από metereologos.gr
Δευτέρα 28 Μαΐου 2018
 
 
Με αφορμή την έκθεση «Ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα» που εγκαινιάζεται στις 30 Ιουλίου στη Φραγκφούρτη ο Α. Γιακουμακάτος γράφει για το ανυπέρβλητο του κλασικού αρχιτεκτονικού προτύπου στην Ελλάδα και επισημαίνει ότι απαιτούνται το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και μια διάχυτη πολιτισμική συνείδηση για την ανάπτυξη της επιστήμης

Σε τι χρειάζεται ο αρχιτέκτονας;

Οι «σταθμοί» της ελληνικής αρχιτεκτονικής σε μια φιλόδοξη έκθεση στη Φραγκφούρτη
Σε τι χρειάζεται ο αρχιτέκτονας;
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Πριν από λίγες εβδομάδες, στην ίδια στήλη, η κυρία Χαρά Κιοσσέ διατύπωνε με επιγραμματική λακωνικότητα την παρακάτω άποψη: «Στην Ελλάδα του 20ού αιώνα υπάρχει η βάσιμη υποψία ότι η αρχιτεκτονική δεν είναι το φόρτε μας. Δεν είναι προσβλητικό. Εχουμε δώσει άλλοτε δείγματα υψίστης αρχιτεκτονικής, τώρα ας αρκεστούμε σε ό,τι μπορούμε» («Το Βήμα», Νέες Εποχές, 4.7.1999). Πρόκειται για μια άποψη ομολογουμένως διάχυτη και κοινής αποδοχής.

Το κλασικό πρότυπο δεν ξεπεράστηκε ποτέ ενώ στη νεότερη Ελλάδα το αρχιτεκτονικό φαινόμενο με τη μεγαλύτερη απήχηση υπήρξε εκείνο του νεοκλασικισμού. Οσο για τον 20ό αιώνα, είναι προφανής ο βιασμός του περιβάλλοντος και του τοπίου στον οποίο συνέβαλαν διάφοροι «αρχιτέκτονες-μηχανικοί» με την ανέγερση, απανταχού της επικράτειας, των γνωστών τσιμεντένιων κουτιών χωρίς ποιότητα και περιεχόμενο, αγνοώντας μεταξύ άλλων την «παράδοση». Εξαίρεση αποτελούν μερικοί περιώνυμοι αρχιτέκτονες, κοσμικοί ενίοτε, οι οποίοι ή κινούνται στον χώρο μιας ελιτίστικης ιδιωτικής πελατείας (εισβάλλοντας κάποτε και στον χώρο των περιβόητων «διακοσμητών») ή αναπτύσσουν απόψεις κατά κανόνα ιδιόρρυθμες και ουτοπικές, χωρίς ρεαλιστικούς δεσμούς με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Το ανυπέρβλητο του κλασικού προτύπου

