Τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Ιουλίου 1918 δώδεκα άνδρες οπλισμένοι με περίστροφα εκτέλεσαν στο κελάρι του επιταγμένου σπιτιού του μηχανικού Νικολάι Ιπατιέφ τον πρώην τσάρο Νικόλαο Β’, τη σύζυγό του, Αλεξάνδρα, τα παιδιά τους, Ολγα, Τατιάνα, Μαρία, Αναστασία και Αλέξιο, τον γιατρό τους και τρία μέλη του υπηρετικού τους προσωπικού. Η διαταγή είχε εκδοθεί στο όνομα της Εκτελεστικής Επιτροπής του Περιφερειακού Σοβιέτ Ουραλίων, είχε όμως την έγκριση του Βλαντίμιρ Λένιν και του γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής, Γιακόβ Σβερντλόφ. Με τον τρόπο αυτό γράφτηκε, όπως σημειώνει ο έγκριτος βρετανός ιστορικός Ρόμπερτ Σέρβις, η τελευταία πράξη του δράματος που είχε ξεκινήσει με την παραίτηση του ρώσου αυτοκράτορα τον Μάρτιο του 1917, στο απόγειο της Φεβρουαριανής Επανάστασης και έκλεισε το κεφάλαιο της πολύμηνης αιχμαλωσίας του. Ακριβώς αυτό το τελευταίο κρίσιμο διάστημα, όπου η τύχη του Νικολάου, ο εκπατρισμός, η δίκη, η φυλάκιση ή η εκτέλεσή του στοιχειώνουν τις κυβερνήσεις του Κερένσκι και του Λένιν αποτελεί το θέμα της πρόσφατης βιογραφίας του Σέρβις με τίτλο «Ο τελευταίος τσάρος», απόπειρα να προσεγγιστεί η προσωπικότητα του ρώσου μονάρχη από μια διαφορετική οπτική γωνία – της καθημερινότητας, των σκέψεων, των αντιδράσεων ενός έκπτωτου ηγεμόνα.

Ο Νικόλαος Β’ περιγράφεται από πολλούς ως απλός, ασκητικός χαρακτήρας που αποστρεφόταν το εξεζητημένο φαγητό, το ποτό και την εκζήτηση ως προς την ένδυση. Ετρωγε παραδοσιακά ρωσικά φαγητά (παντζαρόσουπα, λαχανόσουπα, χυλό), στα επίσημα δείπνα έπινε ελάχιστη σαμπάνια κι αυτό για λόγους ευγένειας, όταν δεν φορούσε την αυτοκρατορική στολή ντυνόταν με το ίδιο κοστούμι που είχε πριν από τον γάμο του, το 1894, παρά το ότι το παντελόνι του ήταν φθαρμένο. Συντηρητικός και φανατικός υπέρμαχος της παράδοσης, εκπαιδευμένος με τις αρχές της απολυταρχίας, της δυναστικής ισχύος, του εθνικισμού, της ορθόδοξης θρησκείας ως πυλώνων της μοναρχίας έβλεπε τον εαυτό του ως υπερασπιστή της. Ωστόσο, δεν θεωρούσε την προσωπική εξουσία αυτοσκοπό ούτε και απέκλειε τις μεταρρυθμίσεις εσαεί. «Ο Αλέξιος δεν θα έχει δεμένα τα χέρια. Θα απορρίψει ό,τι δεν είναι απαραίτητο. Ετοιμάζω εγώ τον δρόμο γι’ αυτόν» έλεγε πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προϋπόθεση πάντως για κάτι τέτοιο ήταν η διαδοχή – και ως εκείνο το χρονικό σημείο ο Νικόλαος θα κυβερνούσε με τον δικό του τρόπο. Με παροιμιώδες πείσμα, ακαμψία, έλλειψη κάθε διάθεσης συμβιβασμού. Απρόθυμος να εμπλέκεται σε συγκρούσεις, επιφυλακτικός και φειδωλός ως προς τη δημόσια έκφραση συναισθημάτων, ο τσάρος έδινε ενίοτε την αίσθηση ότι επρόκειτο για άνθρωπο δεκτικό στις συμβουλές των άλλων. Στην πραγματικότητα, επισημαίνει ο Σέρβις, ήταν απλώς διπρόσωπος.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω