Ενας φίλος είπε τις προάλλες «αρκεί να δεις τον Τζούμα να περπατάει στους δρόμους της Αθήνας και παίρνεις κουράγιο». Βλέποντας την ψηλόλιγνη, σχεδόν εξαϋλωμένη φιγούρα του Κωνσταντίνου, να βαδίζει αγέρωχος στους δρόμους του Κολωνακίου, πάντοτε υπέρκομψα ντυμένος, πέρα και πάνω από τη σημερινή μιζέρια της πολιτικής και της οικονομίας, δεν μπορείς να μην αισθανθείς ότι υπάρχει ελπίδα. Ο Κωνσταντίνος αποτελεί σίγουρα πηγή έμπνευσης: και ως παρουσία που ακτινοβολεί εκλεπτυσμένη εκκεντρικότητα και ευρωπαϊκή αύρα αλλά και με το εξεζητημένο πνεύμα του, επίσης ασυνήθιστο για τα ελληνικά δεδομένα, καθώς συγγενεύει περισσότερο με τη φλεγματικότητα του Οσκαρ Γουάιλντ παρά με οτιδήποτε μεσογειακό. Πρόσφατα άρχισε να ασχολείται με το γράψιμο: και αυτό ήταν μία ακόμη αποκάλυψη για μας που τον παρακολουθούμε. Επειδή διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του δεν μπορείς να πιστέψεις ότι αυτός ο στυλάτος κύριος έχει περάσει όλη του τη ζωή αλλάζοντας πυρετωδώς σπίτια, πόλεις, επαγγέλματα, παρτενέρ, μια αδιάκοπη περιπέτεια, μια παραζάλη, like a rolling stone, όπως θα έλεγε. Το τρίτο μέρος της αυτοβιογραφίας αυτής μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τον τίτλο Πανωλεθρίαμβος. – Γιατί χρειαστήκατε τρία βιβλία για να αφηγηθείτε τη ζωή σας,κύριε Τζούμα; Είναι πράγματι τόσο πλούσια;

«Δεν έχω την αξιομνημόνευτη και ελλειπτική πρόζα του Οσκαρ Γουάιλντ ή του Ναμπόκοφ, αυτών των μετρ της πρόζας, ώστε να συμπυκνώσω και να χωρέσω μέσα σε ένα πολύ μικρό βιβλίο δυο-τρία πράγματα που είναι απαραίτητο να ειπωθούν. Δεν έχω τέτοια δεξιοτεχνία. Σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να καταγραφεί ένας τρόπος ζωής ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τη χειραγώγηση των κομμάτων και της τηλεόρασης όπως εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια. Σκέφτηκα να μιλήσω για ανθρώπους οι οποίοι χωρίς να είναι πλούσιοι και διάσημοι έχουν μια αξιοπρόσεκτη προσωπική ζωή, στην κόψη του ξυραφιού, όπως οι ήρωες που περιγράφω: είναι όλοι φίλοι, της διπλανής πόρτας άνθρωποι, της γειτονιάς, του m tier, άνθρωποι που έχουν σχέση με την τέχνη, είτε την ασκούν χαμηλόφωνα είτε όχι, σπάνια στην πρώτη γραμμή. Σε αυτούς εστιάζω και με αυτούς κάνω παρέα. Μπήκα λοιπόν στον πειρασμό να προσπαθήσω να καταγράψω την ανεπίσημη ιστορία: να αποδώσω την εποχή εκείνη χωρίς να έχει τόση σημασία τι ακριβώς είπαν η Ελένη, ο Αλκης, ο Γιώργος ή η Βασιλική αλλά ότι κάτι ειπώθηκε εδώ, σε αυτή τη χώρα, που σήμερα είναι κάτω από αυτή τη σκιά, με αυτό το χάος που τη διακρίνει. Υπήρξε μια εποχή που το Πασαλιμάνι, το Σύνταγμα, η Πλάκα, το Κολωνάκι, η Φωκίωνος Νέγρη ήταν ζωντανοί χώροι όπου οι άνθρωποι ένιωθαν ελεύθεροι και δεν ήταν φοβισμένοι, είχαν το θάρρος της γνώμης τους και αν δεν το είχαν απελευθερώνονταν μέσα από συντροφικές συνδιαλλαγές και συζητήσεις».

