από metereologos.gr
Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017
 
 

Γειτονιές που χάσαμε

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Απέναντι από τον Αγιο Ελευθέριο ήταν δύο σχολεία, το ένα κολλημένο στο άλλο, τα χώριζε μόνο ένας ψηλός τοίχος: «Το κάτω» - έτσι το λέγαμε - ήταν το 41ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών και «το πάνω» ήταν το 42ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών. Εγώ πήγαινα «στο κάτω». Με τα παιδιά «του πάνω» δεν είχαμε πολλά πολλά, μόνο καταβρεχόμασταν στα διαλείμματα πετώντας μπουγέλα πάνω από τον ψηλό τοίχο. Ημασταν αντίπαλοι, στην ίδια γειτονιά. Ολοι οι φίλοι μου, λοιπόν, ήταν από «το κάτω». Ομως δεν έχω κρατήσει κανέναν, σκορπίσαμε, χαθήκαμε. Τους τελευταίους μήνες σταμάτησα να βλέπω στον δρόμο και τους γονείς ορισμένων εξ αυτών, που όλα αυτά τα χρόνια συναντιόμασταν αλλά δεν χαιρετιόμασταν, επειδή δεν με αναγνώριζαν κι εγώ ντρεπόμουν να τους πιάσω την κουβέντα γιατί μπορεί και να μη με θυμούνταν.

Σταμάτησα, λοιπόν, να τους βλέπω (ελπίζω απλώς να μετακόμισαν σε άλλη γειτονιά), και αυτό σαν να πυροδότησε την άτιμη τη μνήμη: Δεκαετία του '70 - πόσο μακρινή ακούγεται. (Φταίει, νομίζω, και η μεθεορταστική περίοδος που ευνοεί τη νοσταλγία). Στου Γκύζη μεγάλωσα, στου Γκύζη κατοικώ ακόμη. Που θα έπρεπε να λέγεται Γύζη, αλλά όταν το βάφτισαν προς τιμήν του τηνιακού ζωγράφου, «παρασυρμένοι» από τα λατινικά γράμματα (Gyzis) της υπογραφής του (έζησε πολλά χρόνια στη Γερμανία), έκαναν το αρχικό γάμα «Γκ», τραχύ και πιθανώς άκομψο.

Η γειτονιά άκοµψη δεν ήταν. Δεν είχε αρχοντικά, είχε όμως συμπαθητικά χαμηλά σπίτια με αυλές. Τα πρόφτασα προτού γκρεμιστούν. Δύο είναι οι πιο δυνατές εικόνες που έχω από εκείνα τα χρόνια: τις οικογένειες να βγαίνουν και να καίνε τους Μάηδες, του Αϊ-Γιάννη του Φωταρά, στους δρόμους, πηδώντας πάνω από τις φλόγες, και την ημέρα, εκείνο το φοβερό 1973, που έγιναν τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο: ήμουν στο 41ο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών όταν διακόπηκε το μάθημα και μας δασκάλεψαν να περιμένουμε τις μαμάδες μας να μας πάρουν στο σπίτι. Είχα χαρεί που δεν θα κάναμε μαθηματικά. Εμείς τα παιδιά, γελαστά, με τις τσάντες μας στο χέρι, τρέχαμε στα πεζοδρόμια και οι μαμάδες εξαιρετικά ανήσυχες έτρεχαν πίσω μας, φωνάζοντας «γρήγορα, γρήγορα». Τα τανκς έφταναν στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, λίγα μέτρα από το σχολείο. Είχα νιώσει τότε πως η γειτονιά μου ήταν στο επίκεντρο των γεγονότων, μεγάλη υπερηφάνεια.

