Τους ντίλερ του εμπορίου αρχαιοτήτων, που έχει αναδειχθεί μια προσοδοφόρα επιχείρηση ανάλογη με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και όπλων, επιχειρεί να παρουσιάσει «Το Βήμα», με αφορμή την κλοπή του Μουσείου της Ολυμπίας και τη σύληψη των αρχαιοκαπήλων στη Βόρεια Ελλάδα. Σε αντίθεση όμως με τους εμπόρους των ναρκωτικών και όπλων, τα άτομα που εμπλέκονται στο εμπόριο αρχαίων αντικειμένων και προϊόντων λαθρανασκαφών με επίκεντρο την Ελλάδα, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Διακινούν τεράστια ποσά, έχουν κάνει λαμπρές σπουδές κυρίως στην αρχαιολογία, διατηρούν ισχυρές διασυνδέσεις με την «υψηλή κοινωνία», δεν διαθέτουν «εθνική ταυτότητα» και περιβάλλονται από το «καθεστώς της νομιμότητας».

Για να ξετυλίξει κανείς το κουβάρι του εμπορίου αρχαιοτήτων που προέρχονται από κλοπές αντικειμένων από μουσεία της Ελλάδα και κυρίως από λαθρανασκαφές και συλήσεις τάφων, θα πρέπει να πιάσει το νήμα του από το τέλος. Τον Δεκέμβριο του 2006 το υπουργείο Πολιτισμού κέρδισε μια μικρή μάχη με το Μουσείο Γκετί. Η διεύθυνση του Μουσείου, υπό την απειλή λήψης νομικών μέτρων, αποδέχεται να επιστρέψει στην Ελλάδα τέσσερα αντικείμενα, τα οποία αποδεδειγμένα ήταν προϊόντα λαθρανασκαφής ή κλοπών. Τα αντικείμενα αυτά ήταν ένα χρυσό μακεδονικό στεφάνι, ένα αρχαϊκό αναθηματικό ανάγλυφο του 6ου π.Χ. αιώνα, που είχε βρεθεί στη Θάσο, μια επιτύμβια πλάκα με επιγραφή από την περιοχή της Βοιωτίας και ένας αθηναϊκός μαρμάρινος κορμός γυναίκας.