– Οι άνθρωποι για τους οποίους γράφετε στο τρίτο μέρος βρίσκονται ως επί το πλείστον εν ζωή- κάποιοι από αυτούς είναι τώρα πια επώνυμοι. Σας εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι μπορεί να τους εκθέσετε περιγράφοντας περιστατικά από το παρελθόν τους;

«Υπάρχουν φίλοι και φίλες οι οποίοι τα πρώτα χρόνια της εφηβείας έζησαν πολύ ταραγμένα, τώρα όμως πια ζουν μια ζωή οικογενειακή με τα παιδιά τους, δεν έχουν κανέναν λόγο ούτε την ίδια διάθεση να μιλήσουν γι΄ αυτά όπως εγώ. Σέβομαι την επιθυμία τους. Εκτός βέβαια από μερικά πράγματα που δεν μπορώ να μην τα περιγράψω, απλώς φροντίζω να το κάνω με τέτοιον τρόπο ώστε να πρωταγωνιστεί ο εαυτός μου προκειμένου να μην εκθέσω ενδεχομένως κάποιον άλλον. Η λογοτεχνία έχει τρόπους να το κάνει αυτό».

– Γιατί αποφασίσατε να μπείτε σε αυτή την περιπέτεια της αυτοβιογραφίας; «Εν μέρει από ματαιοδοξία, εν μέρει για να πούμε και κάτι πολύ συμπαθητικό που συνέβη όλη αυτή την περίοδο. Οταν διάβασα κάπου ότι οι ευγενείς της Αγίας Πετρούπολης ως και τα χρόνια του Ναμπόκοφ, όταν συναντούσαν το αγαπημένο τους πρόσωπο, του έκαναν δώρο ένα ημερολόγιο με τον πρότερο άτιμο και έντιμο βίο για να ξέρουν τι καπνό φουμάρουν, συγκινήθηκα. Γιατί εγώ πραγματικά ήθελα να το κάνω δώρο, όχι στα παιδιά που δεν έχω, αλλά σε γνωστούς και φίλους: Να σας πω ποιος είμαι; Εγώ είμαι αυτός. Μου άρεσε η ιδέα της εξομολόγησης». – Και το κάνατε όλο αυτό άνευ όρων; Χωρίς να αυτολογοκριθείτε;

«Είναι ένα στοίχημα που μπαίνει αυτόματα όταν αποφασίζεις να γράψεις σε πρώτο πρόσωπο: ήθελα να εκτεθώ».

– Αυτό το αποφασίσατε προτού αρχίσετε να γράφετε ή στην πορεία;

«Από την αρχή. Είχα αποφασίσει: Παιδιά, ας μην κοροϊδευόμαστε. Αν είναι, να τα πούμε με το όνομά τους τα πράγματα. Γιατί, να σου πω την αλήθεια μου, απεχθάνομαι τα μυστικά».

– Τι σημαίνει «Πανωλεθρίαμβος»; Το μετανιώσατε που γυρίσατε στην Αθήνα μετά το τέλος της χούντας;

«Αυτή είναι μεγάλη κουβέντα. Κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις. Εμεινα κατ΄ αρχάς επειδή όταν γύρισα προέκυψαν ενδια φέρουσες συνεργασίες- και το “Χάπι ντέι” (σ.σ.: η ταινία του Βούλγαρη για την οποία ο Τζούμας βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1976) και η επαφή με τον Μάνο Χατζιδάκι-, όλα έδειχναν ότι θα υπάρχει μια συνέχεια καλλιτεχνική, οπότε δεν θα χρειαζόταν να δίνω οντισιόν για να αποδεικνύω το όποιο ταλέντο μου κάθε φορά. Πανωλεθρίαμβος, λοιπόν, είναι όταν κάποια στιγμή στα μάτια μιας κοινωνικής ομάδας θριαμβεύεις και την ίδια στιγμή στα μάτια κάποιας άλλης εκπίπτεις, πέφτεις δηλαδή πολύ χαμηλά».

