Αν κάνετε μια πρόχειρη, μίνι «δημοσκόπηση» σε γονείς των οποίων τα μπουμπούκια έχουν πλέον… ανθήσει και εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία σχετικά με το ποια ήταν η πιο δύσκολη φάση που πέρασαν κατά την ανατροφή των παιδιών τους, θα λάβετε, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μία και μοναδική απάντηση. Και αυτή δεν θα αφορά ούτε τα μωρουδιακά κλάματα, ούτε τα ξενύχτια των μαραθώνιων θηλασμών, ούτε τις φρουτόκρεμες και τα παιχνίδια στο πάτωμα μέσα σε ένα βομβαρδισμένο σπίτι, ούτε τις άγρυπνες νύχτες με πυρετούς και ιώσεις, ούτε τα σχολικά διαβάσματα, ούτε το τρέξιμο στις εκατομμύρια εξωσχολικές δραστηριότητες. Η μονολεκτική απάντηση πιθανότατα θα είναι η «εφηβεία», με ό,τι συνεπάγεται αυτή η λέξη για την ανάπτυξη ενός παιδιού που προχωρά τον μετ’ εμποδίων δρόμο του, αφού ποτέ στη ζωή οι μεταβάσεις δεν είναι ανέφελες, προς την πλήρη ανεξαρτησία –και την αγωνία των γονέων αυτός ο δρόμος να μην έχει πολλές και επικίνδυνες «λακκούβες».
Διότι η εφηβεία είναι μια περίοδος τεράστιων όχι μόνο βιολογικών αλλά και ψυχικών και συναισθηματικών αλλαγών, μια περίοδος καθοριστική για να χτιστούν άτομα υγιή ψυχοσωματικά για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τους. Εχοντας πλέον κατανοήσει τα τελευταία χρόνια περισσότερο το ειδικό βάρος αυτής της φάσης της ζωής του ανθρώπου η επιστήμη προσπαθεί να εντρυφήσει στο πώς, στο γιατί αλλά και στο πόσο της εφηβείας –κοινώς στη διάρκειά της. Και τώρα ένα νέο σημαντικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στο «The Lancet Child & Adolescent Health» έρχεται να κρούσει τον κώδωνα προς κυβερνήσεις, συστήματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας αλλά και προς τους γονείς αναφέροντας ότι η εφηβεία είναι μια περίοδος με μεγαλύτερη διάρκεια από αυτή που σήμερα αποδεχόμαστε επισήμως και προτείνοντας να επιμηκυνθεί κατά μερικά έτη καλύπτοντας τις ηλικίες από 10 ως 24 ετών. Μπορεί κάτι τέτοιο να μοιάζει με βουνό στους γονείς που αυτή τη στιγμή έχουν καθημερινά να διαχειριστούν μικρούς επαναστάτες (χωρίς αιτία) εφήβους, ωστόσο, όπως θα διαβάσετε, για διαφορετικούς, σοβαρούς λόγους, είναι σημαντικό να συντελεστεί αυτή η «επανάσταση» της εφηβείας διαρκείας, τουλάχιστον στον αποκαλούμενο ανεπτυγμένο κόσμο (αφού στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου τα παιδιά παλεύουν ακόμη και για να καταφέρουν να επιβιώσουν ως την εφηβεία, τέτοιες συζητήσεις, δυστυχώς, μοιάζουν με πολυτέλεια). Και θα πρόκειται για μια επανάσταση με αιτία.