Η διαπραγμάτευση με το Γκετί
Η επιστροφή των αρχαίων αντικειμένων οφειλόταν, κυρίως, στη διεθνή συγκυρία που είχε διαμορφωθεί γύρω από το εμπόριο των αρχαιοτήτων. Μετά τις αποκαλύψεις των διωκτικών αρχών της Ιταλίας, που κατάφεραν ισχυρά πλήγματα στο παράνομο εμπόριο, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ώστε οι χώρες προέλευσης να ασκήσουν ισχυρές πιέσεις σε μουσεία και ιδιώτες συλλέκτες για την επιστροφή των κλαπέντων. «Είχε διαμορφωθεί, τρόπον τινά, ένα λόμπι των χωρών προέλευσης των κλαπέντων αντικειμένων» λέει προς «Το Βήμα» ο τότε υπουργός Πολιτισμού κ. Γιώργος Βουλγαράκης, ο οποίος έκανε και τις διαπραγματεύσεις με το Μουσείο Γκετί. «Στο παιχνίδι μπήκαν και η Interpol και η Europol, ενώ αξιοποιήθηκαν και οι διεθνείς συμβάσεις περί αρχαιοτήτων. Ο ίδιος πήγα στις ΗΠΑ προκειμένου να μιλήσω στον ΟΗΕ, όπου αναμενόταν να υιοθετηθεί ψήφισμα με το οποίο η κλοπή των αρχαίων αντικειμένων θα εξομοιωνόταν με το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Στις διαπραγματεύσεις που είχα με τη διοίκηση του Γκετί πείστηκαν τελικά να αποδεχθούν εγγράφως την επιστροφή των αντικειμένων με αντάλλαγμα, τρόπον τινά, να μην τους καταγγείλω από το βήμα του ΟΗΕ. Αν και μίλησα στον ΟΗΕ, δεν είπα τίποτε για το Γκετί…». Ο κ. Βουλγαράκης παραδέχεται, ωστόσο, ότι η επιτυχία αυτή οφείλεται εν πολλοίς στους Ιταλούς. «Μια ομάδα αρχαιολόγων», λέει, «εργάστηκε επί έξι μήνες για να τεκμηριώσει ότι τα αντικείμενα ήταν προϊόντα παράνομου εμπορίου. Για αυτό τον λόγο πήγε και στην Ιταλία όπου και πήρε σημαντικά στοιχεία».
«Πρωταγωνίστρια» στην υπόθεση αυτή η Μάριον Τρου, έφορος στο μουσείο Ζαν – Πολ Γκετί. Η Τρου, όταν ανακρίθηκε από τις διωκτικές αρχές στην Ιταλία – εκκρεμούν σε βάρος της μάλιστα και δικαστικές αποφάσεις – παραδέχθηκε ότι αγόρασε το στεφάνι το 1993 αντί 1,5 εκατ. δολαρίων από τον αρχαιολόγο-αρχαιοπώλη Κριστόφ Λεόν.
Η υπόθεση αυτή είχε και μια παράπλευρη εξέλιξη που έριξε φως, εκτός των άλλων, σε έναν από τους βασικούς δρόμους του παράνομου εμπορίου αρχαιοτήτων. Οι διωκτικές αρχές της Ελλάδας, με βάση τα στοιχεία των Ιταλών για το χρυσό στεφάνι, ανακάλυψαν ότι η Μάριον Τρου είχε βάλει στο μάτι ακόμη ένα αρχαίο αντικείμενο. Θα αγόραζε στη Γερμανία ένα χάλκινο άγαλμα, τον «σκεπτόμενο έφηβο» όπως ονομάστηκε ή το «άγαλμα του Σάαρμπρουκεν». Και αυτή τη φορά η συμφωνία θα κλεινόταν πάλι μέσω του ντίλερ Κριστόφ Λεόν. Οι διωκτικές αρχές της Ελλάδας ζήτησαν τη συνδρομή των Γερμανών και από κοινού απέτρεψαν τελικά την πώληση. Οι δράστες συνελήφθηκαν σε μια κοινή επιχείρηση στο ξενοδοχείο «Ramonia» στη Γερμανία. Το άγαλμα επαναπατρίστηκε και εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο με τον τίτλο «Αγών». Το ελληνικό κράτος, όπως και στην περίπτωση του χρυσού στεφανιού, δεν κίνησε καμία νομική διαδικασία σε βάρος του Μουσείου Γκετί…
Το «κύκλωμα της Γερμανίας»