– Ποια είναι η πρώτη κοινωνική ομάδα και ποια η δεύτερη;

«Ποιος ξέρει; Αυτό είναι το Βατερλό σου και την ίδια στιγμή ο θρίαμβός σου. Το τρίτο βιβλίο είναι γεμάτο από τέτοιες περιπτώσεις: που με το ένα πόδι υπάρχει επιτυχία καλλιτεχνική αλλά την ίδια στιγμή καμία επιτυχία στο κρεβάτι κανενός, καμία αγκαλιά δεν σε περιμένει το βράδυ. Ή τρομερές επιτυχίες προς αυτή την κατεύθυνση, μια σωματικότητα, ένα ξεσάλωμα, ένας διονυσιασμός και την ίδια στιγμή ωραίες ιδέες που είναι να γίνουν ταινία αλλά δεν γίνονται, μια συνεργασία που δεν ευοδώθηκε για οικονομικούς λόγους κ.ο.κ.».

– Στα βιβλία σας περιγράφετε ξενύχτια,κραιπάλες,ερωτικές περιπέτειες,ταξίδια,παραστάσεις,συνεχείς αλλαγές…Σας λείπουν όλα αυτά τώρα; «Κοιτάξτε να δείτε, οι αντοχές δεν είναι ίδιες μετά από τόσα χρόνια. Το γεγονός ότι κάποτε ήμουν υπό την επήρεια διονυσιακών βοτάνων και τώρα είμαι με φαρμακευτική αγωγή, ε, δεν είναι το ίδιο, κάποια λεηλασία του χρόνου έχει προκύψει, δεν χωράει αμφιβολία. Ακόμη και η τέχνη δεν με αφορά πια όσο παλιά που έβλεπα και ρουφούσα τα πάντα. Δεν είμαι έτσι πια, δεν με πολυενδιαφέρει για να είμαι ειλικρινής… Οσο μεγαλώνω μάλιστα οι αδελφές μου μού λένε ότι μοιάζω στον πατέρα μου: που δεν του αρέσουν τα πολλά, που δεν συμμετέχει στα γλέντια, που πάει νωρίς για ύπνο με ένα βιβλίο. Αμέ! Ποιος θα το ΄λεγε ότι ένα νυχτοπούλι σαν εμένα ξαφνικά έντεκα-δώδεκα η ώρα το βράδυ λόγω βλεφαρόπτωσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αποσύρεται με ένα βιβλίο στο χέρι γιατί βρίσκει συναρπαστικό το μυθιστόρημα».

– Τώρα,δηλαδή,τι είναι αυτό που σας δίνει χαρά,τι σας ευχαριστεί πιο πολύ; «Το γράψιμο, το διάβασμα, το ραδιόφωνο (σ.σ.: έχει εκπομπή 10-12 στον Εν Λευκώ), το γεγονός ότι πριν από λίγο, την ώρα που κατέβαινα για να σας συναντήσω, είδα ένα μικρό κοριτσάκι τεσσάρων χρόνων που το κρατούσε η μαμά του και χωρίς να με ξέρει γύρισε και μου είπε “σ΄ αγαπώ πολύ”. Ε, αυτό τώρα είναι ένα δώρο που σου γίνεται, κάτι τέτοιες στιγμές τίποτε άλλο δεν είναι…».

– Σας συμβαίνει συχνά αυτό; Να σας πλησιάζουν άγνωστοι άνθρωποι για να σας μιλήσουν;

«Ναι, ναι, είμαι πολύ ανοιχτός κι εγώ ο ίδιος, το καλλιεργώ αυτό το πράγμα, έχω μια ευκολία. Εχω μεγαλύτερη ευκολία στο να επικοινωνώ με τους ανθρώπους παρά να δημιουργώ σφιχτή προσωπική σχέση».