Θεωρία και πραγματικότητα

Για να αναλύσουμε το πώς θα μπορούσε να οριστεί η εφηβεία στο μέλλον, μάλλον είναι απαραίτητο να δούμε τι έχει θεωρηθεί εφηβεία στο πέρασμα των χρόνων. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Στάνλεϊ Χολ (1846-1924), αμερικανός πρωτοπόρος ψυχολόγος και εκπαιδευτικός, προσδιόρισε την εφηβεία ως την αναπτυξιακή περίοδο που καλύπτει τις ηλικίες 14 ως 24 ετών. Πριν από περισσότερο από μισό αιώνα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) πρότεινε να ορίζεται ως περίοδος της εφηβείας εκείνη που καλύπτει τα 10 ως 19 έτη, σημειώνοντας ωστόσο ότι ενώ η αρχή αυτής της περιόδου είναι πιο εύκολο να προσδιοριστεί αφού ξεκινά με τις βιολογικές αλλαγές που οδηγούν στη σεξουαλική ωρίμαση και στην ικανότητα αναπαραγωγής, το τέλος της είναι πολύ πιο δύσκολο να οριστεί. Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) ορίζει το παιδί ως ένα άτομο ηλικίας 0-18 ετών, ενώ ο ΟΗΕ έχει επισήμως ορίσει την εφηβεία ως την περίοδο που καλύπτει τις ηλικίες 10-19 ετών. Αυτά λοιπόν γράφουν τα επίσημα χαρτιά των επίσημων οργανισμών μέχρι σήμερα. Διότι ανεπισήμως όλο και περισσότεροι ειδικοί αναφέρουν ότι οι σύγχρονες προηγμένες κοινωνίες που έχουν αλλάξει άρδην τον τελευταίο μισό και πλέον αιώνα και οι ανάγκες που αυτές έχουν γεννήσει –κυρίως για παρατεινόμενη εκπαίδευση –έχουν ουσιαστικά δημιουργήσει μία ακόμη ανάγκη: να αλλάξει ο ορισμός της εφηβείας. Και αυτό δεν πρέπει να μείνει ανεπίσημο, αλλά να λάβει άκρως επίσημο χαρακτήρα προς όφελος των εφήβων τού σήμερα που θα γίνουν οι ενήλικοι του αύριο.
Σε αυτήν ακριβώς τη λογική κινείται και το νέο άρθρο που έκανε την εμφάνισή του στις 17 Ιανουαρίου στο «The Lancet Child & Adolescent Health» και το οποίο υπογράφεται από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης στην Αυστραλία σε συνεργασία με συναδέλφους τους από άλλα αυστραλιανά ακαδημαϊκά κέντρα. Ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό το άρθρο αναφέρει ότι η εφηβεία, αυτή η καίριας σημασίας περίοδος της ζωής, διαρκεί πλέον περισσότερα χρόνια από εκείνα που ορίζουν τα επίσημα χαρτιά και παραθέτει τους λόγους. «Το Βήμα» μιλά με την πρώτη συγγραφέα του άρθρου, καθηγήτρια Εφηβικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, διευθύντρια του Κέντρου για την Εφηβική Υγεία στο Royal Children’s Hospital και πρόεδρο της Διεθνούς Ενωσης για την Εφηβική Υγεία Σούζαν Σόγερ, η οποία βάζει τις δικές της τελείες στα ερωτηματικά σχετικά με το γιατί οι κοινωνίες πρέπει να αποδεχθούν την εφηβεία… διαρκείας.