Το «κύκλωμα της Γερμανίας», που εξακολουθεί να είναι και σήμερα ισχυρό, ήλθε στο προσκήνιο κυρίως λόγω των διασυνδέσεων που διατηρούσε μαζί του ο πρώην υπαρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Μιχάλης Νηστικάκης, ο οποίος ενεπλάκη και στη συλλογή Μητσοτάκη, αν και αποδείχθηκε ότι ένα μέρος της συλλογής προήλθε από τον τάφο της Οδηγήτριας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις πάντως των αρχών ασφαλείας «στο κύκλωμα της Γερμανίας καταλήγουν οι αρχαιότητες που προέρχονται κατά κύριο λόγο από λαθρανασκαφές στη Βόρεια Ελλάδα. Για την προώθηση των αρχαίων αντικειμένων στη διεθνή αγορά αξιοποιούνται άτομα της κοινότητας των ελλήνων μεταναστών, όπως και η τουρκική μαφία, η οποία κατέχει ισχυρό μερίδιο στην αρχαιοκαπηλία. Τα άτομα αυτά πωλούν τα προϊόντα των λαθρανασκαφών σε αρχαιοπώλες της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Μεγάλης Βρετανίας, οι οποίοι και τα προωθούν με τη σειρά τους σε ιδιώτες συλλέκτες ή και σε μουσεία».
Το επίκεντρο του διεθνούς κυκλώματος του λαθρεμπορίου αρχαιοτήτων ήταν ως το 2005 τουλάχιστον το free port (Ελεύθερη Ζώνη) της Γενεύης. Μέσω αυτού διακινούνταν τα προϊόντα κλοπών ή λαθρανασκαφών από την Τουρκία, την Ελλάδα και την Ιταλία. Το καθεστώς της διακίνησης των εμπορευμάτων χωρίς κανέναν έλεγχο άλλαξε το 2005, όταν οι Ελβετοί έπειτα από ισχυρές πιέσεις των Ιταλών και την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των εμπόρων αρχαιοτήτων Ρόμπιν Σάιμς και Χρήστου Μιχαηλίδη, υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν το καθεστώς διακίνησης των προϊόντων χωρίς έλεγχο.
Επιχείρηση «Πανδώρα»
Οι Ιταλοί άνοιξαν για πρώτη φορά αποθήκες στο free port το 1995. Η επιχείρηση αυτή έφερε τον κωδικό «Πανδώρα». Οι αποθήκες ανήκαν στον έμπορο αρχαιοτήτων Τζιάκομο Μέντιτσι. Στην επιχείρηση «Πανδώρα», όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο του «Αρχαιοκαπηλία και Εμπόριο Αρχαιοτήτων» ο συγγραφέας και σκηνοθέτης κ. Ανδρέας Αποστολίδης, συνεργάστηκε και η Σκότλαντ Γιάρντ, το τμήμα Art Squard, με επικεφαλής τον Ντικ Ελις, στις επιτυχίες του οποίου περιλαμβάνονται η ανάκτηση μίας εκ των εκδοχών της Κραυγής του Μονκ, που εκλάπη το 1994 από τη Νορβηγία, έργων του Βερμέρ κλεμμένων το 1986 από την Ιρλανδία και έργων του Bruegel κλεμμένων από το Λονδίνο.
Ο Μέντιτσι συνεργαζόταν στενά και με τους εμπόρους αρχαιοτήτων Σάιμς – Μιχαηλίδη οι οποίοι για αυτό τον σκοπό είχαν συστήσει πέντε-έξι οffshore εταιρείες. Ενα από τα στοιχεία που προέκυψαν είναι ότι η επίσημη διεύθυνση της εταιρείας τους «Χόιλαν» στη Γενεύη είναι ακριβώς η ίδια διεύθυνση με αυτή του Τζάκομο Μέντιτσι. Ο Τζάκομο Μέντιτσι και ο Ρόμπιν Σάιμς είχαν κοινή διεύθυνση στη Γενεύη και τον ίδιο λογιστή. Ηταν με άλλα λόγια μια… ωραία παρέα. Στην παρέα μπήκε πολύ σύντομα και η Μάριον Τρου, το εξοχικό σπίτι της οποίας στην Πάρο προήλθε από δάνειο 400.000 δολαρίων του Χρήστου Μιχαηλίδη μέσω μίας από τις οffshore εταιρείες του.
Το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται – αν και η Ελλάδα εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να παραμένει ουσιαστικά αμέτοχη – μετά τον θάνατο του Χρήστου Μιχαηλίδη και τις δίκες που ακολούθησαν στη Μεγάλη Βρετανία, ως επακόλουθο της διεκδίκησης της περιουσίας του από τους συγγενείς του – και αποκάλυψε πολλές λεπτομέρειες γύρω από τη δράση του κυκλώματος της αρχαιοκαπηλίας με επίκεντρο την Ελλάδα.