Αυτή είναι η κυρίαρχη εικόνα για την αρχιτεκτονική και τον αρχιτέκτονα στο συλλογικό υποσυνείδητο εν Ελλάδι. Πρόκειται για έναν επαγγελματία (ή καλλιτέχνη;) του οποίου η αρμοδιότητα δεν είναι άμεσα κατανοητή, ενώ ο ρόλος και η αναγκαιότητά του περιβάλλονται από ασάφεια και αχλύ μυστηρίου. Υπάρχουν άλλωστε οι πάσης φύσεως μηχανικοί που τον αντικαθιστούν έννομα, πρακτικά και οικονομικά (η μελέτη-πακέτο από τον σχεδιασμό ως τα ηλεκτρολογικά), ενώ η παρουσία του ιδίου γίνεται ενδεχομένως αποδεκτή στον σχεδιασμό μεγάλων κτιρίων: ο ρόλος του είναι δηλαδή κατανοητός μόνο σε συνάρτηση με το μέγεθος της οικοδομικής μονάδας. «Να πάρουμε αρχιτέκτονα ή να μην πάρουμε»: αυτό είναι συχνά το δίλημμα, όχι μόνο στον ιδιωτικό τομέα αλλά και στον δημόσιο, όπου ο αρχιτέκτονας έτυχε συχνά ακόμη πιο δυσάρεστης μεταχείρισης. Και τον «παίρνουμε» κυρίως όταν επιδεικνύει αλλότριες ικανότητες ελιγμών, όσο δηλαδή είναι αποτελεσματικός στην έκδοση της οικοδομικής άδειας. Παρατηρούσαμε βέβαια πρόσφατα στις ίδιες σελίδες ότι, αντίθετα με το 2% των κτιρίων που έχουν τελικά σχεδιαστεί από αρχιτέκτονες στον ελληνικό χώρο, κανένα κτίριο στην Ισπανία δεν πραγματοποιείται χωρίς αρχιτέκτονα ενώ οι επαγγελματικοί σύλλογοι ελέγχουν την ακρίβεια των αμοιβών, από τις οποίες εισπράττουν ένα ποσοστό που διαθέτουν για την ποικιλότροπη προβολή της αρχιτεκτονικής! Οι Ισπανοί όμως είναι κουτόφραγκοι, παρ' ότι Μεσογειακοί, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο νεότερος αρχιτεκτονικός πολιτισμός τους (και ιδιαιτέρως ο σύγχρονος) αποτελεί σημείο αναφοράς σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επιστρέφοντας στις αρχικές παρατηρήσεις του κειμένου, είναι προφανές ότι το κλασικό πρότυπο εμφανίζεται ανυπέρβλητο όχι μόνο για μας αλλά και για την παγκόσμια αρχιτεκτονική πραγματικότητα. Τούτο όμως δεν εμπόδισε τους άλλους λαούς να προχωρήσουν στη διατύπωση του δικού τους οράματος μέσω οικοδομημένων επιτευγμάτων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, που συμμετέχουν με ίσους όρους στη διαμόρφωση αυτού καθαυτού του πολιτισμού τους. Οσο δε αφορά τον περίφημο δικό μας νεοκλασικισμό, θα πρέπει να είναι σαφές ότι πρόκειται μάλλον για έναν ύστερο και μεταχρονολογημένο «αστικό» εκλεκτικισμό που αντλεί από το κλασικό ιδεώδες γιατί δεν εντάσσεται ούτε ιδεολογικά ούτε χρονολογικά (κατά το μεγαλύτερο μέρος του) στο μεγάλο κίνημα του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού που ξεκινά με τη νεοπαλλαδιανή Society of Dilettanti του Lord Burlington στο Λονδίνο (1732) και εξαντλείται, ως ρομαντικό κίνημα πλέον, με την ευρωπαϊκή επανάσταση του 1848.

Η αναγκαιότητα ενός θεσμικού πλαισίου


Το ερώτημα εν τούτοις που τίθεται είναι το εξής: Αν ο αρχιτέκτονας είναι ένας διανοούμενος που αναπτύσσει ταυτόχρονα μια πρωτότυπη και δημιουργική δραστηριότητα, ποια είναι η πραγματική θέση του στην ελληνική κοινωνία του 20ού αιώνα;

Πρόκειται πράγματι για έναν ρηχό και επιπόλαιο (αν όχι περιττό) επαγγελματία του οποίου η αναξιοπιστία υπήρξε ανάλογη των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς του; Ποιος είναι ο ρόλος των αρχιτεκτόνων στο πλαίσιο του νεότερου πολιτισμού μας, ποιες είναι οι φυσιογνωμίες που αποδύθηκαν σε αυτή την περιπέτεια και ποιο είναι το έργο τους;

Είναι δυνατόν η ελληνική πνευματική πραγματικότητα του αιώνα μας να αναπτύχθηκε ερήμην των αρχιτεκτόνων; Είναι δυνατόν η φωνή και οι αγωνίες αυτής της κατηγορίας να υπήρξαν αμελητέα ποσότητα στην οικοδόμηση της νεότερης πολιτισμικής ιστορίας μας;

Η απάντηση είναι απλή και δυσάρεστη συγχρόνως. Θα πρέπει κατ' αρχήν να διευκρινίσουμε ότι η αποτίμηση δεν αφορά το σύνολο των κατόχων σχετικού πτυχίου αλλά αναπόφευκτα ένα επιλεγμένο τμήμα τους (δεν είναι άλλωστε όλοι οι πτυχιούχοι της Σχολής Καλών Τεχνών ή του Ωδείου αξιόλογοι ζωγράφοι ή συνθέτες). Θα πρέπει επίσης να θυμίσουμε ότι η αρχιτεκτονική, παρά το γεγονός ότι αποτελεί άμεση και καθημερινή βιωματική εμπειρία, αποτελεί επίσης την πιο ερμητική και δυσνόητη δημιουργική δραστηριότητα για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εδώ και παντού.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι για την άσκηση της αρχιτεκτονικής απαιτείται η εξασφάλιση εξωγενών θετικών συνθηκών, ανεξάρτητων από τη θέληση και τις δυνατότητες αυτών που τη θεραπεύουν: η έλλειψη των συνθηκών αυτών καθιστά εξαιρετικά δυσχερή οποιαδήποτε προσπάθεια. Απαιτείται οικονομική ευρωστία του κοινωνικού σώματος· απαιτείται το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο· απαιτείται μια διάχυτη πολιτισμική συνείδηση της αναγκαιότητας της αρχιτεκτονικής, άμεσα συνδεδεμένη με τη βιωσιμότητα του χώρου· απαιτείται ο ισχυρός εντολοδόχος που δεν μπορεί να είναι ιδιώτης αλλά δημόσιος.

