Νεότατοι. Εγκαταστάθηκαν με τα παιδάκια τους στο διπλανό τραπέζι. Στη μία καρέκλα κάθισαν τον μεγάλο –γύρω στα πέντε ήταν. Η μαμά έβγαλε από την τσάντα της ένα βιβλίο: «Διάβασε ώσπου να πάει ο μπαμπάς στο αυτοκίνητο να σου φέρει τα παιχνίδια σου». Ο μπαμπάς προσπαθούσε να προσαρμόσει ένα πλαστικό κάθισμα στην άλλη καρέκλα. Δεν ήταν εύκολο. Ο σερβιτόρος έσπευσε να τον βοηθήσει. Τα κατάφεραν, το τρίχρονο (πάνω-κάτω) κοριτσάκι βγήκε από το καρότσι του και πήρε τη θέση του, η μαμά έβγαλε από την τεράστια τσάντα που κρατούσε κάτι σαν πίνακα και του τον έδωσε, έβγαλε και μια σειρά από μπογιές και κάτι κουκλάκια και τα τοποθέτησε επάνω στο τραπέζι –δεν υπήρχε πλέον χώρος για πιάτα. Στο μεταξύ, ο μπαμπάς είχε επιστρέψει με άλλη μια τεράστια τσάντα. Προσπαθώντας να την περάσει ανάμεσα στις καρέκλες, έριξε το μπουκάλι με το νερό μας. Ζήτησε δέκα φορές συγγνώμη. «Δεν τρέχει τίποτα!». Είχαν όμως φέρει μαζί τους τόσα πράγματα, που πραγματικά υπήρχε θέμα χώρου. Στριμωχτήκαμε όσο μπορούσαμε για να διευκολύνουμε την κατάσταση. Ο μπαμπάς έβγαλε από την τσάντα ένα ευμέγεθες επιτραπέζιο με κάτι ζωάκια που ανεβοκατέβαιναν μια σκάλα. «Θέλεις αυτό ή θέλεις τους πυροσβέστες;». «Τους πυροσβέστες. Οχι, αυτό», αδύνατον να αποφασίσει. Του έδωσαν ένα άλλο βιβλίο. Στο μεταξύ, η αδελφή του είχε αρπάξει ένα πλαστικό λιονταράκι και αρνούνταν να το επιστρέψει. «Κοίτα τι σου έχω» είπε η μαμά και για να την κάνει να ανοίξει το χέρι τράβηξε από έναν σάκο που βρισκόταν στο κάτω μέρος του καροτσιού έναν λούτρινο κροκόδειλο. «Κι εγώ» ο μικρός. «Εσύ έχεις το δικό σου» είπε ο μπαμπάς και έβγαλε από τη δική του τσάντα ένα λούτρινο κοάλα. «Και τους πυροσβέστες!». Τους έβγαλαν και αυτούς. Εβγαλαν και μερικά ακόμη βιβλία να υπάρχουν.

Κάπως έτσι πέρασαν την οικογενειακή έξοδό τους.
Ανοιγοκλείνοντας τσάντες, βγάζοντας και βάζοντας μία το ένα, μία το άλλο. Παρόμοιες οικογενειακές στιγμές, με πολλή «σαβούρα», και στην παραλία. «Θυμάστε, στα δικά μας νιάτα, όποτε βγαίναμε βόλτα να κάνουν οι γονείς μας μετακόμιση;» ρώτησε ο Στέλιος. Οχι. Ούτε να κουβαλάμε μαζί τα παιχνίδια μας θυμάμαι. Αυτά έμεναν σπίτι. Στο εστιατόριο, μας μάθαιναν ότι θα καθήσουμε ήσυχοι για να φάμε. Επειτα, μας επέτρεπαν να βγούμε στην αυλή για να παίξουμε –αν δεν υπήρχε αυλή, απλώς περιμέναμε να τελειώσουν οι μεγάλοι το φαγητό τους και να φύγουμε. Ηταν τελικά πιο εύκολες οι οικογενειακές έξοδοι τότε. Σήμερα τα νέα ζευγάρια κάνουν ό,τι μπορούν για να τις δυσκολέψουν. Κουβαλώντας μαζί τους όλο το παιδικό δωμάτιο, μπας και ο μικρός τους βαρεθεί, πεινάσει, κρυώσει, νιώσει στερητικό σύνδρομο για το αρκουδάκι του. Μήπως με αυτές τις σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους περισσότερο βλάπτουν παρά ωφελούν; Επειδή, πολύ απλά, δεν μαθαίνουν στα παιδιά να συμπεριφέρονται ανάλογα με την κάθε περίσταση; Δεν τα μαθαίνουν ότι κάθε πράγμα έχει την ώρα του, στο τραπέζι τρώμε και δεν παίζουμε, στη θάλασσα παίζουμε και δεν τρώμε; «Μερικοί το κάνουν για να τα απασχολούν και να τους αφήνουν ήσυχους» σχολίασε η Αννα. Της έδειξα το διπλανό ζευγάρι. Δεν είχε ησυχάσει ούτε ένα λεπτό. Ο μπαμπάς έπαιζε κουκλοθέατρο με τον κροκόδειλο, η μαμά διάβαζε ένα παραμύθι, το κοριτσάκι είχε σταματήσει να ακούει το παραμύθι και προσπαθούσε να πιάσει έναν πυροσβέστη Lego, το αγοράκι είχε φορέσει στο χέρι του μια μαριονέτα ξυλοκόπο και χτυπούσε τον κροκόδειλο. «Να τους προτείνουμε να κρατήσουμε εμείς τα παιδιά ένα βράδυ και να βγουν σαν άνθρωποι;» ψιθύρισε η πονετική Αννα. Ξέρω, ξέρω, όποιος είναι έξω από τον χορό… Ομως, και η βόλτα είναι βόλτα, όχι εκστρατεία στον Σαγγάριο.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