από metereologos.gr
Τρίτη 17 Ιουλίου 2018
 
 

Μεταξύ δασείας και περισπωμένης

* Δεν αρκεί να κλίνεις σωστά τα ρήματα σε -μι για να κατανοείς τον Θουκυδίδη
Μεταξύ δασείας και περισπωμένης
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

H ανακοίνωση της αύξησης των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο και στο λύκειο από την επόμενη σχολική χρονιά προκάλεσε ήπιες γενικά αντιδράσεις και οπωσδήποτε δεν άνοιξε δημόσιο διάλογο, όπως έχει κατά καιρούς συμβεί ακόμη και με ελάσσονες μεταρρυθμιστικές απόπειρες. H ήπια αυτή υποδοχή μιας μάλλον συμβολικής παρά ουσιαστικής αλλαγής στο πρόγραμμα σπουδών της μέσης εκπαίδευσης οδηγεί σε κάποιες διαπιστώσεις: α) δεν υπάρχει πλέον το γλωσσικό ζήτημα που δίχασε την ελληνική κοινωνία επί έναν τουλάχιστον αιώνα και, επομένως, παρεμβάσεις στη γλωσσική διδασκαλία δεν αποκτούν ιδεολογικοπολιτικές προεκτάσεις, ενώ β) υπάρχει μια σιωπηλή συναίνεση σχετικά με τη γλωσσική «πενία» της σύγχρονης Ελλάδας, η οποία δημιουργεί εν γένει μεγαλύτερη ανοχή ως και αποδοχή σχετικών μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων.

H ιστορία του γλωσσικού ζητήματος είναι μάλλον γνωστή και συνδέθηκε με τον προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας αφενός και με οξύτατες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις αφετέρου. Ο 19ος αιώνας επέλεξε, χωρίς σοβαρές διαφωνίες, την καθαρεύουσα ως τη γλώσσα που μπορούσε να αποδείξει τη συνέχεια και την ενότητα του Ελληνισμού και που θα λειτουργούσε, ως γλώσσα της εκπαίδευσης και της διοίκησης, ενοποιητικά στο πλαίσιο του ελληνικού έθνους-κράτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1856 ο τότε υπουργός Παιδείας X. Χριστόπουλος υπέγραφε διάταγμα βάσει του οποίου οριζόταν να διδάσκεται στα δημοτικά σχολεία η γραμματική μόνο των αρχαίων ελληνικών και όχι της ομιλούμενης γλώσσας. Ο ίδιος υπουργός, σε εγκύκλιό του το 1857, εμμέσως αιτιολογούσε την απόφασή του αυτή χαρακτηρίζοντας την αρχαία ελληνική γλώσσα «θεμέλιον πάσης παρ' ημίν παιδείας» και ταυτόχρονα «μέγα και ακαταμάχητον στοιχείον της εθνικότητός μας». Ο 20ός αιώνας, σε αντίθεση με τη συναίνεση του προηγουμένου, γνώρισε τον διχασμό μεταξύ δημοτικιστών και οπαδών της καθαρεύουσας, που έφτασε σε ακρότητες λόγω της ταύτισης της καθαρεύουσας με την εθνικοφροσύνη - τον «πατριωτισμό της περισπωμένης», σύμφωνα με τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Ενδεικτικό επεισόδιο αυτών των ακροτήτων ήταν η περίφημη «δίκη των τόνων», όταν ο καθηγητής Ιωάννης Κακριδής, εν μέσω ναζιστικής κατοχής, υπέστη πειθαρχική δίωξη, δίκη και δίμηνη απόλυση από την έδρα του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών επειδή είχε δημοσιεύσει ομιλία του χωρίς πνεύματα και τόνους.

Τα επί έναν αιώνα εκκρεμή ζητήματα της ελληνικής εκπαίδευσης διευθετήθηκαν με τις μεταρρυθμίσεις της μεταπολίτευσης (1976 και 1982-1985). H αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους, η καθιέρωση του μονοτονικού σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης ως «πιο λογικού, πιο πρακτικού και πιο οικονομικού» συστήματος γραφής και η διδασκαλία αρχαίων κειμένων από μετάφραση αποτέλεσαν τις σημαντικότερες σχετικές με τη γλώσσα αλλαγές. H καθιέρωση του μονοτονικού και το δίλημμα αν τα αρχαία κείμενα θα πρέπει να διδάσκονται στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση αποτέλεσαν τα δύο ζητήματα που κληροδότησε το παλαιότερο γλωσσικό ζήτημα στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα. Στη μεταπολιτευτική περίοδο η σημαντικότερη αναζωπύρωση του γλωσσικού ζητήματος συνέβη τη δεκαετία του 1980, με την πρόταση του Αντώνη Τρίτση να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στο πρωτότυπο ακόμη και στο δημοτικό σχολείο. Παράλληλα άρχισαν να πυκνώνουν οι διαμαρτυρίες για τη γλωσσική «ένδεια», για τα ξενόγλωσσα γλωσσικά δάνεια, για την υποβάθμιση και την παρακμή της ελληνικής γλωσσικής έκφρασης. Οι διαμαρτυρίες αυτές κατέληξαν συχνά σε κινδυνολογία για την «καθαρότητα» της γλώσσας, κάτι το οποίο δεν διακρίνει ωστόσο μόνο την ελληνική περίπτωση αλλά και πολλές άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες λόγω της επιβαλλόμενης μονοκρατορίας της αγγλικής γλώσσας.

Το σκεπτικό της πρόσφατης αλλαγής στην ελληνική μέση εκπαίδευση συνδέει την αρχαία ελληνική γλώσσα με την «ιστορική μας ταυτότητα» και την «ιδιαίτερη πολιτισμική μας φυσιογνωμία στην ευρωπαϊκή οικογένεια». Εχει λοιπόν να κάνει με τον αυτο- και τον ετερο-προσδιορισμό μας. Στοχεύει επίσης στην ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών στη βασική εκπαίδευση. Εν τούτοις, η πρόθεση να ενισχυθούν οι ανθρωπιστικές σπουδές θα έπρεπε να μην περιοριστεί στην αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και ειδικότερα του «Επιτάφιου» του Θουκυδίδη. Οπως έχουν επισημάνει και άλλοι, στη διδασκαλία της αρχαίας γραμματείας ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η ουσία παρά ο τύπος. Δεν αρκεί να κλίνεις σωστά τα ρήματα σε -μι για να κατανοείς τον Θουκυδίδη. Τα παιδιά πρέπει να εμβαθύνουν στα ίδια τα αρχαία κείμενα, να κατανοούν το νόημά τους και την εποχή που τα παρήγαγε και να μην περιορίζονται στο συντακτικό και στη γραμματική τους. Επίσης η όποια μεταρρυθμιστική απόπειρα οφείλει να περιλαμβάνει μια συνολική φιλοσοφία σχετικά με το τι, πώς και γιατί πρέπει να διδαχθεί, πρέπει δηλαδή να επανεκτιμηθεί η συνολική δομή του προγράμματος αλλά κυρίως η μέθοδος διδασκαλίας που έχει εγκλωβιστεί στην αποστήθιση. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται γενναίες και μείζονες αλλαγές που θα υπακούουν σε μια συνεκτική, μακρόπνοη στρατηγική. Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση να παγιδευτεί μεταξύ δασείας και περισπωμένης.

H κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.