Η αρχιτεκτονική είναι δηλαδή κατ' εξοχήν αποτέλεσμα των οικονομικών συνθηκών και της αισθητικής παιδείας ενός λαού καθώς και της κοινωνικής ευρυθμίας του και ταυτόχρονα το προϊόν της δημόσιας βούλησης και των φορέων που εκπροσωπούν το διατεταγμένο κράτος.

Η αρχιτεκτονική είναι κατ' αρχήν δημόσια και από τα επιτεύγματα της δημόσιας αρχιτεκτονικής κρίνεται η ποιότητα του χώρου, ακόμη και στην περίπτωση που αυτά προορίζονται για ιδιωτική χρήση.

Η γενική ανυποληψία στην Ελλάδα

Αν προσπαθήσουμε τώρα να συλλάβουμε τα παραπάνω εφαρμοσμένα στην ελληνική πραγματικότητα του 20ού αιώνα, τότε θα αντιληφθούμε ότι πρόκειται μάλλον για κακόγουστο αστείο. Εδώ ακριβώς οφείλεται, σαν σε φαύλο κύκλο, η κακοδαιμονία και η γενική ανυποληψία της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα για τη λαϊκή αντίληψη.

Στον καθρέφτη του ντόπιου χτιστού περιβάλλοντος η ελληνική κοινωνία αναγνωρίζει τον εαυτό της. Είναι ταυτόχρονα προφανές ότι σε ένα τόσο αρνητικό πλαίσιο το δημιουργικό και σημαντικό έργο αποδυναμώνεται και τελικά ακυρώνεται κάτω από το αδυσώπητο βάρος των κτιριακών συμφραζομένων, για τη δημιουργία των οποίων χρεώνονται όλοι οι πολίτες. Από τα νεοελληνικά ήθη δεν θα μπορούσε βεβαίως να διασωθεί η αρχιτεκτονική, έτσι ως εκ θαύματος.

Η ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής του αιώνα αποτελεί ένα από τα πιο τραγικά ­ με επίγνωση του βάρους της λέξης ­ κεφάλαια του νεότερου πολιτισμού μας. Μερικοί από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της επέλεξαν την τελική αυτοχειρία (από τον Γεώργιο Κοντολέοντα ως τον Αρη Κωνσταντινίδη και τον Τάκη Ζενέτο ­ αυτόν του θεάτρου στον Λυκαβηττό και του εργοστασίου Φιξ στη Συγγρού), άλλοι αναχώρησαν από τον τόπο μόλις μπόρεσαν, άλλοι παραιτήθηκαν και αφιερώθηκαν σε διαφορετικές πνευματικές ενασχολήσεις, άλλοι υπέστειλαν την ένταση της σχεδιαστικής προσπάθειας και οδηγήθηκαν στην παραγωγή μέτριου ή ασήμαντου έργου. Ολοι εν τούτοις αντιμετώπισαν τα πνευματικά προβλήματα που έθετε η συγκεκριμένη κάθε φορά ιστορική συγκυρία, συνυφασμένα με τις ανάγκες του τόπου και της αρχιτεκτονικής πρακτικής.

Αντιμετώπισαν τα ζητήματα του περιεχομένου της παράδοσης, της σχέσης τοπικού και διεθνούς, των ξένων αισθητικών επιρροών και κινημάτων, του χαρακτήρα του τόπου και του ελληνικού τοπίου, της πολιτικής ευαισθησίας που τους αναλογούσε και της κοινωνικής δυναμικής, της βελτίωσης των συνθηκών ζωής του πληθυσμού, της αρμονικής ανάπτυξης των ελληνικών πόλεων, των εκσυγχρονιστικών ωθήσεων που εμφανίστηκαν κατά καιρούς επιτακτικές στη χώρα. Συμμετείχαν ισότιμα στις πνευματικές διεργασίες και ονειρεύτηκαν έναν τόπο άλλο, στον οποίο η περιβαλλοντική βαρβαρότητα και η αισθητική αταξία θα βρίσκονταν ηττημένες από την επίτευξη συλλογικά ωφέλιμων στόχων και τη χρηστή διαχείριση του χώρου.

