του ο Δάκης Ιωάννου.

Με ελληνική συνείδηση, λοιπόν, αλλά διεθνή ορίζοντα, ο Δάκης Ιωάννου ίδρυσε το ΔΕΣΤΕ μία χρονιά αφότου είχε πραγματοποιηθεί η έκθεση «Emerging Images» με έργα Διοχάντης, Ρένας Παπασπύρου και Γιώργου Λαζόγκα, μεταξύ άλλων, στο ξενοδοχείο Intercontinental, το οποίο είχε μόλις ανοίξει από την εταιρεία Joannou Family and partners. Λίγο μετά, η Αντελίνα φον Φίρστενμπεργκ τον σύστησε στον άνθρωπο που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην τροπή που θα έπαιρνε η ενασχόλησή του με την τέχνη. Ο αμερικανός γκαλερίστας και επιμελητής Τζέφρι Ντάιτς τον έφερε σε επαφή με την καυτή εικαστική σκηνή του East Village της Νέας Υόρκης, μια γειτονιά με περίπου 60 γκαλερί τότε. «Αισθάνθηκα ότι εκεί υπήρχε τρομερή φρεσκάδα, μια τρομακτική ενέργεια και ότι γινόταν μια καινούργια αρχή. Μια έκρηξη δημιουργικότητας που είχε ως αποτέλεσμα μια τέχνη η οποία είχε μεν σχέση με την καθημερινότητα, αλλά είχε χωνέψει πολλά παλαιότερα κινήματα: τον μινιμαλισμό, τον σουρεαλισμό, τον ντανταϊσμό, το conceptualism». Ανάμεσα στις γκαλερί και η International with Monument, στην οποία αντίκρισε το έργο που εγκαινίασε επισήμως τη συλλογή του. Ηταν μια μπάλα του μπάσκετ που αιωρούνταν μέσα σε ένα ενυδρείο, το «One Βall Τotal Εquilibrium Τank» ενός καλλιτέχνη που τον έλεγαν Τζεφ Κουνς. «Αισθάνθηκα ότι είχα αντικρίσει ένα αριστούργημα, μια δυνατή, αρχέγονη εικόνα, ένα αρχέτυπο». Κόστιζε 3.000 δολάρια και το αγόρασε «με έκπτωση 10%». «Μέχρι τότε αγόραζα έργα για να τα κρεμάω στον τοίχο. Νόμιζα ότι το να συλλέγεις σήμαινε να συγκεντρώνεις τρόπαια για να τα κρεμάσεις πάνω από τον καναπέ. Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτό. Επειτα από εκείνη την αγορά και τη γνωριμία μου με τον Τζεφ και τους άλλους καλλιτέχνες της εποχής, έργα των οποίων απέκτησα, ανακάλυψα ότι είχα συλλογή και ότι η δημιουργία και η εξέλιξή της μπορούσε να είναι μια δημιουργική διαδικασία».

Η συλλογή και οι εκθέσεις που διοργάνωνε το ΔΕΣΤΕ δεν συναντιόνταν πάντα, αλλά συμβάδιζαν και αλληλοσυμπληρώνονταν. Η έκθεση που ήταν καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη του ΔΕΣΤΕ ήταν η «Cultural Geometry», το 1988. Πραγματοποιήθηκε στο Σπίτι της Κύπρου, όπου παρουσίαζε το πρόγραμμά του το ΔΕΣΤΕ από το ’88 έως το ’96, εκεί όπου έλαβαν χώρα μερικές από τις εμβληματικές και ρηξικέλευθες εκθέσεις, όπως για παράδειγμα η «Artificial Nature» (1990) ή η «Post Human» (1992-1993), προτού αποκτήσει τον πρώτο μόνιμο χώρο στο Νέο Ψυχικό, το 1998, πολύ προτού γίνει η μετακόμιση στο κτίριο της Νέας Ιωνίας, το 2004, ή εγκαινιαστούν τα ανανεωμένα Παλιά Σφαγεία στην Υδρα και τελικά η πρόσφατη συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη. Την «Πολιτισμική γεωμετρία» την είχε επιμεληθεί ο Τζέφρι Ντάιτς και σε αυτή αντιπαραβάλλονταν έργα (ξένων) καλλιτεχνών της συλλογής του Ιωάννου με κεραμικά από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Οι καλλιτέχνες θα έδιναν εφεξής τον τόνο σε όλες τις εκθέσεις που θα διοργανώνονταν, ενώ παράλληλα ο αμερικανός γραφίστας Νταν Φρίντμαν θα άλλαζε για πάντα το κόνσεπτ όσον αφορά τους καταλόγους των εκθέσεων, επινοώντας στην ουσία ένα visual essay. To ΔΕΣΤΕ ήταν στην αιχμή της πρωτοπορίας. Στα εγκαίνια της έκθεσης ένας «γνωστός έλληνας καλλιτέχνης, μεγάλης ηλικίας» πλησίασε τον Δάκη Ιωάννου. «Μου είπε: «Κύριε Ιωάννου, έχετε υποχρέωση να στηρίξετε και τους έλληνες καλλιτέχνες και όχι μόνο τους ξένους». Του λέω: «Με συγχωρείτε, εγώ σας επέβαλα τι υποχρεούστε να κάνετε, έχετε μήπως κάποια υποχρέωση απέναντί μου; Αφήστε να κάνω αυτό που θέλω και κάντε κι εσείς αυτό που θέλετε, ο καθένας τη δουλειά του»» θυμάται ο Δάκης Ιωάννου και γελάει. Για να συμπληρώσει: «Αν αρχίσεις να καθοδηγείσαι από τη γνώμη των άλλων, χάθηκες. Επειτα από αυτό το περιστατικό δεν μπορώ να πω ότι εισέπραξα καχυποψία για τις προθέσεις μου, τουλάχιστον δεν έφτασε ως εμένα. Νομίζω πήραν χαμπάρι ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα».