Βιολογική αρχή

Οπως σημειώνει η καθηγήτρια Σόγερ εν αρχή τής… αρχής της εφηβείας είναι οι βιολογικοί λόγοι –πιο εύκολα αποδεκτοί καθότι σε μεγάλο βαθμό οφθαλμοφανείς. Σε ό,τι αφορά λοιπόν την έναρξη της εφηβείας, αυτή πυροδοτείται από την ενεργοποίηση του νευροενδοκρινικού άξονα που περιλαμβάνει τον υποθάλαμο, την υπόφυση και τις γονάδες (όταν μιλούμε για γονάδες εννοούμε τους όρχεις στον άνδρα και τις ωοθήκες στη γυναίκα, ενδοκρινείς αδένες που βρίσκονται υπό την επίδραση ορμονών οι οποίες παράγονται από την υπόφυση). Ωστόσο η εφηβεία με την έννοια της εμφάνισης των δευτερογενών χαρακτήρων του φύλου –ανάπτυξη δηλαδή των μαστών για τα κορίτσια και αύξηση του μεγέθους των όρχεων και του πέους για τα αγόρια –ακολουθεί πλέον διαφορετικά μοτίβα έναρξης σε σύγκριση με δεκαετίες πριν. Για την ακρίβεια, ξεκινά νωρίτερα, χάρη κυρίως στην καλύτερη παιδική υγεία και την καλύτερη διατροφή. «Η ηλικία της εμμηναρχής έχει μειωθεί κατά τέσσερα χρόνια μέσα στην τελευταία 150ετία στις παραδοσιακά βιομηχανοποιημένες χώρες του δυτικού κόσμου και πλέον εμφανίζει σταθεροποίηση. Ωστόσο οι αλλαγές αυτές λαμβάνουν χώρα ακόμη πιο γρήγορα στις χώρες εκείνες που αναπτύχθηκαν βιομηχανικά πιο πρόσφατα, όπως οι ασιατικές. Για παράδειγμα, στην Κίνα η μέση ηλικία της εμμηναρχής έχει μειωθεί κατά 4,5 μήνες ανά δεκαετία τα τελευταία 25 χρόνια». Στη χώρα μας εκτιμάται ότι η θηλαρχή, η ανάπτυξη δηλαδή του στήθους στα κορίτσια, θεωρείται πλέον φυσιολογική όταν εμφανίζεται μετά τα οκτώ έτη ενώ δύο με τρία χρόνια αργότερα θεωρείται πλέον φυσιολογικό να εμφανίζεται η εμμηναρχή.
Η ερευνήτρια εξηγεί ότι η εφηβεία είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς ξεχωριστών αλλά άκρως συνδεδεμένων μεταξύ τους ορμονικών αλλαγών που ξεκινούν από την αδρεναρχή –την εμφάνιση τρίχωσης δηλαδή στο εφηβαίο και τις μασχάλες που οφείλεται στην ενεργοποίηση των στεροειδών ορμονών από τα επινεφρίδια και ξεκινά μεταξύ των έξι και εννέα ετών ζωής –και συνεχίζονται με τη γοναδαρχή (το στάδιο αυτό εμφανίζεται δύο ως τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωση της τρίχωσης του εφηβαίου και εκφράζει την αρχή της λειτουργίας των γονάδων με τελική έκβαση την εκσπερμάτωση ή την έμμηνο ρύση). «Σήμερα το 50% των κοριτσιών εμφανίζει ανάπτυξη των μαστών σε ηλικία 10 ετών και εμμηναρχή γύρω στα 12 με 13 χρόνια. Ετσι αν πιστεύουμε ότι ένα δεκάχρονο είναι ακόμη παιδί, δεν κάνουμε λάθος, ωστόσο πρέπει να λάβουμε επίσης υπόψη ότι η βιολογική ωρίμαση που εμφανίζει αποτελεί ξεκάθαρο σημάδι εισόδου στην εφηβεία» σχολιάζει η δρ Σόγερ.