Είπαμε όμως ότι για όλα τούτα προϋποτίθεται η συνέργεια εξωγενών παραγόντων: το έργο τους, κατά συνέπεια, όταν δεν έχει καταστραφεί ή παραμορφωθεί, βρίσκεται κάπου διακριτικά σιωπηλό και περιμένει πλέον τον ειδικό που οφείλει να αποκαλύψει τα μυστικά του στους περισσοτέρους.

Το έργο των αρχιτεκτόνων δεν γίνεται με λόγια, εύκολα στην κατανόηση και γρήγορα στη μετάδοση, αλλά με το χτιστό έργο που απαιτεί άμεση, φυσική πρόσβαση για τη γνωριμία του και ανεπτυγμένους αντιληπτικούς κώδικες για την αφομοίωση και την αποδοχή του. Η χρηστική διάσταση είναι μία μόνο από τις αξιολογικές συνιστώσες του αρχιτεκτονικού έργου· οι υπόλοιπες είναι, καλώς ή κακώς, αντικείμενο άλλης επεξεργασίας και κατανόησης.


Το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής με την έκθεση «Ελληνική Αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα» στο Γερμανικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής της Φραγκφούρτης επιχειρεί μια πρωτοφανή για τις διαστάσεις και το περιεχόμενό της προσπάθεια προβολής της ελληνικής αρχιτεκτονικής που αναλήφθηκε ποτέ στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Η έκθεση, της οποίας η προετοιμασία υπερέβη τα δύο χρόνια, φιλοξενείται σε ένα από τα σημαντικότερα μουσεία αρχιτεκτονικής του κόσμου και ασφαλώς το σημαντικότερο της Ευρώπης. Το Μουσείο, με διευθυντή τον Wilfried Wang, πραγματοποιεί εδώ και μερικά χρόνια μια σειρά αφιερωμάτων στη σύγχρονη αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών χωρών και έχει ως σήμερα φιλοξενήσει την Αυστρία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, τη Σουηδία και την Ελβετία. Η απόφαση για την πρόσκληση της Ελλάδας οφείλεται τόσο στο φυσικό ενδιαφέρον των ξένων για τη σχεδόν άγνωστη στο εξωτερικό σύγχρονη αρχιτεκτονική μας πραγματικότητα (ενδιαφέρον που αφορά όλους τους τομείς και του οποίου η εκμετάλλευση εξαρτάται πλέον από τη δική μας ικανότητα) όσο και στην εικόνα φερεγγυότητας που ενέπνευσε ο έλληνας εταίρος, το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής. Η πραγματοποίηση της έκθεσης, δύο χρόνια πριν από την τιμητική φιλοξενία του ελληνικού βιβλίου στη Διεθνή Εκθεση της Φραγκφούρτης, σηματοδοτεί την εντατική παρουσία του νεοελληνικού πολιτισμού στην οικονομική πρωτεύουσα της Γερμανίας και συμβάλλει με ουσιαστικό τρόπο στην τάση παραγωγικής εξωστρέφειας που χαρακτηρίζει το υγιέστερο τμήμα των διαχειριστών της πνευματικής μας ζωής.