Μηχανισμοί και χρήμα
«Κύκλωμα» χωρίς ταυτότητα…

«Το εμπόριο των αρχαιοτήτων διαθέτει πολύ χρήμα και δεν έχει εθνική ταυτότητα»
είπε προς «Το Βήμα» ο κ. Ανδρέας Αποστολίδης, ο οποίος τόσο στο βιβλίο του όσο και στο ντοκυμαντέρ «Κύκλωμα» παρουσιάζει στοιχεία ότι αρχαία ελληνικά αντικείμενα που προέρχονται από κλοπές ή λαθρανασκαφές βρίσκονται σε συλλογές ακόμη και σε μουσεία στην Ιαπωνία, στο Κατάρ και στο Ισραήλ. Ο ίδιος επιρρίπτει ευθύνες στο υπουργείο Πολιτισμού που, όπως λέει, δεν διαθέτει ακόμη «έναν ισχυρό μηχανισμό» που θα παρακολουθεί το εμπόριο των αρχαιοτήτων και τον επαναπατρισμό των αντικειμένων που προέρχονται από αρχαιοκαπηλία και κλοπές.

Γεγονός είναι πάντως ότι οι γνωστοί ως σήμερα αρχαιοπώλες, που διαμεσολαβούν μεταξύ των αρχαιοκαπήλων, των ιδιωτών συλλεκτών, των μουσείων και οίκων δημοπρασιών, μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Στους Sotheby’s, για παράδειγμα, εμφανίστηκε και μέρος του θησαυρού της Κέρου που προερχόταν από τη συλλογή Ελενμάγερ. Οταν ο επικεφαλής της «ομάδας του Κέιμπριτζ» κ. Κόλιν Ρένφιου διαμαρτυρήθηκε, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι το υλικό είχε εκτεθεί 10 χρόνια νωρίτερα σε έκθεση του Μουσείου της Καρλσρούης και τότε δεν είχε υπάρξει καμία διαμαρτυρία. Η συλλογή Ελενμάγερ είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι οι ανάγκες στην αγορά διαμορφώνουν και το είδος των αντικειμένων που διακινούνται από τους αρχαιοκαπήλους.
Τη δεκαετία του ’60 σημειώθηκε στροφή σε μικρά αντικείμενα που υπήρξε καθοριστική για την αρχαιοκαπηλία στην Ελλάδα. Τα αντικείμενα, κυρίως, κυκλαδικά ειδώλια, συνδέθηκαν με τη γλυπτική Μπρανκούζι. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, το 1961 έγινε η μεγάλη λαθρανασκαφή στη θέση Κάβος Δασκαλειού στην Κέρο. Εκατοντάδες θραύσματα από μαρμάρινα αγγεία και ειδώλια κατέκλυσαν τη διεθνή αγορά. Είναι η εποχή όπου αρχίζουν να εμφανίζονται και τα πρώτα κίβδηλα αντικείμενα.Μέρος της συλλογής Ελενμάγερ είχε αγοραστεί από τον «αρχαιοπώλη» Νικολά Κουτουλάκη, ο οποίος υπήρξε και ο κύριος προμηθευτής αρχαίων αντικειμένων του ιδιώτη συλλέκτη Τζορτζ Ορτίζ.
Ο ίδιος μύησε στα μυστικά τού… επαγγέλματος και τον γιο του Μανόλη Κουτουλάκη που συνελήφθη το 1983 στην Πάτρα για παράνομη κατοχή και προσπάθεια εξαγωγής σημαντικού αριθμού και αξίας κρητικών αρχαίων. Ο Νικολά Κουτουλάκης και ο Ρόμπερτ Χεχτ, ο οποίος πέθανε πρόσφατα, μονοπωλούσαν σχεδόν το εμπόριο αρχαιοτήτων στην προ των Σάιμς – Μιχαηλίδη εποχή. Ο Ρόμπερτ Χεχτ έγινε ιδιαίτερα γνωστός από την πώληση στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέα Υόρκης του περιβόητου «Κρατήρα του Εφρονίου», που είχε βρεθεί σε λαθρανασκαφή στην Ιταλία. Η πώληση έγινε με πλαστά πιστοποιητικά, τα οποία αφορούσαν έναν άλλο κρατήρα που ανήκε στον Ντικράν Σαραφιάν, έναν παλιό έμπορο τέχνης στη Βηρυτό.

Ρόμπιν Σάιμς και Χρήστος Μιχαηλίδης
Το γαϊτανάκι των εμπόρων

Το 1999 ο Ρόμπιν Σάιμς και ο Χρήστος Μιχαηλίδης, «ζευγάρι» στη ζωή και στις μπίζνες, πήγαν για δείπνο στο σπίτι που είχαν νοικιάσει στο Ορβιέτο της Ιταλίας δύο από τους καλύτερους πελάτες τους, ο Λίον Λεβί και η γυναίκα του Σέλμπι Γουάιτ. Ο Χρήστος Μιχαηλίδης, που λέγεται ότι είχε πιει πολύ, στη διάρκεια της βραδιάς χτύπησε το κεφάλι του σε ένα θερμαντικό σώμα. Πέθανε την επομένη στο νοσοκομείο.

Μετά την άρνηση του Σάιμς να αποδεχτεί την πρόταση της οικογένειας Μιχαηλίδη να μοιραστούν από 50%-50% την κοινή τους περιουσία, ξέσπασε πολύχρονη δικαστική διαμάχη. Κατά τη διάρκειά της αποκαλύφθηκε, εκτός των άλλων, ότι πάνω από τα μισά από τα αριστουργήματα της συλλογής του Μουσείου Γκετί είναι προϊόντα λαθρεμπορίου.
Ο θάνατος του Χρήστου Μιχαηλίδη έφερε στο προσκήνιο και την ύποπτη προέλευση των αρχαιοτήτων που περιλαμβάνει η συλλογή Λεβί – Γουάιτ. Ο Λίον Λεβί και η Σέλμπι Γουάιτ υπήρξαν από τους καλύτερους πελάτες των Σάιμς – Μιχαηλίδη, οι οποίοι τους προμήθευαν αμφιβόλου προέλευσης αρχαία αντικείμενα. Μετά την πτώση του διδύμου Σάιμς – Μιχαηλίδη, τον ρόλο του κυριότερου ντίλερ αρχαιοτήτων προς τη Γουάιτ ανέλαβαν οι λιβανέζικης καταγωγής Αλί και Χισάμ Αμπουτάμ. Ο φόβος μάλιστα ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε, όπως οι Ιταλοί, να εγείρει αξιώσεις, κάτι που δεν έγινε ως τώρα, ερμηνεύει ίσως και την προθυμία της συλλέκτριας να επιστρέψει στη χώρα μας δύο σπάνιες αρχαιότητες του 4ου αι. π.Χ.
Το ελληνικό κράτος όμως δεν επέδειξε τα αναγκαία αντανακλαστικά όταν η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε να βγάλει στο σφυρί μέρος της συλλογής Ρόμπιν Σάιμ, ώστε να αποπληρωθούν τα χρέη του προς την Εφορία, που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Και αυτό παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού. Ετσι, ενώ η Ιταλία άσκησε βέτο ώστε οι θησαυροί που προέρχονται από το έδαφός της να της επιστραφούν, η Ελλάδα όχι μόνο δεν ακολούθησε την ίδια τακτική, αλλά ούτε καν γνώριζε την υπόθεση!

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