Κάθε λαός έχει δικαίωμα να αποφασίζει για το πολίτευμά του. Το πρόβλημα με το δημοψήφισμα και τη συνταγματική αναθεώρηση που έπεται στην Τουρκία δεν είναι ότι μετατρέπει το καθεστώς της χώρας σε προεδρικό: προεδρικά καθεστώτα υπάρχουν –σε διάφορες παραλλαγές –σε όλο τον πλανήτη. Το πρόβλημα είναι ότι το εν τη γενέσει του τουρκικό προεδρικό πολίτευμα δεν παρέχει κανένα κρίσιμο αντιστάθμισμα στην εξουσία του προέδρου: καταργείται ο πρωθυπουργός και το υπουργικό συμβούλιο ορίζεται μόνο από τον πρόεδρο που ορίζει όσους αντιπροέδρους θέλει και στον οποίο υπάγεται ο έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων. Το Κοινοβούλιο υποβαθμίζεται δραστικά και προβλέπονται ρήτρες που ουσιαστικά εκμαιεύουν τη συναίνεσή του στις βουλές του αρχηγού του κράτους, ακόμη και σε τρίτη προεδρική θητεία. Ολα αυτά σε μια κατάσταση ήδη εξαιρετικά δυσμενή: η δικαστική εξουσία πλέον, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, τελεί σε καθεστώς ομηρείας, ενώ ο Τύπος δεν είναι, ακριβώς, ελεύθερος.
Aυτό είναι το τουρκικό πρόβλημα: διά εμβαπτίσεως μέσω της λαϊκής βούλησης, η Τουρκία καθίσταται μια σύγχρονη σουνιτική εκδοχή του «l’état, c’est moi» («το κράτος είμαι εγώ»). Αυτό, νομίζω, είναι κάτι πιο περίπλοκο και μακροπρόθεσμα πιο επώδυνο από μια δικτατορία, όπως εσχάτως πολλοί τείνουν να αποκαλούν αυτό που γεννιέται στη γείτονα.
Η Τουρκία ανέκαθεν υπήρξε αυταρχικό κράτος. Αυτό δεν άλλαξε. Είτε στις περιόδους δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων είτε, αυτονόητα, στις δικτατορίες της. Αυταρχικό είναι το κράτος που προσφεύγει στη βία και στην καταστολή. Ο αυταρχισμός, ως μέθοδος, μπορεί μια χαρά να συνυπάρχει με τον κοινοβουλευτισμό και με τη δημοκρατία. Ολοκληρωτικό είναι το κράτος που θέλει να ρουφήξει την κοινωνία ώστε να εκφράσει, ως ένα σώμα μαζί της, τη μία και μόνη αλήθεια των αρχών του. Ο αυταρχισμός του κράτους μπορεί να υπάρχει και χωρίς ολοκληρωτισμό. Αντιθέτως, ο ολοκληρωτισμός υποχρεωτικά προσφεύγει στον αυταρχισμό. Η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση θα σφραγίσει τη μετατροπή μιας αυταρχικής δημοκρατίας σε ένα θρησκευτικό ολοκληρωτικό κράτος, όπου πλέον η εκτελεστική εξουσία θα ασκείται ευθέως από έναν θεσμικά ανέλεγκτο πρόεδρο.
Η αλήθεια είναι ότι το 51,4%, σε συνδυασμό με τις σοβαρές ενστάσεις που κλονίζουν την αξιοπιστία της εκλογικής διαδιδικασίας, δεν αφήνει τεράστιο απόθεμα πολιτικής αντοχής στον αρχηγό του κράτους. Δεν πρόκειται για συντριπτική νίκη. Ωστόσο, πρόκειται για επικράτηση που, παρά το διαβλητό της, στην πράξη δεν αφήνει περιθώρια σοβαρής αμφισβήτησης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι όργανο που μπορεί να κρίνει εκλογικές αναμετρήσεις, όσο διαβλητές και να είναι αυτές. Το μείζον πρόβλημα είναι πως το τουρκικό έθνος είναι πλέον διχασμένο και αυτό δεν είναι άγγελος καλών ειδήσεων για την ειρήνη στην Τουρκία και στη γειτονιά της.
Θεσμική ισχύς χωρίς πολιτική δύναμη
Η οριακότητα του αποτελέσματος εξ αντικειμένου ωθεί και άλλο τον Ερντογάν στην ανασφάλεια, αποτέλεσμα της αποδοκιμασίας του από το 48,5% του εκλογικού του σώματος. Μια ανασφαλής και ανεξέλεγκτη εξουσία είναι ο χειρότερος δυνατός συνδυασμός: τόσο σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις που η άσκησή της μπορεί να έχει επάνω στη ζωή και στην αξιοπρέπεια των ανθρώπων όσο και στη σταθερότητα του κράτους. Ο θεσμικά πανίσχυρος Ερντογάν ουσιαστικά είναι πολιτικά πιο αδύναμος από ποτέ. Για αυτό και έκανε το δημοψήφισμα, από το αποτέλεσμα του οποίου προκύπτει πλέον η ραγισμένη κυριαρχία του. Το νέο πολιτικό περιβάλλον του, από το οποίο πλέον έχει απομακρυνθεί η υψηλόβαθμη παραδοσιακή γραφειοκρατία του κόμματός του και έχει αντικατασταθεί από δικούς του ανθρώπους μετρίου πολιτικού αναστήματος, τον ωθεί περισσότερο στην πολιτική εσωστρέφεια και ενισχύει τη μανία καταδίωξής του.

