από metereologos.gr
Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017
 
 

Οι νοσταλγοί μιας «φαντασίας»

Οι νοσταλγοί μιας «φαντασίας»
Το τείχος του Βερολίνου έπεσε το 1989 (φωτογραφία από τα γεγονότα) αλλά οι νοσταλγοί μιας άλλης εποχής παραμένουν ακόμη και σήμερα
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Εχει γραφτεί αρκετές φορές πως η Ελλάδα είναι η τελευταία σοσιαλιστική χώρα της Ευρώπης. Ο σκωπτικός αυτός χαρακτηρισμός ίσως να μην είναι άστοχος αν κρίνει κανείς από τις δηλώσεις και τα δημοσιεύματα που προκάλεσε το μνημόνιο του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την καταδίκη των εγκλημάτων των κομμουνιστικών καθεστώτων.

H έκφραση «αντικομμουνιστική υστερία» είναι γνωστή. Στην περίπτωση του μνημονίου, ζήσαμε μια κομμουνιστική υστερία. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Γκέραν Λίντμπλαντ, ο σουηδός συντάκτης του μνημονίου, ανέφερε σε συνέντευξή του πως τα μόνα υβριστικά γράμματα και ηλεκτρονικά μηνύματα που έλαβε ήταν από Ελληνες. H παράξενη νοσταλγία του κομμουνισμού που φαίνεται πως ανθεί ειδικά στη χώρα μας ή, για να είμαστε πιο σαφείς, στη δημόσια σφαίρα της, αποτελεί από μόνη της ενδιαφέρον θέμα για προβληματισμό.

* Αδιαφορία στην Ευρώπη

Το μνημόνιο δεν προκάλεσε άξια λόγου δημόσια συζήτηση και συνάντησε μια μάλλον γενικευμένη αδιαφορία στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, πράγμα κατανοητό στο μέτρο που αναφέρεται σε πράγματα γνωστά στους πάντες - εξαιρουμένων κάποιων περιθωριακών νοσταλγών του υπαρκτού σοσιαλισμού, εξίσου γραφικών με τους συναδέλφους τους της αντίπερα όχθης.

Κρίνοντας από τις αντιδράσεις στην Ελλάδα, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως το μνημόνιο αναφερόταν σε εγκλήματα που καταλογίζονται στη χώρα μας και μας θίγουν ως έθνος. Είναι πράγματι παράδοξο να εκφράζεται νοσταλγία για τον κομμουνισμό σε μια χώρα που ευτύχησε να τον αποφύγει, τη στιγμή που οι λαοί που τον υπέστησαν κάνουν ό,τι μπορούν για να απομακρύνουν όσο πιο γρήγορα γίνεται τη μνήμη του. Στην ουσία πρόκειται για τη νοσταλγία ενός ανύπαρκτου παρελθόντος.

Αν όμως το εξιδανικευμένο παρελθόν του κομμουνισμού ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας, δεν ισχύει το ίδιο και για τη σκοτεινή του πλευρά. Μολονότι η Ελλάδα απέφυγε μια καταστροφική μεταπολεμική ένταξη στο Ανατολικό μπλοκ, αρκετοί Ελληνες έζησαν στο πετσί τους την κομμουνιστική πρακτική, είτε στη χώρα μας είτε έξω από αυτήν. Πέρα από την «κόκκινη βία» στην Ελλάδα της Κατοχής και του Εμφυλίου και τις μαζικές σταλινικές απελάσεις των Ελλήνων του Καυκάσου, ένα μη αμελητέο ποσοστό της κομμουνιστικής καταστολής στράφηκε εναντίον αριστερών, είτε «αιρετικών» (τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών) είτε πιστών οπαδών και στελεχών του KKE. Κάποιες περιπτώσεις είναι γνωστές, κυρίως όσες αφορούν επώνυμα στελέχη όπως ο Γιώργης Γιαννούλης ή ο Κώστας Καραγιώργης. Παραμένουν όμως τελείως άγνωστες οι ιστορίες εκατοντάδων ανώνυμων οπαδών και μελών του KKE που βρήκαν τον θάνατο στα χέρια των ίδιων των συντρόφων τους.

Μια τέτοια, άγνωστη στην Ελλάδα, περίπτωση αφηγείται ο ούγγρος συγγραφέας György Faludy στο βιβλίο του Οι ευτυχισμένες μέρες μου στην κόλαση, που περιέχει τις αναμνήσεις του από διάφορα ουγγρικά στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου κρατήθηκε από το 1948 ως το 1956.