Εγκέφαλος αργής ωρίμασης

Και αν για την αρχή της εφηβείας η βιολογία μιλά από μόνη της, μην αφήνοντας και πολλά περιθώρια, μέχρι σήμερα νομίζαμε ότι όσον αφορά τη λήξη τής… περιόδου συναγερμού είναι καθαρά κοινωνικοί οι λόγοι που την προσδιορίζουν. Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Οχι, απαντά η ειδικός. «Ισως προκαλεί έκπληξη αλλά η σωματική ωρίμαση συνεχίζεται ως και την τρίτη δεκαετία της ζωής. Για παράδειγμα, οι φρονιμίτες συνήθως εμφανίζονται γύρω στα 25 έτη ζωής –την ίδια περίοδο οστεοποιείται και η κεφαλή της κλείδας». Παράλληλα, όπως επισημαίνει, μελέτες σχετικά με την ανάπτυξη του εγκεφάλου δείχνουν ότι αυτός συνεχίζει να υφίσταται αλλαγές σε ό,τι αφορά τη δομή αλλά και τη λειτουργία του ακόμη και κατά την τρίτη δεκαετία της ζωής. «Παρότι ο όγκος του εγκεφάλου, η εξειδίκευση της λειτουργικότητας διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών αλλά και ο σχηματισμός των αυλακώσεων στον εγκεφαλικό φλοιό παραμένουν εν πολλοίς ίδια από το μέσον της παιδικής ηλικίας ως και την ενήλικη ζωή, άλλες διαδικασίες που αφορούν ταχύτερες νευρωνικές συνδέσεις όπως ο μηχανισμός εξάλειψης των ανεπιθύμητων συνάψεων, γνωστός και ως «κλάδεμα» συνάψεων, αλλά και η μυελίνωση συνεχίζονται στη δεκαετία των 20 ετών. Η λευκή ουσία του εγκεφάλου φαίνεται να ωριμάζει «ιεραρχικά»: τα βασικά αισθητικοκινητικά συστήματα ωριμάζουν πριν από τα εκτελεστικά συστήματα, ενώ περιοχές που σχετίζονται με την εκτέλεση λειτουργιών αλλά και με τα συναισθήματα δεν ωριμάζουν πλήρως πριν από το τέλος της τρίτης δεκαετίας της ζωής». Συνολικά λαμβάνουν χώρα τελειοποιήσεις στην εγκεφαλική δομή και τη λειτουργία από τα 20 ως τα 30 έτη ζωής, σημειώνει η δρ Σόγερ. «Ετσι, παρότι η ωρίμαση της λογικής σκέψης θεωρείται ότι ολοκληρώνεται ως τα 16 έτη, η ανάπτυξη άλλων περιοχών που συνδέονται με τις κοινωνικές σχέσεις, τα συναισθήματα και τις εκτελεστικές λειτουργίες διαρκούν για τουλάχιστον μια δεκαετία ακόμη. Με βάση όλα αυτά, η εφηβεία μπορεί να θεωρηθεί ως μια φάση ανάπτυξης του εγκεφάλου που ξεκινά προτού καν εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια της (γύρω στα έξι ως οκτώ χρόνια) και τραβά για άλλες δύο δεκαετίες».