Η έκθεση, που απολαμβάνει της χορηγίας κυρίως του ιδρύματος Σ. Νιάρχου, των υπουργείων Πολιτισμού και ΥΠΕΧΩΔΕ, καθώς και των ιδρυμάτων Ι. Φ. Κωστόπουλου και Ελληνικού Πολιτισμού, ουσιαστικά αφηγείται 100 χρόνια ελληνικής αρχιτεκτονικής μέσω της παρουσίασης 113 έργων 128 αρχιτεκτόνων. Είναι προφανές ότι η επιλογή όφειλε να περιοριστεί στις πιο σημαντικές πραγματοποιήσεις, με συνέπεια τον αποκλεισμό έργων αξιόλογων που θα έκαναν όμως απαγορευτικές τις ήδη υπολογίσιμες διαστάσεις του εγχειρήματος. Υπεύθυνη για την επιλογή αυτή είναι η επιστημονική επιτροπή της έκθεσης, με γενικό υπεύθυνο τον καθηγητή Σάββα Κονταράτο και σύμβουλο τον διευθυντή των «Αρχιτεκτονικών Θεμάτων» Ορέστη Δουμάνη, ενώ την οργάνωση και τον σχεδιασμό της έκθεσης επιμελήθηκε ομάδα αρχιτεκτόνων με επικεφαλής τους Ηλία Κωνσταντόπουλο και Πάνο Δραγώνα και με τη συνεργασία του διευθυντή του Μουσείου. Είναι εδώ παρόντες όλοι όσοι συνέβαλαν στην οικοδόμηση της νεότερης ιστορίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής: οι εκλεκτικιστές Ε. Τσίλερ, Β. Ποζέλι, Π. Αριγκόνι, Α. Μεταξάς, Α. Ζάχος, Β. Τσαγρής, Α. Νικολούδης. Αρχιτέκτονες που εργάστηκαν πριν και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως οι Ε. Κριεζής, Β. Κασσάνδρας, Κ. Κυριακίδης, Β. Κουρεμένος, Κ. Κιτσίκης, Δ. Πικιώνης. Οι δημιουργοί της «νέας αρχιτεκτονικής» του Μεσοπολέμου Ν. Μητσάκης, Π. Καραντινός, Κ. Παναγιωτάκος, Σ. Παπαδάκης, Θ. Βαλεντής, Κ. Λάσκαρης, Γ. Κοντολέων, Π. Τζελέπης. Οι πρωταγωνιστές, τέλος, της μεταπολεμικής περιόδου Ν. Βαλσαμάκης, Κ. Δοξιάδης, Α. Προβελέγγιος, Κ. Δεκαβάλλας, Τ. Ζενέτος, Δ. Φατούρος, Α. Κωνσταντινίδης, Κ. Κραντονέλλης, Η. Σκρουμπέλος, Ν. Καλογεράς, Σ. και Δ. Αντωνακάκης, Ι. Δεσποτόπουλος, Τ. και Δ. Μπίρης, Α. Τομπάζης, Κ. Κρόκος και πολλοί άλλοι νεότεροι.

Η έκθεση, που πλαισιώνεται από πρωτότυπο σχεδιαστικό και φωτογραφικό υλικό (συχνά με αρχειακή αξία), αντικείμενα design και πάνω από 30 μακέτες (πολλές από τις οποίες είναι ειδικά κατασκευασμένες για τις συγκεκριμένες εκθεσιακές ανάγκες), έχει χαρακτήρα διδακτικό και προθέσεις ιστορικοκριτικής σύνθεσης ενός υλικού γνωστού ως σήμερα με αποσπασματικό μόνο τρόπο.

Το εγχείρημα πλαισιώνεται από τον ογκώδη κατάλογο (300 σελ. μεγάλου σχήματος) που εκδίδεται ξεχωριστά στην αγγλική και στην ελληνική γλώσσα από τον γνωστό οίκο Prestel-Verlag του Μονάχου. Περιλαμβάνει τέσσερα γενικά κείμενα ιστορικής αποτίμησης και άλλα επτά θεματικά, γραμμένα από τους πιο έγκυρους ειδικούς του χώρου. Ακολουθεί η κριτική παρουσίαση του καθενός από τα 113 έργα, ενώ ο κατάλογος συμπληρώνεται με βιογραφικά στοιχεία ζωής και έργου για τους ίδιους (για πρώτη φορά σε συνολική παρουσίαση) καθώς και επιλεγμένη σχετική βιβλιογραφία. Η σημασία του καταλόγου είναι ανάλογη εκείνης της έκθεσης: επιχειρεί μια εμπεριεκτική καταγραφή και μια μεθοδική και ισορροπημένη ανάλυση χαρακτηριστική ενός τόμου προορισμένου να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μελλοντικές προσεγγίσεις.

Η έκθεση, που εγκαινιάζεται στις 30 Ιουλίου (ώρα 6.00 το απόγευμα) και θα διαρκέσει ως τις 17 Οκτωβρίου, προγραμματίζεται να φιλοξενηθεί την επόμενη τριετία στην Ελλάδα καθώς και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Η βάσιμη ελπίδα είναι ότι η όλη προσπάθεια θα συμβάλει στη γνώση της καλής αρχιτεκτονικής κατ' αρχήν από μέρους του ελληνικού κοινού και θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια ανανεωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση των ντόπιων αρχιτεκτονικών φαινομένων του αιώνα που ανεπίστρεπτα μας αφήνει.

* Η εικονογράφηση προέρχεται από το εκθεσιακό υλικό που παρουσιάζεται στη Φραγκφούρτη.

Ο κ. Αντρέας Γιακουμακάτος είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.