από metereologos.gr
Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018
 
 

Το κέλυφος της πίστης

* Στις δυτικές κοινότητες (καθολικές και προτεσταντικές) είναι αδιανόητη η ανέγερση, σήμερα, εκκλησιαστικών κτιρίων που μιμούνται μορφές ή λειτουργίες άλλων εποχών. Το κτίριο μάλιστα της εκκλησίας προσλαμβάνεται πλέον σήμερα στη Δύση ανάλογα με εκείνο του θεάτρου και του μουσείου
Το κέλυφος της πίστης
Αριστερά και επάνω δεξιά: R. Meier, Εκκλησία στο Tor Tre Teste, Ρώμη, 2003. Δεξιά: Almann-Sattler-Wappner, Εκκλησία του Ιησού, Μόναχο, 1996-2000 (φωτογραφίες: Α. Γιακουμακάτος)
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Κάθε φορά, σπάνια στ' αλήθεια, που συζητάμε στην Ελλάδα για τη σχέση αρχιτεκτονικής και εκκλησίας, επανέρχεται το γνωστό αμήχανο ερώτημα: γιατί δεν υφίσταται αυτό που σε κανονικές συνθήκες θα αποκαλούσαμε «σύγχρονη ορθόδοξη ναοδομία»; Γιατί η νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική δεν έχει να επιδείξει εκκλησιαστικά κελύφη που να μαρτυρούν την πρόσληψη του Θείου σήμερα, έναν δηλαδή σύγχρονο τρόπο μέθεξης της μεταφυσικής διάστασης και του οικουμενικού χαρακτήρα της ορθόδοξης πίστης; Για να το πούμε αλλιώς: γιατί δεν συμβαίνει στην Ελλάδα ό,τι συμβαίνει φυσιολογικά σε όλη ανεξαιρέτως τη χριστιανική Δύση;

Από τον 8ο αιώνα μ.Χ. αυτό που αποκαλούμε «ναοδομία» αρχίζει να εξελίσσεται με διαφορετικούς τρόπους στο Βυζάντιο και στη Δύση. Αξίζει εντούτοις να σημειωθεί ότι, ενώ οι τυπολογικές λύσεις παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες ως το τέλος του 19ου αιώνα, το στοιχείο της χωροδιατακτικής ανανέωσης, της κατασκευαστικής πρωτοτυπίας και της υψηλής καλλιτεχνικής έκφρασης χαρακτήρισε στη διάρκεια των αιώνων τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Με άλλα λόγια, το κτίριο της εκκλησίας εξέφρασε πάντα τις πιο προωθημένες και πειραματικές αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής του.

Η εξέλιξη της χριστιανικής ναοδομίας στον 20ό αιώνα ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους για πάρα πολλούς λόγους, από τους οποίους ο κυριότερος είναι η σχέση του κάθε δόγματος με την κοινωνία και τους συντεταγμένους θεσμούς. Στη Δύση, η Εκκλησία αποδεσμεύτηκε από το πολιτικό έθνος και τέθηκε μάλιστα ανταγωνιστικά ως προς αυτό, στην προσπάθεια προσέλκυσης των πιστών σε ένα πλαίσιο ελεύθερης ανταλλαγής ιδεών (στην Ιταλία και στις άλλες χώρες της Ευρώπης οι «καθολικοί» και οι «λαϊκοί» αποτελούν δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες). Ακόμη και η αναμφίβολη εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας είναι γεωγραφικά οικουμενική και όχι τοπική ή εθνικιστική. Ο αυτοκέφαλος, και μοιραία τοπικιστικός χαρακτήρας των Ορθόδοξων Εκκλησιών ευνόησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πιο ασφυκτικών δεσμών μεταξύ αυτών και του κράτους.

Με τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού (1963-1965) υπογραμμίστηκε η εμπιστοσύνη της Εκκλησίας της Ρώμης στη σύγχρονη τέχνη και τον πολιτισμό, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης που περιελάμβανε μεταξύ άλλων την τελετή της λατινικής - ιταλικής πλέον σήμερα - λειτουργίας, ενώ προωθήθηκε ο εκσυγχρονισμός της εκκλησιαστικής κτιριολογίας με μια σειρά από αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς που από τότε έχουν προικίσει την Ιταλία με εκατοντάδες νέα κελύφη. Στις δυτικές κοινότητες (καθολικές και προτεσταντικές) είναι αδιανόητη η ανέγερση, σήμερα, εκκλησιαστικών κτιρίων που μιμούνται μορφές ή λειτουργίες άλλων εποχών. Το κτίριο μάλιστα της εκκλησίας προσλαμβάνεται πλέον σήμερα στη Δύση ανάλογα με εκείνο του θεάτρου και του μουσείου, όσον αφορά την αστική σηματοδότηση και τον κοινωνικό και πολιτισμικό ρόλο ως αστικού πυκνωτή.