Κοινωνική επιταγή

Εκτός όμως από τις βιολογικές παραμέτρους, υπάρχουν και οι κοινωνικές, οι οποίες αποδεικνύουν ακόμη πιο επιτακτικά την ανάγκη αλλαγής του ορισμού της εφηβείας, τονίζει η καθηγήτρια. «Στον σύγχρονο κόσμο μας, και μιλώ πάντα για τον δυτικό, πιο ανεπτυγμένο κόσμο, η μετάβαση σε κοινωνικούς ρόλους που ιστορικά προσδιορίζουν την ενήλικη ζωή έχει μεταφερθεί χρονικά… προς τα επάνω. Και εννοώ ρόλους όπως ο γάμος ή η συγκατοίκηση με έναν σύντροφο, η απόκτηση παιδιών, η ολοκλήρωση των σπουδών, η οικονομική ανεξαρτησία. Ολα αυτά πλέον γίνονται πραγματικότητα για τους περισσότερους νέους τουλάχιστον στα 25 έτη ζωής, αν όχι αργότερα, όταν για παράδειγμα σε χώρες όπως οι ΗΠΑ τη δεκαετία του 1960 οι άνδρες παντρεύονταν στα 22 χρόνια και οι γυναίκες στα 19. Αλλά και στην Ευρώπη ο πληθυσμός έχει βιώσει τεράστιες αλλαγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ο γάμος έρχεται μετά τα 30 έτη κατά μέσο όρο, η συγκατοίκηση αντί για τον γάμο έχει μετατραπεί σε μια διαδικασία που δεν αντιβαίνει στη νόρμα ενώ η απρόσκοπτη μετάβαση που ίσχυε παλαιότερα από τις σπουδές στην εργασία και στην οικονομική ανεξαρτησία δεν ισχύει –ιδιαίτερα σε χώρες που βιώνουν οικονομική κρίση όπως η Ελλάδα. Σε όλες σχεδόν τις χώρες, αν και σε διαφορετικό βαθμό στην καθεμία, η φάση της ημι-ανεξαρτησίας που χαρακτηρίζει την εφηβεία ως κοινωνικό οικοδόμημα έχει παραταθεί».
Τι πρέπει να κάνουν λοιπόν κυβερνήσεις και αρμόδιοι οργανισμοί ώστε αυτό το τόσο σημαντικό αλλά και ευάλωτο «οικοδόμημα» να μην καταρρεύσει; «Κυβερνήσεις, σχολεία, κοινότητες και οργανισμοί υγείας πρέπει να εξετάσουν σοβαρά το πώς θα επενδύσουν στην εφηβεία ώστε να βελτιστοποιήσουν την υγιή ανάπτυξη των ατόμων στη συγκεκριμένη φάση της ζωής τους και να τους παρέχουν όσα χρειάζονται για να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ολοκληρωμένοι επαγγελματίες, ολοκληρωμένοι πολίτες. Χρειάζονται ειδικά τμήματα που θα ασχολούνται με τη σωματική και ψυχική υγεία των ατόμων αυτής της άκρως σημαντικής φάσης της ζωής, χρειάζονται επιδόματα για ενίσχυση κατά την περίοδο των σπουδών που γίνεται ολοένα και πιο μακρά αλλά και δράσεις για την ασφαλή μετάβαση στην επαγγελματική ζωή. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας η οποία το 2016 άλλαξε το σύστημα παιδικής προστασίας αναγνωρίζοντας το καθήκον της να παρέχει επιπλέον φροντίδα στα άτομα άνω των 18 ετών. Στο πλαίσιο αυτό χορηγεί επιδόματα σε όσους τα έχουν ανάγκη ενώ οι τοπικές αρχές είναι υποχρεωμένες να παρέχουν υποστήριξη σχετικά με τη στέγαση αλλά και άλλες υπηρεσίες στα άτομα 18 ως 25 ετών που τις χρειάζονται». Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει η δρ Σόγερ, οι παρεμβάσεις με κοινωνικό πρόσωπο πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερες σε χώρες που βιώνουν οικονομική κρίση σαν τη δική μας. «Στην Ελλάδα, τα πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας αποτελούν μια τεράστια πρόκληση για τους νέους ανθρώπους που από τα 18 ως τα 25 χρόνια τους περνούν μια περίοδο εντατικής μάθησης σε όλα τα επίπεδα –όχι μόνο στο επίπεδο των γνωστικών ικανοτήτων αλλά και στο κοινωνικο-συναισθηματικό. Και είναι σημαντικό οι κυβερνήσεις να εξασφαλίζουν την υγιή μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία διότι διαφορετικά μπορεί ολόκληρες γενιές να χαθούν».

Ο γονεϊκός ρόλος

Και οι γονείς; Τι πρέπει να πράξουν οι γονείς –και ειδικά οι γονείς τής κρίσης που με τα πενιχρά δικά τους μέσα προσπαθούν να στηρίξουν και τα νέα παιδιά τους τα οποία είναι χαμένα στον κυκεώνα της οικονομικής δυσπραγίας και της ανεργίας; Ιδού η πρόταση της ειδικού: «Οι γονείς πρέπει να κατανοήσουν ότι η εμπειρία δεν μεταβιβάζεται, ότι οι έφηβοι μαθαίνουν μόνο στην πράξη –μαθαίνουν πώς να συμπεριφέρονται απέναντι σε διαφορετικές καταστάσεις όταν τους αφήσουμε να αναλάβουν ευθύνες και κληθούν να φέρουν εις πέρας διαφορετικά καθήκοντα. Την ίδια στιγμή όμως οφείλουν να καταλάβουν ότι τα παιδιά τους πρέπει να μάθουν χωρίς να πάθουν τα χειρότερα: αυτό σημαίνει ότι πρέπει να τους παρέχουν τα εφόδια ώστε να φέρνουν εις πέρας το εκάστοτε καθήκον. Με λίγα λόγια, δεν λέμε «κλείστε τα νεαρά άτομα σε ένα κουκούλι έως ότου γίνουν 24 ετών». Το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε προς την κοινωνία και τις οικογένειες είναι να βρουν τρόπους για να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των εφήβων σε ασφαλείς και διδακτικές δραστηριότητες δείχνοντάς τους παράλληλα τον τρόπο ώστε να αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο σε αυτές».
Οπως όλα δείχνουν λοιπόν, η εφηβεία είναι μια φάση της ζωής κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί να θεωρείται ενήλικος σε ό,τι αφορά κάποιες εκφάνσεις του αλλά χρειάζεται προστασία, όπως ένα μικρότερο σε ηλικία άτομο σε ό,τι αφορά κάποιες άλλες. Το θέμα είναι η κοινωνία αλλά και οι γονείς να μάθουν να ξεχωρίζουν πώς και πότε οι ενήλικοι-ανήλικοι χρειάζονται «χείρα βοηθείας» ώστε να πάρουν τη ζωή αργότερα στα δικά τους χέρια με τη μεγαλύτερη δυνατή αυτοπεποίθηση.