– Γιατί δεν κάνατε μεγάλες σχέσεις στη ζωή σας;

«Μου λείπει η αφοσίωση. Μια νεαρή φίλη μού είπε πρόσφατα σε ένα ταξίδι ότι ο λόγος που δεν θέλω καμία σχέση είναι ίσως η απώλεια της μητέρας μου όταν ήμουν πολύ μικρός, 15 χρόνων. Δεν το είχα σκεφθεί ενώ είναι τόσο απλό: ότι μπορεί, δηλαδή, να με καθοδηγούσε ο τρόμος για την απώλεια και έτσι δεν ήθελα ποτέ να δεσμευτώ. Πάντως νοιάζομαι για αυτές τις γυναίκες που αγάπησα κάποτε και τηλεφωνιόμαστε, κάποιες έχουν παιδιά, είναι η οικογένειά μου, μπορεί να μην έκανα οικογένεια αλλά αυτές είναι η οικογένειά μου».

– Η σχέση σας με το θέατρο; Θα ξαναπαίζατε σε κάποια παράσταση τώρα ή δεν σας ενδιαφέρει πια;

«Τρομοκρατήθηκα λίγο μετά την περιπέτεια της υγείας μου το 2004- ένα λέμφωμα- και σκέφτηκα ότι από εδώ και πέρα δεν θέλω να κάνω μια ανθυγιεινή εργασία όπως η ηθοποιία που κοστίζει τα πάντα και δεν έχει κανένα νόημα πλέον- και δεν εννοώ μόνο από πλευρά εργασιακών σχέσεων και οικονομικών απολαβών. Εννοώ ότι μεγαλώνοντας το μόνο που έχει ενδιαφέρον για τον ηθοποιό είναι το κλασικό ρεπερτόριο. Αλλά το κλασικό ρεπερτόριο είναι γεμάτο από καθάρματα και εγώ δεν θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου παίζοντας καθάρματα, είναι περίεργο πράγμα. Δεν ξέρουν τι θα πει συγγνώμη, πηδάνε τις μανάδες τους, στραγγαλίζουν τα παιδιά τους, σκοτώνουν τους πατεράδες τους για να καθήσουν στον θρόνο. Είναι η χρεοκοπία του δυτικού κόσμου. Είναι αυτό που λούζεται σήμερα ένα σωρό κόσμος εξαιτίας αυτών των καθαρμάτων που ηγούνται κάθε φορά, είτε λέγονται Χίτλερ είτε Στάλιν είτε δεν ξέρω τι. Δεν θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου υποδυόμενος ανθρώπους που δεν με αφορούν, δεν με γοητεύουν καθόλου…».

– Οι άγιοι σας γοητεύουν,δηλαδή; «Ναι, όσο περνάει ο καιρός. Οπως π.χ. οι ήρωες του Μπέκετ. Είναι πολύ κοντά σε αυτή την υπαρξιακή ερημία: που δίχως θεό παλεύεις για μια αγιοσύνη. Αυτό το βρίσκω εξαιρετικό να μας συμβαίνει. Ας μη νομίζουμε ότι ζούμε καμιά φοβερή ζωή επειδή ζούμε στην πόλη. Στην πραγματικότητα βιώνουμε έναν κοσμοκαλογερισμό».

– Νιώθετε ότι σήμερα τα πράγματα είναι πιο αποστειρωμένα σε σχέση με το παρελθόν;

«Βεβαίως το αισθάνομαι αυτό, είναι διάχυτο. Υπάρχει μια χρεοκοπία η οποία είναι κυρίως πνευματική και μετά είναι όλα τα άλλα. Δεν έχεις από πού να πιαστείς, οπότε τι κάνεις; Τα κόμματα έχουν χρεοκοπήσει, δεν θέλω να έχω καμία παρτίδα με αυτούς τους κυρίους. Ημουν ένα παιδί που δεν χρειάστηκε ποτέ να στρατευτώ σε μία ιδεολογία ή ένα κόμμα, τα έφερε κάπως η τύχη και δεν χρειάστηκε να ζητήσω κάποια επιχορήγηση ή κάτι τέτοιο».

– Δεν ψηφίζετε; «Οχι, πιστεύω ότι δεν έχει κανένα νόημα».

– Και πώς θα αλλάξουν τα πράγματα; «Πιστεύω ότι αυτό που όλοι περιμένουν, να συμβεί κάτι και να αλλάξουν τα πράγματα, θα συμβεί επειδή αποτελεί βαθύτατη επιθυμία».