Η κριτική του γνωστού έλληνα καλλιτέχνη ήταν βιαστική και αποδείχθηκε αβάσιμη. Από την πρώτη κιόλας έκθεση στο Intercontinental, στα πρότζεκτ που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1983-1990 και ανέδειξαν καλλιτέχνες όπως «ο Βαρώτσος, ο Αληθεινός, ο Τότσικας κ.ά.» στις σποραδικές εκθέσεις στο Σπίτι της Κύπρου, μέχρι το «Anathena», σε επιμέλεια Μαρίνας Φωκίδη το 2006 στη Νέα Ιωνία, ή το «Part Time Punks», σε επιμέλεια των αδελφών Ιωνά, ο Ιωάννου στήριξε έλληνες καλλιτέχνες. Και έπειτα καθιέρωσε το βραβείο ΔΕΣΤΕ, το οποίο θεσμοθετήθηκε το 1999 και απονέμεται κάθε δύο χρόνια. «Ο ρόλος ο δικός μας δεν είναι να προωθήσουμε τους έλληνες καλλιτέχνες στο εξωτερικό, μόνοι τους κινητοποιούνται. Εμείς τους δίνουμε μια βάση για να μπορέσει ο κόσμος να τους δει. Αυτό κάνουμε μόνο, τους φέρνουμε στην επιφάνεια. Από ‘κεί και πέρα είναι δικό τους θέμα να βρουν γκαλερί, να δουλέψουν, να εξελιχθούν. Εγώ ποτέ δεν είχα τον ρόλο του «patron», του πάτρωνα. Δεν μου αρέσει αυτή η λέξη, ούτε θέλω αυτόν τον ρόλο, διότι δεν σκέφτομαι έτσι, ούτε συμπεριφέρομαι έτσι».
O Δάκης Ιωάννου κατηγορείται
Κατά τα λοιπά, δεν είναι λίγα εκείνα που του έχουν προσάψει. Κατ’ αρχάς, ότι είναι δέσμιος της εικόνας, ότι επιλέγει έργα που δεν έχουν βάθος πέρα από την εντυπωσιακή επιφάνειά τους. «Ναι, πιστεύω στην εικόνα, όσο και να με κατηγορούν» θα παραδεχτεί. «Αναζητώ μια εικόνα που έχει δύναμη, ένα δυνατό κόνσεπτ και παράλληλα μια αίσθηση ανθρωπιάς και χιούμορ, με την οποία μπορείς να συνδεθείς κυρίως σε συναισθηματικό επίπεδο. Ξέρεις τι άλλο μου λένε; Με ρωτάνε: «Συλλέγετε αριστουργήματα;». «Μισό λεπτό. Δεν συλλέγω αριστουργήματα, τα έργα αυτά έγιναν αριστουργήματα στην πορεία». Τι να κάνω, να απολογηθώ; Απολογούμαι».