Η ελληνική πραγματικότητα

Σχολιάζοντας στο «Βήμα» τη νέα αυτή τάση για εφηβεία… μακράς διαρκείας η επίκουρη καθηγήτρια Εφηβικής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικώς υπεύθυνη της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (ΜΕΥ) της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο νοσοκομείο «Π&Α Κυριακού» κυρία Αρτεμις Τσίτσικα αναφέρει ότι το διάστημα μετά τα 18 έτη και μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής είναι ένα διάστημα μετάβασης, ένα διάστημα αναδυόμενης ενηλικίωσης. «Για τον λόγο αυτόν άλλωστε χρησιμοποιείται πλέον ευρέως ο όρος “νεαρός ενήλικος” ως ξεχωριστός όρος για τα άτομα ως 24 ετών. Διά νόμου βέβαια στις περισσότερες χώρες η ηλικία ενηλικίωσης είναι τα 18 έτη». Η κυρία Τσίτσικα επισημαίνει ότι το φαινόμενο αυτής της περιόδου της αναδυόμενης ενηλικίωσης αφορά καθαρά τις δυτικές ανεπτυγμένες κοινωνίες που έχουν δημιουργήσει καινούργιες κοινωνικές συνθήκες και ανάγκες. «Σε ό,τι αφορά τις δυτικές χώρες ιδιαίτερο βάρος πρέπει να δοθεί στις κοινωνίες της κρίσης, όπως η δική μας, όπου πολλοί νεαροί ενήλικοι περνούν αυτή τη μεταβατική περίοδο πλήρως εγκλωβισμένοι, χωρίς να σπουδάζουν, αφού πιθανώς δεν κατάφεραν εξαρχής να σπουδάσουν λόγω της οικονομικής κρίσης ή έχουν εγκαταλείψει τις σπουδές τους, χωρίς να εργάζονται, αφού η ανεργία χτυπά κόκκινο, χωρίς να ζουν μόνοι αφού αναγκάζονται να ζουν με τους γονείς τους, χωρίς να έχουν κοινωνική ζωή. Σύμφωνα με στοιχεία μελετών, η Ελλάδα είναι δυστυχώς από τις πρωταθλήτριες στην Ευρώπη σε ό,τι αφορά τέτοια εγκλωβισμένα νεαρά άτομα με ποσοστά που κυμαίνονται στο 20% – και αυτός ο εγκλωβισμός μεταφράζεται σε πολλά κακά, όπως ψυχικά προβλήματα, εξάρτηση από ουσίες, εξάρτηση από το Διαδίκτυο. Για τον λόγο αυτόν τους τελευταίους μήνες έχει συσταθεί ένα ειδικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών που ονομάζεται Μετάβαση (Transition), το οποίο αφορά τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή και λειτουργεί κάθε Παρασκευή στη ΜΕΥ. Το Τμήμα λειτουργεί σε συνεργασία με τη Θεραπευτική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών στο νοσοκομείο “Αλεξάνδρα”».