* Στο στρατόπεδο της Kistarcsa

To 1949 ο Faludy μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Kistarcsa. Περιγράφει με αρκετό χιούμορ τα εννέα κελιά της πτέρυγάς του: το πρώτο κελί περιείχε κρατούμενους που είχαν προσβάλει το καθεστώς, ενώ το δεύτερο αφορούσε τους «φυγάδες της μπανιέρας», πολίτες δηλαδή που συνελήφθησαν από τη μυστική αστυνομία στη διάρκεια του κυριακάτικου μπάνιου τους με την κατηγορία πως σχεδίαζαν να διαφύγουν στη Δύση. Το τρίτο ήταν το κελί των σαμποτέρ, ενώ το τέταρτο ήταν γνωστό ως το σαλόνι των «200 πρωθυπουργών», γιατί εκεί κρατούσαν κάποιους ηλικιωμένους που φαντάζονταν μεγαλόφωνα στο καφενείο τι θα έκαναν αν ήταν πρωθυπουργοί. Στο κελί αυτό βρίσκονταν, μέχρι που πέθαναν από ασιτία, και δύο καθηγητές αρχαίων ελληνικών που κριτίκαραν το καθεστώς στα αρχαία μέχρι που τους άκουσε και τους κατέδωσε στις αρχές ο Imre Waldapfel, καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Το πέμπτο κελί ήταν γνωστό ως το κελί της απομόνωσης. Τα υπόλοιπα τρία κελιά ήταν για τους κατασκόπους και τους πράκτορες του ιμπεριαλισμού, ενώ το ένατο κελί της πτέρυγας ήταν γνωστό στους φυλακισμένους ως «το κελί των Ελλήνων».

Αρχικά οι έλληνες κρατούμενοι μιλούσαν δυνατά και γελούσαν όλη μέρα, ενώ τα βράδια τραγουδούσαν τη Διεθνή και άλλα επαναστατικά τραγούδια. Μια μέρα ζητήθηκε από έναν ούγγρο κρατούμενο να κάνει τον διερμηνέα. Πράγματι, πήγε στο κελί των Ελλήνων και εκεί αντίκρισε μια δωδεκάδα μελαχρινών και χαρούμενων ανδρών που ζήτησαν αμέσως να μάθουν πότε θα ξεκινούσε η εκπαίδευσή τους και ρωτούσαν γιατί ο διοικητής ήταν τόσο θυμωμένος μαζί τους. Και οι δώδεκα κρατούμενοι ήταν Ελληνες που βρέθηκαν τα χρόνια εκείνα στο Λονδίνο (ήταν κατά πάσα πιθανότητα ναυτεργάτες) και που σκόπευαν να περάσουν στην Ελλάδα για να ενσωματωθούν στον Δημοκρατικό Στρατό. Αφού έλαβαν βίζες από τη Βουλγαρική αντιπροσωπεία στο Λονδίνο, ξεκίνησαν για τη στρατιωτική τους εκπαίδευση στην Ουγγαρία.

* Φαντασία και πραγματικότητα

Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Πράγας τούς έγινε τιμητική υποδοχή και τους προσφέρθηκαν λουλούδια και ένα αντίγραφο της βιογραφίας του Στάλιν. Στα σύνορα όμως με την Ουγγαρία τούς μετέφεραν στο στρατόπεδο της Kistarcsa όπου, όπως δήλωσαν στον διερμηνέα, «αν και η πειθαρχία ήταν μάλλον αυστηρή, δεν είχαν παράπονα» από τη διοίκηση.

Ο διοικητής διέταξε τον διερμηνέα να τους ανακοινώσει πως κρατούνταν με την κατηγορία ότι είναι πράκτορες των ιμπεριαλιστών, σταλμένοι από τις αγγλικές μυστικές υπηρεσίες. Με το που άκουσαν τις λέξεις «πράκτορες των ιμπεριαλιστών», οι Ελληνες ύψωσαν τις γροθιές τους, έκαναν απειλητικές κινήσεις για να δείξουν την πρόθεσή τους να κόψουν το λαιμό των μοναρχοφασιστών στην Ελλάδα και ζήτησαν από τον διερμηνέα να πει στον διοικητή πως ήταν έτοιμοι να πάνε να πολεμήσουν στην Ελλάδα. Μάταια προσπάθησε εκείνος να τους εξηγήσει πως βρίσκονταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και όχι εκπαίδευσης. Για κάμποσο καιρό συνέχισαν να ακούγονται γέλια και φωνές από το κελί τους, σταδιακά όμως έπεσε βαριά σιωπή. Ενα βράδυ ένας από τους Ελληνες κρατούμενους προσπάθησε να κρεμαστεί με την πετσέτα του από το ταβάνι του κελιού, χωρίς επιτυχία. Την επόμενη μέρα οι άνδρες της μυστικής αστυνομίας τους ξυλοκόπησαν άγρια και τους αλυσόδεσαν. Μετά από αυτό, καταλήγει ο Faludy, οι Ελληνες ούτε ξανακούστηκαν ούτε ξανατραγούδησαν τη Διεθνή...

Πρόκειται για μια περιγραφή που αναδεικνύει με ενάργεια εκείνον το μοναδικό συνδυασμό κτηνωδίας και βλακείας που χαρακτήριζε τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αξίζει να υπογραμμισθεί η ειρωνική της πλευρά σχετικά με τους κινδύνους που ενέχει η σύγχυση φαντασίας και πραγματικότητας. Πάντως οι ιδεολογικοί επίγονοι των άτυχων Ελλήνων της Kistarcsa (αλλά και των δημίων τους) δεν χρειάζεται να ανησυχούν: όπως έχει γράψει κάποιος θεωρητικός, τη δεύτερη φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα...

Ο κ. Στάθης Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Yale.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.