Συχνά γίνεται αναφορά στην έλλειψη εκπαιδευτικού χαρακτήρα του ΔΕΣΤΕ. «Δεν το θεωρούσα ποτέ μέρος της δικής μου ευθύνης, δεν με ενδιέφερε να επωμιστώ τον ρόλο της εκπαίδευσης. Δεν εμπεριέχεται στο mission statement ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας όπως συμβαίνει στα μουσεία, γιατί δεν είμαστε μουσείο. Με ενδιαφέρει το κοινό, ήθελα να έρχεται σε επαφή με τον κόσμο η συλλογή, ποτέ δεν επιδίωκα να αγοράσω τέχνη για να την κρατήσω για τον εαυτό μου και να τη βλέπω μόνος μου. Αποστολή του ΔΕΣΤΕ, όμως, είναι ο διάλογος ανάμεσα στη σύγχρονη τέχνη και στον σύγχρονο πολιτισμό. Από ‘κεί και πέρα αφήνεις τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους». Η κριτική ήταν σκληρή και για την έκθεση «Skin Fruit», η οποία είχε πραγματοποιηθεί το 2010 στο New Museum σε επιμέλεια Τζεφ Κουνς. «Γιατί ήμουν στο διοικητικό συμβούλιο (trustee) του μουσείου, γιατί η συλλογή ήταν δική μου και γιατί την επιμέλεια την έκανε ο καλύτερος φίλος μου, ο οποίος επιπλέον είχε έργα του στη συλλογή. Με πήρε η δημοσιογράφος από τους «New York Times» για να μιλήσουμε και προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι το ΔΕΣΤΕ προϋπήρχε της συλλογής και ότι έτσι λειτουργούσαμε πάντα. Ακουγε, άκουγε, με είχε μια ώρα στο τηλέφωνο, και δεν έγραψε τίποτα τελικά. Μόνο αυτό που είπα στο τέλος, έπειτα από μια ερώτησή της: «Listen, I know who I am and I know what I am doing»».
Γνωρίζει φέρ’ ειπείν με βεβαιότητα ότι στον αυθόρμητο, απρόβλεπτο σχεδιασμό των δραστηριοτήτων του ΔΕΣΤΕ «αυτό που παραμένει σταθερό είναι η σχέση με τους καλλιτέχνες», όπως λέει. «Με τον τρόπο που ασχολούμαι με την τέχνη δεν με ενδιαφέρει η αγορά. Ούτε σε art fair πάω ούτε σε γκαλερί. Πηγαίνω μόνο σε στούντιο για να γνωρίζω τους καλλιτέχνες. Η αγορά γίνεται πάντα μέσω της γκαλερί, είναι απαράβατος κανόνας, γιατί δεν δέχομαι να έχω οικονομική σχέση με τους καλλιτέχνες. Γι’ αυτό και μολονότι η τέχνη έχει αποκτήσει τεράστιο γεωγραφικό εύρος, πάω μόνο μέχρις εκεί που φτάνουν τα χέρια μου. Αν υπάρχει ένας καλός κινέζος καλλιτέχνης, ας υπάρχει ένας καλός κινέζος καλλιτέχνης. Αν δεν τον γνωρίσω και αν δεν αποκτήσω κάποια σχέση μαζί του, δεν μπορώ να προχωρήσω». «Μα είναι ισότιμη μια τέτοια σχέση; Δεν έχει χαρακτήρα εξουσιαστικό η σχέση συλλέκτη και καλλιτέχνη;» θα ρωτήσω. «Οχι, είναι ισότιμη. Είμαστε φίλοι με τους καλλιτέχνες, οι κουβέντες μας είναι πάντα φιλικές. Δεν έχω πέσει ποτέ έξω σε ανθρώπους και στην προοπτική σχέσεων που δημιουργούνται. Δεν είναι ένστικτο, είναι χημεία και φαίνεται από την αρχή». Η σχέση φιλίας επεκτείνεται, βέβαια, και στους επιμελητές. Ο Μασιμιλιάνο Τζιόνι, ο επιμελητής της επερχόμενης έκθεσης «The Equilibrists / Οι Εξισορροπιστές», συνεργάζεται για πέμπτη φορά με το ΔΕΣΤΕ, από την έκθεση «Yesterday Βegins Τomorrow» (2003) μέχρι το «Alpha Omega» που επιμελήθηκε το 2010 μαζί με τον Ιωάννου. Εχει, άραγε, την ίδια καλή σχέση με άλλους συλλέκτες στην Ελλάδα και το εξωτερικό; «Βέβαια, και εδώ και έξω. Αυτό που έκανε, για παράδειγμα, ο Δημήτρης (σ.σ.: Δασκαλόπουλος) με την Αμπράμοβιτς ήταν τρομερή έκθεση. Πήγα, δεν έκανα τη Μέθοδο, δεν είχα όρεξη, αλλά είδα τη δουλειά των ελλήνων καλλιτεχνών και μου άρεσε πολύ. Δούλεψε καταπληκτικά το «As Οne». Τη Μαρίνα την ξέρω από τη δεκαετία του ’80». «Την κατηγορούν ότι έχει εμπορευματοποιήσει την τέχνη της» θα αντιτείνω. «Και λοιπόν; Τι έγινε; Ο καλλιτέχνης πρέπει να επικοινωνεί. Πρέπει να έχει γκαλερί και να πωλούνται τα έργα του, να τα βλέπει ο κόσμος. Αν δεν επικοινωνείς την τέχνη σου, τι καλλιτέχνης είσαι;».
«The Equilibrists / Οι Εξισορροπιστές»: Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς, 17/06-09/10.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