Το σημαντικότερο όλων, σύμφωνα με την κυρία Τσίτσικα, ώστε να είναι όσο πιο ομαλή γίνεται η μετάβαση από την ηλικία της αθωότητας στη σκληρή (αδυσώπητη πολλές φορές) ενήλικη πραγματικότητα, είναι η πρόληψη. «Απαιτούνται τομές στην παιδεία μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα. Εμείς τρέχουμε πολλά τέτοια προγράμματα που ξεκινούν ήδη από το δημοτικό σχολείο και αφορούν το life-coaching. Μαθαίνουμε στα παιδιά μέσα από ειδικά σχεδιασμένες ενότητες και βιωματικά εργαστήρια πώς θα διαχειρίζονται τις δυσκολίες, πώς θα υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, πώς θα έχουν αξίες, πώς θα κατακτούν τις δεξιότητες της ζωής, ενισχύουμε την κοινωνική και συναισθηματική μάθησή τους. Το πιο πρόσφατο ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχουμε για τη θωράκιση των εφήβων είναι το SELMA που αφορά τη ρητορική του μίσους».

Για μια εξ ανάγκης – λόγω συνθηκών στις σύγχρονες κοινωνίες – παρατεταμένη εφηβεία κάνει λόγο από την πλευρά του μιλώντας στο «Βήμα» ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Πέτρος Σκαπινάκης, ο οποίος ασχολείται επί έτη με τα προβλήματα ψυχικής υγείας των εφήβων.

«Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες επικρατούν συνθήκες που οδηγούν αναγκαστικά σε παρατεταμένη εφηβεία. Τα νεαρά άτομα σπουδάζουν για πολύ περισσότερα χρόνια, εργάζονται – αν βρουν δουλειά – μετά τα 25 έτη τους. Την ίδια στιγμή, τα χρόνια από τα 18, που σήμερα θεωρείται το ορόσημο της ενηλικίωσης κατά τον νόμο, ως και τα 25 αποτελούν μια πολύ κρίσιμη ηλικία κατά την οποία δομείται η προσωπικότητα. Οι νέες αυτές ψυχοκοινωνικές ανάγκες δημιουργούν και νέες απαιτήσεις διαχείρισης των νεαρών ατόμων. Σήμερα μιλούμε ουσιαστικώς για μια γκρίζα ζώνη της νεότητας με την οποία η πολιτεία και οι αρμόδιοι οργανισμοί δεν ασχολούνται. Απαιτούνται εξειδικευμένες μονάδες και επιστήμονες που θα ασχολούνται με τα άτομα ηλικίας 15-25 ετών. Απαιτούνται υπηρεσίες που θα στοχεύουν αυτή την ομάδα». Διότι, όπως σημειώνει ο καθηγητής, πρόκειται για χρόνια καθοριστικής σημασίας στην εξέλιξη ενός ανθρώπου. «Σημαίνοντα ρόλο σε αυτή τη φάση της ζωής δεν παίζει μόνο η σωματική αλλά και η ψυχική υγεία και πολλοί έφηβοι αναφέρουν προβλήματα στην ψυχική υγεία τους. Αν αναλογιστούμε ότι τα προβλήματα ψυχικής υγείας έρχονται δεύτερα σε ό,τι αφορά τα προβλήματα υγείας των εφήβων παγκοσμίως μετά τις κακώσεις από τροχαία ατυχήματα ή σωματική βία, κατανοούμε τη σημασία τους για την ομαλή εξέλιξη και μετάβαση των εφήβων στην ενήλικη ζωή». Αν επίσης αναλογιστούμε ότι σχεδόν οι μισές από τις ψυχικές διαταραχές ξεκινούν από την ηλικία των 14 ετών, καθώς και ότι το 75% των ψυχικών διαταραχών έχει εκδηλωθεί ως τα 24 έτη, καταλαβαίνουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια βραδυφλεγή βόμβα που απειλεί το οικοδόμημα ολόκληρης της κοινωνίας. Και στη χώρα μας φαίνεται ότι η ψυχική εφηβική υγεία σε ουκ ολίγες περιπτώσεις πάσχει. Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων σε εφήβους ηλικίας 16-18 ετών είχε δείξει ότι περίπου 14% των αγοριών και 31% των κοριτσιών δηλώνουν μέτρια ψυχική υγεία ενώ περίπου 6% των αγοριών και 10% των κοριτσιών κακή ψυχική υγεία. Ο κ. Σκαπινάκης καταλήγει τονίζοντας ότι σύμφωνα με τον ορισμό του ΠΟΥ «υγεία είναι μια κατάσταση πλήρους σωματικής, νοητικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς η απουσία νόσου ή αναπηρίας». «Πρέπει λοιπόν να φροντίσουμε το όλον της υγείας των εφήβων για να έχουμε στο μέλλον και υγιείς από όλες τις απόψεις ενηλίκους».