Τούτο μπορεί να οδηγήσει, ενίοτε, σε φορμαλιστικά αποτελέσματα: ο γενικός «πολιτικός» προσανατολισμός της Δυτικής εκκλησίας είναι εύστοχος, αλλά δεν σημαίνει ότι όλα τα νέα κτίρια είναι αριστουργήματα. Ωστόσο, η ειδική κάθε φορά αποτίμηση ενός νέου κελύφους αποτελεί ζώσα και συμμετοχική, μια «διαδραστική» θα έλεγα αποτίμηση της τρέχουσας ποιότητας του θρησκευτικού αισθήματος της συγκεκριμένης κοινωνίας αλλά και του βαθμού κοινωνικής διείσδυσης και του ρόλου της αντίστοιχης εκκλησίας. Η συζήτηση για την πίστη διαμορφώνεται τότε από προβληματισμένους, ελεύθερους και συνειδητούς πολίτες που δεν ταυτίζουν μηχανιστικά τη μεταφυσική με ένα συγκεκριμένο κτιριακό κέλυφος αλλά την ανάγουν σε πνευματικό γεγονός ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής διαδρομής και επεξεργασίας. Γιατί η πίστη δεν έχει μορφή, ή μάλλον έχει άπειρες: η μορφή είναι μια σύμβαση, ένας κώδικας επικοινωνίας. Και αν η σύμβαση αυτή ήταν η πρέπουσα, ως προϊόν του πνευματικού και υλικού πολιτισμού πριν από 10 αιώνες, δεν σημαίνει ότι είναι κατάλληλη και σήμερα. Η αντίφαση είναι προφανής, με ποινή πλήρους απόσχισης της κάθε Εκκλησίας από την εποχή της.

Στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστό, η Εκκλησία επιδίωξε την ταύτιση με τις κρατικές δομές εξουσίας: η προσπάθεια απόδοσης ιστορικής αιτιολόγησης και η κωδικοποίηση αυτής της ταύτισης οδήγησε συνακόλουθα σε μια «αποκρυστάλλωση» (ή και απονέκρωση) της χτισμένης εικόνας της στον 20ό αιώνα, του εκκλησιαστικού δηλαδή κελύφους που οφείλει να υποστηρίζει και να διακηρύσσει αυτή την ιστορικής φύσης αιτιολόγηση, τους «διελληνικούς» δηλαδή δεσμούς με το έθνος. Το κτίριο της εκκλησίας, αντί να υποβάλλει μια πάντα νέα, δηλαδή πειστική για την εποχή της, ερμηνεία του πνευματικού, του μεταφυσικού και του οικουμενικού, να είναι με άλλα λόγια φορέας μιας πρωταρχικά οντολογικής διάστασης, καταλήγει στη δική μας πραγματικότητα ένα αρχιτεκτονικά απόλυτο ψεύδος κατάλληλο για κάθε περιοχή, ένα νεκρό κέλυφος που αποκοιμίζει την εγρήγορση και τον προβληματισμό για την έννοια της μορφής και τη μορφή της πίστης στον σύγχρονο κόσμο, που δεν ενθαρρύνει την καλλιέργεια σκεπτόμενων, προβληματισμένων πιστών επιλέγοντας συνειδητά να καταφύγει στην καθησυχαστική και αυτοεπιβεβαιωτική επανάληψη μιας γλώσσας - υποτίθεται - του παρελθόντος.

Με τον τρόπο αυτόν το χριστεπώνυμο πλήρωμα συρρικνώνεται, όχι μόνο αριθμητικά αλλά και ιδεολογικά, και κινείται εκτός οποιασδήποτε κοινωνικής δυναμικής: υποχρεώνεται μόνο να καταναλώνει τα εξωτερικά «θεατρικά» χαρακτηριστικά μιας πολύ βαθύτερης ιδεολογικής χαλιναγώγησης. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και στο μωαμεθανικό και στο ιουδαϊκό δόγμα, όπου τα φαινόμενα θεοκρατικής αντίληψης της κοινωνίας και της σύνδεσης θρησκείας και κοσμικής εξουσίας εμφανίζονται επίσης οξυμένα. Είναι και αυτή μια πολιτισμική σύγκρουση Ανατολής και Δύσης, που διεξάγεται και με τη δική μας συμμετοχή.

Ο κ. Αντρέας Γιακουμακάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.