Η επαμφοτερίζουσα ευρωπαϊκή στάση
Η Ευρωπαϊκή Ενωση σε μια στιγμή εσωτερικού κατακερματισμού και πρωτοφανούς για τα δεδομένα της ελλείμματος πολιτικής αυτοπεποίθησης διστάζει να λάβει σαφή και αποφασιστική θέση απέναντι στην εδώ και χρόνια εξελισσόμενη αυτοεκπληρούμενη προφητεία του τουρκικού ολοκληρωτισμού. Από το 2010 και ύστερα είναι πασιφανές ότι ο χορός ΕΕ – Τουρκίας είναι αμοιβαία και βαθύτατα ανειλικρινής: σταδιακά το ζεύγος απομακρύνεται, προσποιούμενο πως τάχα θέλει κάποια στιγμή να τα βρει. Φυσικά, είναι λάθος να αποδώσει κανείς περισσότερες ευθύνες από αυτές που αναλογούν στην ΕΕ για τα δρώμενα στην Τουρκία. Ωστόσο η επαμφοτερίζουσα στάση των ευρωπαϊκών ελίτ νομιμοποίησε περισσότερο τον αντιδυτικισμό του τούρκου Πρόεδρου στα μάτια της κοινής του γνώμης, ενώ διόλου δεν εμπόδισε την εδραίωση ενός γενικευμένου αντιτουρκισμού σε μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης.
Η ευρωπαϊκή δυσπιστία απέναντι στην Τουρκία και η τουρκική καχυποψία απέναντι στην Ευρώπη δεν είναι νέα αισθήματα αλλά βαθιά ριζωμένες εκατέρωθεν αντιλήψεις στην πολιτική κουλτούρα και των δύο πλευρών. Με δεδομένη αυτήν την κληρονομιά, η αμηχανία σε στιγμές δύσκολες όπως η σημερινή είναι κατανοητή. Αυτό που δεν συγχωρείται είναι ο κυνικός αλλά και κοντόθωρος τρόπος με τον οποίο η ΕΕ αποφάσισε να διαχειριστεί ένα τόσο εμβληματικό όσο και κρίσιμο πολιτικό ζήτημα μέσω της Συμφωνίας με την Τουρκία για τους πρόσφυγες και μετανάστες τον Μάρτιο του 2016. Η Συμφωνία αυτή σφυρηλάτησε στην Τουρκία την αντίληψη του «κλειδοκράτορα» των μεταναστευτικών ροών, μια βολική αληθοφάνεια που βοηθά τις Αρχές της να εκβιάζουν τους μικρόψυχους Ευρωπαίους που δεν θέλουν πρόσφυγες. Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη καλλιεργείται η μίζερα ξενοφοβική αντίληψη που υπαγορεύει πως «ευτυχώς δεν έρχονται άλλοι διότι τους βαστά χάρη στη Συμφωνία το τουρκικό μαντρόσκυλο». Το τραγικό είναι πως η ΕΕ περνάει αυτήν την τοξική Συμφωνία ως επιτυχία της!
Το σουνιτικό «l’état, c’est moi»
Θα ήθελα, κλείνοντας, να θυμηθούμε πως το «l’état, c’est moi» δεν είναι τουρκική επινόηση. Επίσης να θυμηθούμε ότι ο εκ των πρώτων δασκάλων της συνταγματοποίησης των προεδρικών υπερεξουσιών δεν υπήρξε ο Ερντογάν αλλά ο στρατηγός Ντε Γκωλ. Φυσικά, άλλη χώρα, άλλες εποχές, άλλοι συνειρμοί. Ωστόσο, αυτό που συμβαίνει στην Τουρκία δεν είναι ούτε πρωτοφανές ούτε απρόβλεπτο. Ο πολιτικός απολυταρχισμός έχει βαθιές ρίζες στη Γηραιά Ηπειρο. Ο (νεο)οθωμανικός δεσποτισμός αποτελεί μια ιστορική εκδοχή του.
Η επικείμενη συνταγματοποίηση της απολυταρχίας στην Τουρκία θα ωχριά μπροστά σε αυτό που θα συμβεί στην Ευρώπη αν ο γαλλικός λαός προσφέρει δώρο το πολίτευμα της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας σε λίγες βδομάδες στην πρώτη γυναίκα πρόεδρο της χώρας που έδωσε το όνομα «βοναπαρτισμός» στην προεδρική απολυταρχία.
Αν λοιπόν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Τουρκία διαβαστεί αποκλειστικά ως σύμπτωμα ανατολίτικης ιδιαιτερότητας, το ευρωπαϊκό σφάλμα θα είναι μοιραίο.
Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (FIDH ), αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