Ναι στην ψήφο, όχι στην οδήγηση

Ενας από τους μεγαλύτερους κινδύνους από την παράταση της εφηβείας είναι, όπως επισημαίνεται και στο νέο άρθρο των αυστραλών επιστημόνων, το να θεωρήσει κάποιος ότι οι… 20χρονοι (και βάλε) έφηβοι είναι άτομα πλήρως εξαρτημένα, ανίκανα να αναλάβουν κοινωνικούς, υπεύθυνους ρόλους.

«Μια τέτοια οπτική θα υποτιμούσε σε μεγάλο βαθμό τις ικανότητες και τις δυνατότητες των εφήβων να συμμετάσχουν στην κοινωνία. Δεν είναι αυτό βέβαια το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι μέσα από ειδικά σχεδιασμένες δράσεις και παρεμβάσεις οι έφηβοι να έχουν ενεργό ρόλο σε δραστηριότητες που είναι ασφαλείς για αυτούς και μέσα από αυτές να αποκτήσουν την πείρα, τα εφόδια για να μάθουν τους σωστούς τρόπους ώστε να συμπεριφέρονται και να αλληλεπιδρούν μέσα στην κοινωνία» μας λέει η κύρια συγγραφέας του άρθρου, καθηγήτρια Εφηβικής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης Σούζαν Σόγερ. Και δίνει δύο άκρως κατατοπιστικά παραδείγματα σχετικά με τις ασφαλείς συμπεριφορές που πρέπει να ενισχύονται από μικρή ηλικία αλλά και τις επικίνδυνες που πρέπει να αποτρέπονται. «Συστήνουμε το να καθίσταται δυνατό το δικαίωμα ψήφου σε άτομα κάτω των 18 ετών, καθώς η διαδικασία της ψήφου είναι ασφαλής και μαθαίνει πολλά στο νεαρό άτομο για τον ρόλο του και τις ευθύνες του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο – καλό θα ήταν να ακολουθηθεί το παράδειγμα της Σκωτίας που έχει πλέον δώσει δικαίωμα ψήφου στους πολίτες από τα 16 έτη τους. Παράλληλα όμως θεωρούμε ότι άλλα δικαιώματα, όπως αυτό στην οδήγηση, θα πρέπει να μετατεθούν μετά τα 18 έτη ή τουλάχιστον να ισχύουν πολύ αυστηροί όροι για τα 18χρονα που οδηγούν. Στην Αυστραλία για παράδειγμα, παρότι μπορεί κάποιος να εκδώσει δίπλωμα οδήγησης στα 18 έτη του, το δίπλωμα που λαμβάνει είναι… περιορισμένης ισχύος: επί τρία έτη απαγορεύεται ο νεαρός οδηγός να έχει καταναλώσει έστω και μία σταγόνα αλκοόλ ενώ οδηγεί με στόχο την προστασία τη δική του αλλά και των υπολοίπων στον δρόμο. Η χρυσή τομή είναι να βρούμε τρόπους εξισορρόπησης μεταξύ της συμμετοχής των εφήβων στη ζωή και της προστασίας τους».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