Ως Γκυζιώτες ήμασταν, βεβαίως, υπερήφανοι κυρίως για το Αλσος στο Πεδίον του Αρεως, για το δασάκι πίσω από τη Σχολή Ευελπίδων και για τον λόφο Φινοπούλου. Πολύ πράσινο. Η πιο πράσινη γειτονιά στο κέντρο της Αθήνας, όχι; Ημασταν επίσης υπερήφανοι για τον Παναθηναϊκό στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ακόμη πιο έντονο... πράσινο εκεί. Βλέπαμε σινεμά στην «Ιριδα» (τη μετέπειτα μουσική σκηνή «Μετρό») και στον «Αχιλλέα» (απέναντι από την «Ιριδα», εκεί που στεγάστηκε το «Ανοιχτό Θέατρο» του Γιώργου Μιχαηλίδη). Αγοράζαμε είδη σπιτιού από τον «Χρηστίδη» και γλυκά από τον «Μαρέτση». Ο «Μαρέτσης» και ο «Χρηστίδης» υπάρχουν ακόμη, είναι από τα ελάχιστα εναπομείναντα ίχνη του παλιού Γκύζη.

Γιατί τα γράφω αυτά; Για τις γειτονιές που γνωρίσαμε και χάσαμε - το δικό μου Γκύζη είναι για κάποιον άλλον η Κυψέλη ή η Νεάπολη, τα Εξάρχεια, τα Πατήσια... Τα γράφω γιατί όταν ξημέρωσε 2017, κοιτώντας έξω από την μπαλκονόπορτα τα διαμερίσματα στις απέναντι πολυκατοικίες, σκέφτηκα πως οι περισσότεροι ιδιοκτήτες που γνώριζα, που χαιρετούσα και με χαιρετούσαν γιατί με ήξεραν από παιδί, δεν ζουν πια εκεί. Στα σπίτια τους έχουν εγκατασταθεί ένοικοι που δεν νιώθουν καμία τρυφερότητα για αυτή την αρκετά άσχημη πλέον περιοχή, επειδή δεν έχουν κανένα συναισθηματικό δέσιμο μαζί της. Οπως είναι άσχημο να μην αγαπάς τη γειτονιά όπου ζεις, έτσι είναι άσχημο και άδικο για τη γειτονιά να μην αγαπιέται από τους κατοίκους της. Γιατί οι γειτονιές έχουν ψυχή. Εχουν ψυχές. Την πιθανώς ισχνή αλλά και ανεξίτηλη αύρα εκείνων που έζησαν εκεί, που έβγαλαν το φαράσι με τον πυρπολημένο «Μάη» στην εξώπορτά τους και κάλεσαν τα παιδιά να πηδήσουν πάνω από τις φλόγες, που στόλισαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο τους δίπλα στο παράθυρο. Μπορεί το δικό τους δέντρο να ήταν εκείνο που θαύμασα όταν, παιδάκι, περνώντας έξω από το σπίτι τους σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου για να κοιτάξω μέσα. Είναι, είπαμε, η μεθεορταστική περίοδος που ευθύνεται για αυτή τη μελαγχολική επιστροφή. Φτάνει, πάμε για άλλα.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (8)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
    Αστικός σχεδιασμός μηδέν. | 09/01/2017 15:35
    Το απέραντο, ανομοιόμορφο, τρισδιάστατο τσαντίρι, με τους κρεμάμενους ηλιακούς θερμοσίφωνες, τις kitsch τέντες και τις σκουριασμένες κεραίες, είναι η ακριβής αποτύπωση του ελληνικού πολιτισμού των τελευταίων 80 ετών. Η Αθήνα επεκτάθηκε ως αποτέλεσμα ανεξέλεγκτων, μεμονωμένων δράσεων, χωρίς εκ των προτέρων πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς κανένα σεβασμό για το νόμο, χωρίς κανονισμούς και προδιαγραφές, με μαγκιά, ρουσφέτι και την προσωπική αισθητική του εκάστοτε "ειδικού". Μια πόλη συγκρίσιμη με τη Βαγδάτη και το Χαλέπι, αντί του Εδιμβούργου και του Βερολίνου. Ας ελπίσουμε ότι, μέσα από κάποιο θαύμα, θα υπάρξει αστικός σχεδιασμός μεγάλης κλίμακας για την επόμενη γενιά της πρωτεύουσάς μας...
    mongoloid
    απάντηση121
     
     
    Αποδείξεις... | 09/01/2017 13:12
    Μένω τα τελευταία 34 χρόνια σε προάστιο κατεβαίνω όμως τις καθημερινές στο κέντρο διότι εκεί είναι η έδρα μου.Ποτέ δεν είδα κάποιον από αυτούς που < αγαπάνε > τη γειτονιά τους να κάνουν κάτι χειροπιαστό, προσωπικά δεν περιμένω τον οδοκαθαριστή, τα τελευταία χρόνια ελείψει μιας υπέροχης Πολωνέζας που είχα τώρα κάνω εγώ τη δουλειά, βγαίνω έξω και σκουπίζω το δικό μου το απέναντι και τα διπλανά πεζοδρόμια, ψεκάζω για τις κατσαρίδες, κάνω μυοκτονίες και διατηρώ την γύρω περιοχή από τον κάδο καθαρή. Οι γείτονες ενώ ενοικιάζουν στην AirBnb κ ωφελούνται, απαξιούν. Σκέφτομαι ότι εάν όλοι έβγαιναν στην εξώπορτα κ καθάριζαν θα ήταν πολύ καλύτερα. Άρρωστη κοινωνία που ψάχνει δικαΙολογίες μη λυπάστε για
    Katsikis
    απάντηση143
     
     
     
    Κι όμως... | 09/01/2017 11:58
    Η Αθήνα από ένα άμορφο συνονθύλευμα περιοχών που χτίστικαν εν μια νυκτί και κατοικήθηκαν από ανθρώπους που δεν το επέλεξαν, με αποτέλεσμα να τη μισήσουν, έχει αρχίσει να μετασχηματίζεται σε ένα πραγματικό αστικό κέντρο με δική του ιδιαίτερη κουλτούρα και χαρακτηριστικά. Σε αυτό παίζει σημαντικό ρόλο η γενιά των ανθρώπων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Αθήνα, θεωρούν εαυτούς Αθηναίους και δείχνουν να αγαπούν αυτή την πόλη και τις γειτονιές της. Οι νέοι κάτοικοι του Κουκακίου και του Παγκρατίου, εκτιμούν τη γειτονιά τους γι' αυτό που είναι πολύ περισσότερο από τους παλαιούς τους κατοίκους, ακριβώς επειδή έχουν τις προϋποθέσεις για να το κάνουν. Η Αθήνα βελτιώνεται. Ας μη μελαγχολούμε..
    (τα προάστια είναι άλλη ιστορία)
    απάντηση713
    Απαντήσεις  2 | Εμφάνιση όλων
     
     
    Αχ φτωχογειτονια | 09/01/2017 11:43
    Τα καλυτερα χρονια της ζωης πολλων απο εμας της γεννιας του 50, 60 γιατι οι γεννια του 40 εζησε μαυρες μερες. Ειχαμε την τυχη εμεις του 50 στις γειτονιες του Πειραια να περασουμε αξεχαστα χρονια, παιγνιδια με βολους και γιαλενια στους χωματινους ακομα δρομους, μικρα σπιτακια των δυο δωματιων με τεραστιους ομως κηπους οπως φανταζαν τοτε στα παιδικα μας ματια, κρεας στο ταψι στο φουρνο ισως μια φορα την κυριακη, τα ζεστα βραδακια ολη η γειτονια εξω να κουτσομπολευει και οι γηραιοτεροι να λενε ιστοριες, ακουγα την γιαγια μου να λεει πως ο κοσμος ετρεχε στις εκκλησιες να σωθη οταν φανηκε ο κομητης του Χαλευ στις αρχες του αιωνα. Τι να πρωτοθημηθης, τον κλειδωνα, κρυφτο, τους αετους, τις σβουρες
    Παστος Καλαμας
    απάντηση222