– Πώς θα συμβεί,δηλαδή; Μαγικά; «Οι βαθύτατες επιθυμίες με κάποιον τρόπο εκπληρώνονται γιατί μεταφέρονται σαν υπόγεια κανάλια. Ετσι, ακόμη και το αφτί του αφασικού που δεν ίδρωνε κάτι θα εισπράξει: ότι είναι λάθος δρόμος αυτός που διάλεξε και ίσως πρέπει να αλλάξει».

– Τρομοκρατημένος ή αισιόδοξος; «Από τη μια τρομοκρατημένος, από την άλλη αισιόδοξος, όπως είμαστε όλοι μας. Πιστεύω ότι σε μια ξεχαρβαλωμένη χώρα όπως η Ελλάδα- με την έννοια ότι δεν υπήρξε ποτέ σύστημα ώστε να το αμφισβητήσεις- ο καλύτερος τρόπος να πολεμήσεις δεν είναι να λες ότι είμαι αντιεξουσιαστής ανατινάζοντας και καταστρέφοντας το ήδη κατεστραμμένο και ανατιναγμένο σύστημα αλλά απεναντίας να κά νεις το σωστό: αυτό είναι το αντιεξουσιαστικό».

– Ποιο είναι το σωστό; «Η κάθε παρέα, όποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, ο καθένας στον τομέα του, να κάνει τη δουλειά του με τέτοιον τρόπο ώστε να αποτελούν- ακόμη και γι΄ αυτούς που δεν θα τους περνούσε ποτέ από το μυαλό γιατί βρίσκονται βολεμένοι σ΄ ένα πόστο- παράδειγμα: ότι κοίταξε να δεις που η σιωπηλή πλειοψηφία με έχει ξεπεράσει. Αυτό θα είναι μεγαλειώδες: εκεί που δεν το περιμένεις η σιωπηλή πλειοψηφία να σε ξεπεράσει. Να σου ανοίξει ένα φωτεινό μονοπάτι και να το δεις κι εσύ που είσαι τυφλωμένος από την αλαζονεία της εξουσίας». – Στην πλειονότητά τους όμως οι άνθρωποι νιώθουν αδικημένοι: σου λέει γιατί να είμαι εγώ εντάξει όταν οι άλλοι κλέβουν…

«Ενας λόγος παραπάνω για να κάνεις σωστά τη δουλειά σου επειδή όλοι κλέβουν».

– Πώς βλέπετε το άμεσο μέλλον; «Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στις ημέρες μας η ερώτηση “Πώς πάει; καλά; ” είναι ρητορική. Τι να σου απαντήσει ο άλλος, δηλαδή; Οτι περνάει καλά; Πρέπει να είσαι χαζοχαρούμενος για να πεις κάτι τέτοιο. Από την άλλη, έχει πολύ φως για να πέσουμε σε μαύρη μαυρίλα. Ευτυχώς έρχεται καλοκαίρι και θα αποφύγουμε την κατάθλιψη. Από εδώ και πέρα, πάντως, αν είσαι ζωντανός και κάνεις τη δουλειά σου και ζεις στην Αθήνα θα πρέπει να δέχεσαι συγχαρητήρια. Αlive and well in Αthens? Συγχαρητήρια!».

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ
Γεννήθηκε το 1944 στον Πειραιά και μεγάλωσε στο Πασαλιμάνι και στην Αθήνα.Διάλεξε την ηθοποιία από αντίδραση στην αντίληψη που θεωρούσε τους ηθοποιούς ελαφρών ηθών.Διδάχθηκε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών και έκανε χορό με τη Ζουζού Νικολούδη,τον Αλβιν Νικολάις,τον Μερς Κάνινγχαμ και τον Αλβιν Εϊλι.Στη Νέα Υόρκη έμαθε να επιβιώνει χωρίς να το κάνει θέμα.Εγκατέλειψε τον χορό γιατί προτίμησε την τέχνη της ζωής.Επαιξε στο θέατρο,στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Κάνει καθημερινή εκπομπή στο ραδιόφωνο.Το 2008 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο του με τίτλο Ως εκ θαύματος, το οποίο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας αυτοβιογραφικής τριλογίας που συνεχίστηκε με το Complete Unknown (2009) και ολοκληρώνεται με το Πανωλεθρίαμβος (2010).